είχαμε συμφωνήσει με τη Μαριάνθη -τη διευθύντρια του Διφώνου- να γράψω κάτι που να σχετίζεται με το ταξίδι. Έγραψα μερικές χιλιάδες λέξεις και τις έστειλα. Εκείνη δημιούργησε ένα καταπληκτικό lay-out και δημοσίευσε ένα πολύ μεγάλο μέρος εκείνου του κειμένου. Εδώ μπορείτε να το βρείτε ολόκληρο...
Σκόρπιες Σημειώσεις Ενός Μονομανούς Ταξιδιώτη
Πόλεις από ψηλά. Πόλεις που προσπαθείς να αναγνωρίσεις την ώρα που πλησιάζει το αεροπλάνο: ένα ποτάμι εδώ, κάποιες κινούμενες φωτεινές διαφημίσεις εκεί, ένα δάσος, ένας μεγάλος δρόμος. Προσγείωση. Απογείωση και πάλι. Με τη μυρωδιά των αστικών τοπίων να κολλάει στο σώμα σαν καπνός από τσιγάρο που κάπνισε για λίγο κάποιος άλλος.
ΑΘΗΝΑ
Η Έκθεση Στο Ζάππειο
Οι κονσόλες της δεκαετίας του ’30, τα παλιά μικρόφωνα, οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες, ο Χατζιδάκις («κάνετε έρωτα, όχι ραδιόφωνο»), το ασπρόμαυρο πάτωμα, τα studio για να ηχογραφούν οι επίδοξοι ραδιοφωνικοί παραγωγοί, ένα πιάνο, μερικά σκόρπια τραγούδια, ο Γιάννης στην ώρα της εκπομπής του στον Cosmos, o Αλέξανδρος στην κονσόλα, η Μαργαρίτα παντού. Τελευταίες μέρες της γιορτής της Ραδιοφωνίας, τελευταίες ώρες πριν αφήσω την Αθήνα με μια αίσθηση ηρεμίας ότι αυτός είναι ο χώρος που είχα ονειρευτεί και είμαι τυχερός που είμαι κομμάτι του. (Από τα παλιά ραδιόφωνα σ’ εκείνο τον τοίχο, έχω μόνο δύο).
Οι διαβαθμίσεις του φωτός, Κωνσταντίνε
Η κινητήρια δύναμη: «Το να αντιλαμβάνομαι την αλήθεια, να έχω ελπίδα και αγάπη μέσα μου, να τρέχω και να μελετάω καθημερινά», λέει σε μια συνέντευξη στη Μαρία Μαρκουλή στα Νέα. Και ανεβαίνει στη σκηνή του Σταυρού του Νότου για όλες τις μέρες που θα λείπω. Παρέα με τα ηλεκτρονικά του στο πρώτο μέρος αλλά και με μια rock μπάντα που είναι αποφασισμένη να τα χώσει στο δεύτερο, προσφέρει αυτό ακριβώς που θα λυπηθώ να χάσω. Ο Κωνσταντίνος Β. ήταν Στέρεο Νόβα και θα συνεχίσει να είναι: «Μπορεί να με εμπνεύσει οτιδήποτε, μπορεί να είναι ένα έντομο στο παράθυρο, η σκιά ενός ανθρώπου, οι διαβαθμίσεις του φωτός...». (Obrigado).
Η Εξορία των Ονείρων
Το πρώτο cd που παίρνω για κριτική στο Δίφωνο είναι το καινούργιο album του Βαγγέλη Κατσούλη, “The Exile Of Dreams”, που κυκλοφορεί από τη Blue Note. Μια jazz που έχει καταφέρει να χωνέψει μέσα της κάθε επιρροή, μια καθόλου εύκολη υπόθεση για κριτική ή για συνέντευξη κι ένας άνθρωπος που έχει ασχοληθεί με την ηχοληψία, το Ραδιόφωνο και τη μουσική σε κάθε έκφανσή της. Βάζω στο mp3 player όλους τους δίσκους του Κατσούλη που έχω –νομίζω ότι δεν λείπει κανένας- και τυπώνω όλες τις πληροφορίες που μπορώ να βρω στο διαδίκτυο. Θα ακούσω, θα διαβάσω κι ελπίζω να μπορέσω να ξεκλειδώσω κάποια μικρά κομμάτια της οπτικής του στη συζήτηση της επιστροφής.
ΒΕΡΟΛΙΝΟ
Berliner Philharmoniker
Η Φιλαρμονική του Βερολίνου είναι μία από τις σημαντικότερες ορχήστρες του Κόσμου. Απέκτησε τη μεγαλύτερη φήμη της στην εποχή που ήταν διευθυντής της ο Herbert von Karajan (1954-1989), φήμη στην οποία βοήθησε και η εξάπλωση της ηχογράφησης της μουσικής.
Σήμερα, διευθηντής της Φιλαρμονικής του Βερολίνου είναι ο Άγγλος αρχιμουσικός sir Simon Rattle, ένας άνθρωπος με εξίσου πολλές ιδέες. Πρόσφατα, η Φιλαρμονική εγκαινίασε μια απολύτως νέα υπηρεσία: Κάθε συναυλία που γίνεται στο Βερολίνο μεταδίδεται ζωντανά μέσω διαδικτύου (http://www.berliner-philharmoniker.de). Το αντίτιμο είναι 9.90 ευρώ ανά συναυλία και ο θεατής μπορεί να συνδεθεί μισή ώρα νωρίτερα, να κάνει μια μικρή βόλτα στον εξωτερικό χώρο, να μπει στη συνέχεια στην αίθουσα, να παρατηρήσει για λίγο τους θεατές που παίρνουν τις θέσεις τους, που συνομιλούν μεταξύ τους, που ετοιμάζονται για τη συναυλία, έτσι ακριβώς όπως θα έκανε αν ήταν παρών τη συγκεκριμένη βραδιά. Η εικόνα και ο ήχος είναι εξαιρετικής ποιότητας, αρκεί κάποιος να έχει γρήγορη σύνδεση και σύγχρονο υπολογιστή. Για τον Απρίλιο υπάρχει μια εξαιρετική βραδιά Brahms με την Staatskapelle του Βερολίνου και τον Barenboim (07/04), τρεις βραδιές με τον Peter Eotvos και τη Φιλαρμονική σε έργα Bach, Wagner και Zimmerman (23, 24, 25/04) ενώ ο Μάιος φέρνει καλεσμένους μαέστρους όπως ο Riccardo Muti και ο Seiji Ozawa. Για όσους θέλουν να παρακολουθήσουν τις συναυλίες που έχουν γίνει αλλά και αρκετές από τις ερχόμενες, ένα εισιτήριο διαρκείας (season pass) στην τιμή των 89 ευρώ θα ήταν συμφέρον.
Χαμένοι στη Μεταγλώττιση
Αν ανοίξεις τη γεμανική τηλεόραση, θα δεις τους πάντες να μιλούν γερμανικά: ο John Wayne πάνω στη σέλα του αλόγου του κάπου στην Άγρια Δύση μιλάει γερμανικά, ο James Bond μιλάει γερμανικά, ο Obama μιλάει γερμανικά, η Marilyn Monroe μιλάει γερμανικά, οι Simpsons μιλούν γερμανικά. Όπως διαβάζω στο αγγλόφωνο περιοδικό του Βερολίνου, Exberliner, υπάρχει μια τεράστια βιομηχανία μεταγλωττίσεων, όπου μάλιστα αρκετοί Γερμανοί ηθοποιοί ταυτίζουν τη φωνή τους με αυτή του ήρωα που υποδύονται. Έτσι, όπως όταν πέθανε «η φωνή» του Kermit (Jim Henson) από το Muppet Show, ο Kermit δεν ήταν πλέον ο Kermit, έτσι και όταν αλλάζει η «φωνή» του Robert Redford, δεν πρόκειται πια για τον Robert Redford. Οι γερμανικές φωνές των ηθοποιών του Hollywood ακολουθούν σε πολύ μεγάλο βαθμό την τύχη των ίδιων των ηθοποιών. Έτσι, ο δεύτερος «Νονός» του 1974 δεν έκανε μόνο γνωστό τον Robert de Niro αλλά και τον Γερμανό ηθοποιό που τον ντουμπλάρισε, τον Christian Brueckner. Αν ο de Niro είχε χαθεί, θα χανόταν και ο Brueckner. Τώρα που ο de Niro έγινε επιτυχημένος και πρωταγωνίστησε σε πολλές ταινίες, ο Brueckner απέκτησε καλή δουλειά και μάλιστα με σαφώς λιγότερο κόπο από τον ίδιο τον de Niro.
Τώρα, αν μ’ αυτά και μ’ αυτά είναι εύκολο σε κάποιον να παρακολουθήσει γερμανική τηλεόραση, ειδικά αν τα γερμανικά του είναι μέτρια, η απάντηση είναι αρνητική. Άσε που ακόμη κι αν μιλάς καλά γερμανικά, είναι αδύνατον να ανεχτείς τον de Niro να λέει “scheisse” αντί για “shit”.
Dussmann
Ένα από τα καλύτερα δισκοπωλεία της Ευρώπης. Στη γωνία Friedrichstrasse και Unter den Linden, στεγάζεται σ’ ένα τριώροφο κτήριο γεμάτο όχι μόνο από cd αλλά και βιβλία και dvd. Το πλήρες όνομά του είναι Dussmann das Kulturkaufhaus, που σημαίνει σε ελεύθερη μετάφραση «εμπορικό σπίτι πολιτισμού» και πρόκειται για ένα μικρό κομμάτι μιας τεράστιας εταιρείας που ξεκίνησε από συνεργείο καθαρισμού στο Μόναχο κι έχει φτάσει να έχει νοσοκομεία, γηροκομεία κι ένα γιγάντιο catering που εξυπηρετεί ακόμη και το γερμανικό κοινοβούλιο (http://www.dussmann.com/).
Ένας μονομανής λίγο ενδιαφέρεται –φυσικά- για τις δραστηριότητες του συμπαθούς παππού κ. Dussmann. Η μονομανία του μονομανούς μας –αν δεν έχετε ακόμη αντιληφθεί- είναι η Μουσική αλλά καθώς (πιστεύει ότι έχει αρχίσει να) θεραπεύεται ασχολείται ενίοτε και με την Τέχνη γενικότερα.
Το δισκοπωλείο Dussmann –για να επιστρέψουμε στο θέμα μας- έχει εξαιρετική ποικιλία ηχογραφήσεων από όλα τα είδη μουσικής και ίσως το καλύτερο τμήμα κλασικής μουσικής στον Κόσμο. Εκείνο που διαφοροποιεί το συγκεκριμένο δισκοπωλείο από κάθε άλλο στην Ευρώπη είναι ότι κάθε πελάτης μπορεί να βάλει σ’ ένα κανονικό cd player κάθε cd και να το ακούσει για όση ώρα θέλει. Υπάρχουν κάποια ανοιχτά δείγματα για τις πιο πρόσφατες κυκλοφορίες αλλά οι εργαζόμενοι είναι πρόθυμοι να ανοίξουν για σένα όλα τα cd που θέλεις να ακούσεις. Μετά από τη δεύτερη ή την τρίτη φορά που τους το ζητάς, σου εξηγούν το αυτονόητο: «Κοίταξε τι κάνω: Ξεκολλάω πρώτα την τιμή (ξεκολλάει εύκολα και χωρίς να σκίζεται), αφαιρώ το σελοφάν και κολλάω την τιμή πάνω στο κουτάκι του cd. Μπορείς να το κάνεις μόνος σου για κάθε cd που θέλεις. Εντάξει;». Με τον τρόπο αυτό σε ξεφορτώνονται αλλά τους ξεφορτώνεσαι κι εσύ. Το σχέδιο είναι απλό από τώρα και πέρα: Παίρνεις ένα από τα μεγάλα καλάθια του Kulturkafhaus και το γεμίζεις με τα cd που θέλεις να ακούσεις. Πιάνεις ένα από τα cd players που δεν έχουν σκαμπό –ναι, υπάρχουν και με σκαμπό- κάθεσαι στη μοκέτα και ακούς για όση ώρα θέλεις τους δίσκους που έχεις μαζέψει. Δίπλα στο μπουφάν σου, που κείτεται στο έδαφος κάτω από το cd player, μπορείς να αφήσεις τα cd που τελικά θα αγοράσεις, να επιστρέψεις τα cd που απέρριψες στη θέση τους και να γεμίσεις όσες φορές θέλεις το καλάθι σου επαναλαμβάνοντας τη διαδικασία.
Το Kulturkaufhaus είναι ανοιχτό από τις 10 το πρωί μέχρι τις 12 τα μεσάνυχτα (!) κάθε μέρα εκτός Κυριακής. Το καλύτερο ωράριο για έναν μονομανή είναι να ξεκινήσει στις 10.00, να κάνει ένα πρώτο διάλειμμα από τη 1.00 μέχρι τις 3.00 κι ένα δεύτερο από τις 5.30 μέχρι τις 6.30 και να επιστρέψει μέχρι τη λήξη της βάρδιας. Οι ώρες του διαλείμματος έχουν υπολογιστεί ως αυτές που μαζεύουν τον περισσότερο κόσμο. Σ’ αυτές τις ώρες το ψάξιμο γίνεται μετ’ εμποδίων.
Ishin
Ο μονομανής χρειάζεται ένα εστιατόριο πολύ κοντά στον χώρο ενδιαφέροντός του (κοντά στο Kulturkaufhaus δηλαδή). Απέναντι από τον Dussmann υπάρχει ένας μικρός δρόμος που λέγεται Mittelstrasse. Είναι κάθετος στη Friedrichstrasse και παράλληλος της Unter den Linden. Στον αριθμό 24 υπάρχει το καλύτερο sushi bar που έχω καταφέρει να βρω στο Βερολίνο αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη. Λέγεται Ishin (http://www.ishin.de), έχει σχεδόν τα πάντα που μπορεί να φανταστεί ένας σουσοφάγος και μάλιστα σε εξευτελιστικές τιμές. Τρως περίπου με 15-20 ευρώ το άτομο, τη στιγμή που στην Αθήνα το sushi κοστίζει –στην καλύτερη περίπτωση- ακριβώς τα διπλάσια. Μπορείς να παραγγείλεις το φαγητό σου και να περάσεις σε είκοσι λεπτά να το πάρεις, αν και σε συμφέρει ιδιαίτερα να φας εκεί, ειδικά αν ενδιαφέρεσαι να κάνεις καλές γνωριμίες. Το εστιατόριο είναι γεμάτο από τα στελέχη του τηλεοπτικού σταθμού ZDF που εδρεύει ακριβώς απέναντι.
Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν εκτίμησα ιδιαίτερα τα ιαπωνικά γλυκά. Έτσι, αντί να παραγγείλω γλυκό στο Ishin, προτιμώ πάντα να γυρίζω στο Kulturkaufhaus, όπου υπάρχει ένα café με εξαιρετικό espresso, αυθεντικό πράσινο τσάι, καυτή μηλόπιτα και μερικά άλλα πολύ εμφανίσιμα γλυκά που ποτέ δεν θα μάθεις τι έχουν μέσα, εκτός αν τα δοκιμάσεις.
Ο κύριος Λέμαν
Ο κύριος Λέμαν ζει στο Κρόυτσμπεργκ. Περπατάει μέσα στη νύχτα ώσπου συναντάει ένα σκύλο. Ο σκύλος δεν τον αφήνει να συνεχίσει την πορεία του. Ο κύριος Λέμαν περνάει την υπόλοιπη νύχτα ξαπλωμένος δίπλα στον σκύλο.
Το μικρό όνομα του κυρίου Λέμαν είναι Φρανκ. Κανείς όμως δεν τον λέει πλέον Φρανκ επειδή ο κύριος Λέμαν πλησιάζει τα τριάντα. Δεν του αρέσει καθόλου, ούτε που κανείς δεν τον λέει πλέον Φρανκ, ούτε που πλησιάζει τα τριάντα. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ως τώρα έχει καταφέρει να μην αναλάβει καμία ευθύνη, έχει πετύχει να ζει χωρίς φιλοδοξίες, ακόμη και χωρίς ελπίδες. Μένει σ’ ένα μικρό σπίτι με ένα δωμάτιο και μια μικρή κουζίνα και δεν ονειρεύεται τίποτα.
Ο κύριος Λέμαν έρχεται από την εποχή λίγο πριν την πτώση του Τείχους. Περπατάει όμως στους δρόμους ενός απαράλλαχτου Βερολίνου μ’ αυτό που συναντάμε σήμερα. Μπορεί να λείπει το Τείχος και να έχουν αλλάξει εμφάνιση σχεδόν τα πάντα, όμως η πόλη έχει την ίδια ακριβώς ατμόσφαιρα. Την ίδια υγρασία τα καλοκαίρια, τους ίδιους ήσυχους δρόμους, τις ίδιες δυνατές βροχές και -ενίοτε- την ίδια θλίψη.
«Ο κύριος Λέμαν» είναι το βιβλίο του Sven Regener που μεταφράστηκε στα ελληνικά με τίτλο «Το Μπλουζ του Βερολίνου» από τις Εκδόσεις Άγρα. Το βιβλίο πήγε πολύ καλά στη Γερμανία και γυρίστηκε και σε ταινία από τον Leander Haussmann.
Ο Sven Regener έχει γίνει γνωστός ως τραγουδιστής και στιχουργός του γερμανόφωνου σχήματος Elements Of Crime και αυτή την εποχή δουλεύει πάνω στο τρίτο και τελευταίο μέρος της τριλογίας του κυρίου Λέμαν. Το δεύτερο έχει κυκλοφορήσει εδώ και αρκετό καιρό στη Γερμανία αλλά δεν έχει ακόμη μεταφραστεί στα ελληνικά.
Schmidt
Με ένα από τα πιο συνηθισμένα επίθετα της χώρας, ο άνθρωπος που έγινε τρεις φορές Καγκελάριος της Γερμανίας (1974-1982), ο Helmut Schmidt, είναι ένας αρκετά καλός πιανίστας. Έχει ως τώρα ηχογραφήσει αρκετά από τα concerti για πιάνο του Mozart αλλά και του Bach κι έχει συνεργαστεί με σπουδαίους μουσικούς όπως ο Gerhard Oppitz και ο Christoph Eschenbach. Το ένα ζήτημα με τον Schmidt είναι κατά πόσον οι –αρκετά καλές- επιδόσεις του ως Καγκελάριου επηρεάζουν τη γνώμη των Γερμανών μουσικόφιλων ως προς την τεχνική του. Οι ερμηνείες του πάντως δεν είναι καθόλου άσχημες, ίσως κάπως συντηρητικές και σε κάποια σημεία χωρίς πρωτοτυπία αλλά κανείς δεν θα τις χαρακτήριζε ανούσιες. Το άλλο ζήτημα με τον πρώην Καγκελάριο είναι ότι είναι αρειμάνιος καπνιστής, πράγμα που έχει φέρει αρκετές φορές σε δύσκολη θέση τις γερμανικές αρχές, καθώς επιμένει να ανάβει τσιγάρο σε απαγορευμένους χώρους.
ΛΟΝΔΙΝΟ
Χιονοφοβία και Χιονολατρεία
Οι μέρες που επέλεξα για τις μετακινήσεις δεν ήταν οι καλύτερες. Όχι γιατί οι πτήσεις ματαιώθηκαν αλλά γιατί μέχρι τη στιγμή που έφτανα στο αεροδρόμιο δεν ήξερα αν θα ματαιωθούν. Τελικά τη γλίτωσα με ελάχιστη καθυστέρηση αλλά όταν προσγειώθηκα στο Gatwick όλα ήταν λευκά. Το λεωφορείο που με μετέφερε στο Λονδίνο περνούσε από ένα χιονισμένο τοπίο που είχα δει πολύ λίγες φορές στη νότια Αγγλία. Οι αγγλικές εφημερίδες μιλούσαν για «chionophobia», για την αγωνία του να λιώσει το χιόνι και για ανθρώπους που άκουγαν κάθε λίγα λεπτά την πρόγνωση του καιρού.
Δεν είμαι από αυτούς που φοβούνται τις καιρικές συνθήκες. Ούτε όμως από αυτούς που ενθουσιάζονται μ’ αυτές. Το χιόνι είναι για μένα ένα φυσικό φαινόμενο, αντίστοιχο της βροχής ή της ηλιοφάνειας. Όμως, υπήρξε ένα πράγμα που μου έκανε εντύπωση: Η Serpentine, η λίμνη που βρίσκεται μέσα στο Hyde Park ήταν παγωμένη! Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που την είδα έτσι και νομίζω ότι δεν ήμουν ο μόνος που παραξενεύτηκε.
Η κρίση που έρχεται κι εκείνοι που μένουν
Το καλύτερο βιβλιοπωλείο για όσους ψάχνουν βιβλία σχετικά με τη μουσική (η μονομανία που λέγαμε) είναι το Foyles. Κάπου εκεί στην Charing Cross, πολύ κοντά στο σημείο που η Oxford συναντά τη New Oxford, προσφέρει τη μοκέτα του για να μπορέσεις να καθίσεις και να ξεφυλλίσεις όσα βιβλία θέλεις. Το παλιό δισκοπωλείο του Ray στον πρώτο όροφο, που ήταν ταυτόχρονα και café, είναι πλέον μόνο café, ευάερο και ευήλιο, με τους δίσκους να έχουν μεταφερθεί σ’ έναν μεγαλύτερο χώρο στον τρίτο όροφο.
Για όσους ασχολούνται με τη jazz αυτό είναι το καλύτερο δισκοπωλείο του Λονδίνου, ενώ για την κλασική, το πιο ενημερωμένο είναι το υπόγειο του κεντρικού HMV στην Oxford (στο ύψος του Soho) και με τις μεγάλες εκπλήξεις να έρχονται από το Harold Moores, το εξειδικευμένο δισκοπωλείο που βρίσκεται στην πρώτη (ή δεύτερη) παράλληλο της Oxford προς το Soho, την Great Marlborough street. Ο χώρος του rock μπορεί να καλυφθεί από το HMV αλλά όσοι ενδιαφέρονται για τις εναλλακτικές μπάντες και τις ανεξάρτητες εταιρείες, καλά θα κάνουν να περάσουν μια βόλτα από το Sister Ray της Berwick street.
Για τη σύγχρονη αγγλική λογοτεχνία, συνήθως ψάχνω στο Waterstones του Piccadilly Circus, ένα εξαώροφο βιβλιοπωλείο με café στον τελευταίο του όροφο απ’ όπου βλέπεις τις ψηλότερες στέγες της πόλης.
Τα μεγάλα μαγαζιά, σαν το Borders, το HMV, το Waterstones καταφέρνουν να ανταπεξέρχονται στην κρίση την ώρα που τα μικρότερα αποδυναμώνονται ή κλείνουν, όπως το εξειδικευμένο (στα αστυνομικά) Murder One. Όλα τα μικρά βιβλιοπωλεία της Charing Cross κινδυνεύουν ενώ κλείνουν ακόμη και αλυσίδες, όπως το Zavvi, που πριν από δύο περίπου χρόνια αγόρασε τα δισκοπωλεία Virgin. Έτσι, το παλιό Tower στο Piccadilly που έγινε Virgin και στη συνέχεια Zavvi, δεν υπάρχει πιά. Σε λίγες μέρες κλείνει και το ιστορικό δισκοπωλείο στη γωνία Oxford και Tottenham Court Road που είχαμε γνωρίσει ως Virgin Megastore. Στις τεράστιες βιτρίνες του, το μόνο που διαφημίζεται πια είναι το κλείσιμό του.
Tracey
Η Tracey Emin είναι μια μοναδική περίπτωση καλλιτέχνιδας για την Αγγλία. Κάνει αυτό που η ίδια ονομάζει αυτοβιογραφική τέχνη, μια τέχνη που σχετίζεται με την καθημερινότητά της. Έτσι, έχει εκθέσει αρκετές φορές το «κρεβάτι» της και ακόμη περισσότερες τις μικρές στιγμές της ζωής της. Κάθε Πέμπτη ο Independent φιλοξενεί σε μια στήλη ένα ξεχωριστό μικρό δικό της έκθεμα:
«Είμαι στην Ουγκάντα εδώ και πέντε μέρες. Ο καιρός έχει τρελαθεί...
Γιγάντιοι κροκόδειλοι πηδούν από την κοίτη και πλησιάζουν το μικρό μας πλεούμενο.
Ουρλιάζω καθώς οι ουρές τους μαστιγώνουν τα τοιχώματα της βάρκας.
Αποκαμωμένη κουλουριάζομαι και αποκοιμιέμαι πάνω σ’ ένα σωρό από σωσίβια.
Ξέρω ότι αυτός ήταν πάντα ο τρόπος που αντιμετώπιζα τον φόβο. Στην Ουγκάντα δεν υπάρχουν τουρίστες»...
Στο ποτάμι
Η βόλτα κάτω από τον Big Ben και προς την Tate είναι βροχερή. Με δυσκολία βλέπω τον τρούλο του Αγίου Παύλου μέσα στην ομίχλη. Υγρασία και κρύο.
Μερικοί πίνακες που προέρχονται από τη δεκαετία του ’80, μου θυμίζουν ότι η επιστροφή αυτής της δεκαετίας είναι πολύ έντονη στο Λονδίνο. Η επιλογή και η μεταφορά τους στα τέσσερα δωμάτια που αποτελούν το περιβάλλον μιας μικρής ξεχωριστής έκθεσης δεν σχετίζεται με την τεχνοτροπία αλλά με τους προβληματισμούς που τους δημιούργησαν. Και μοιάζει πραγματικά σαν να αναπτύχθηκε μέσα σ’ εκείνη τη δεκαετία μια κοινή προβληματική στις χώρες της Κεντρικής και της Βόρειας Ευρώπης.
Από την άλλη πλευρά, η αρκετά μεγάλη έκθεση Ροντσένκο και Ποπόβα με θέμα τον Κονστρουκτιβισμό μαζεύει πολύ κόσμο. Έχει τίτλο “Rodchenko And Popova: Defining Constructivism”, διαρκεί μέχρι τις 17 Μαΐου και περιλαμβάνει εξήντα έργα από τη συλλογή Κωστάκη. Με κύρια οπτική ότι η Τέχνη «κατασκευάζεται» (construct=κατασκευάζω) και με επιρροές από τον Φουτουρισμό και τον Κυβισμό, ο θεμελιωτής του Κονστρουκτιβισμού Βλαντίμιρ Τάτλιν και πολλοί ακόμη καλλιτέχνες, ανάμεσά τους ο Ροντσένκο και η Ποπόβα, δημιούργησαν αφηρημένα αριστουργήματα, που διέσωσε ο τότε οδηγός της ελληνικής πρεσβείας στη Μόσχα, Γεώργιος Κωστάκης.
Κοιτάζω ξανά και ξανά τους ίδιους πίνακες. Μένω για ώρα μπροστά στην αφίσα του Θωρηκτού Ποτέμκιν. (Στο Λονδίνο βραδιάζει νωρίς).
Control Barking και σεντουκιασμένοι φλώροι
Σε κάποιο από τα ένθετα της κυριακάτικης Sunday Telegraph υπάρχει διαφήμιση για ένα κολλάρο που εκπαιδεύει τους σκύλους να μη γαυγίζουν. Κάθε φορά που το ζώο γαυγίζει, το κολλάρο του υπενθυμίζει με υπέρηχους ότι πρέπει να κόψει την κακή αυτή συνήθεια. Η διαφήμιση επιμένει ότι ο τρόπος είναι ανώδυνος και ότι σε τρεις εβδομάδες οι ιδιοκτήτες του ζώου θα έχουν απαλλαγεί από τον τόσο ενοχλητικό αυτό θόρυβο.
Τη ώρα που προσπαθώ να αποφασίσω τρόπους τιμωρίας εκείνου που σκέφτηκε να κυκλοφορήσει κάτι τέτοιο, εκείνου που το διαφήμισε αλλά και εκείνων που πιθανά θα το αγόραζαν, σκέφτομαι ότι ο ανθρώπινος «πολιτισμός» έχει φερθεί πολύ απάνθρωπα στα ζώα εδώ και αρκετές χιλιάδες χρόνια. Και αμέσως έρχεται στο μυαλό μου το κείμενο που ανέβασε ο Ισίδωρος Παπαδάμου στο http://www.trixordo.com και αφορά τον καινούργιο του δίσκο «Σεντουκιασμένοι Φλώροι»: «Οι παθιασμένοι λάτρεις του κελαηδήματος των άγριων πουλιών ενίοτε καταφεύγουν σε σκληρές μεθόδους προκειμένου να ικανοποιήσουν την επιθυμία τους. Εφαρμόζουν για τα δύσκολα πουλιά, τα πιο άγρια, τα πιο ατίθασα, τη διαδικασία του σεντουκιάσματος. Ως πιο κατάλληλος για σεντούκιασμα συνήθως κρίνεται ο φλώρος (carduelis chloris). Τον κλείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μέσα σ’ένα σεντούκι στο απόλυτο σκοτάδι, στην απομόνωση. Εκεί το πουλί –αν καταφέρει να επιζήσει μετά από τέτοιο σοκ- αλλάζει φτέρωμα, μεταμορφώνεται και ημερεύει. Λησμονεί το παρελθόν του και προσαρμόζεται στη νέα πραγματικότητα. Τιθασεύεται, πειθαρχεί, υποτάσσεται. Κελαηδάει άφοβα, ανέμελα και παθητικά συμφιλιωμένο απόλυτα με αυτό που το ένστικτο του δίδαξε να φοβάται, τη στέρηση της ελευθερίας.
Με μια γρήγορη ματιά εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι η μέθοδος αυτή εφαρμόζεται και στους ανθρώπους ακούσια ή εκούσια, από την κοινωνία. Πολλοί άνθρωποι «σεντουκιασμένοι» κυκλοφορούν ανάμεσά μας· χωρίς αιδώ και ενοχή, πολλές φορές μάλιστα και με υπερηφάνεια κελαηδούν αυτό που τους δίδαξαν οι δεσμοφύλακές τους. Φθάνουν ακόμη και στο σημείο να το αγαπήσουν και να ταυτιστούν απόλυτα μαζί του».
ΑΘΗΝΑ
Οι κυριακάτικες εφημερίδες από το Σάββατο
Οι σαββατιάτικες και οι κυριακάτικες εφημερίδες του Λονδίνου είναι τεράστιες. Δεν υπάρχει αυτή η υπερπροσφορά cd και dvd αλλά κάθε εφημερίδα φιλοξενεί πολλά ένθετα, για τον πολιτισμό, για το βιβλίο, για τη μουσική, για το παιδί, για τον άνδρα, για τη γυναίκα, για τα πάντα.
Στη Γερμανία οι εφημερίδες δεν θέλουν να μεγαλώνουν ιδιαίτερα. Το πολύ-πολύ να προσθέσουν την Κυριακή ένα οκτασέλιδο αναλύσεων της διεθνούς πολιτικής.
Νομίζω ότι σε καμία χώρα του κόσμου δεν μπορείς όμως να αγοράσεις τις κυριακάτικες εφημερίδες από το βράδυ του Σαββάτου.
Σε μια υγρή ατμόσφαιρα επανένταξης, χωρίς πολύ κρύο, ανηφορίζω με τα πόδια από το σπίτι μέχρι την Ομόνοια. Είναι περίπου μεσάνυχτα και η πόλη έχει τη φασαρία που θα συναντούσα στις επτά το απόγευμα στο Λονδίνο και στις δύο το μεσημέρι στο Βερολίνο. Σε λίγο οι εφημερίδες θα βαραίνουν στα χέρια μου κι εγώ θα προσπαθώ να αναγνωρίσω από την αρχή τα χρώματα της πόλης που γεννήθηκα. Ύστερα θ’ αρχίσω ν’ ακούω τους δίσκους που έφερα. Μέχρι το επόμενο ταξίδι...
Παρασκευή, 26 Ιούνιος 2009
κι άλλα κείμενα (από το σεμινάριο λογοτεχνίας)
Ρόζα
παραλλαγές
ΕΚΕΙ
Ήρθε απροειδοποίητα. Σουρούπωνε κι εκείνη μόλις είχε τελειώσει το γράμμα της για εκείνον και είχε καταφέρει να πιεί ένα ακόμη ποτήρι πράσινο τσάι. Τον άκουσε που φώναζε τ’ όνομά της. Διστακτικά στην αρχή, όλο και πιο δυνατά στην πορεία. Νόμισε ότι τη γελούν τ’ αυτιά της και η ατελείωτη λαχτάρα της να τον συναντήσει, σε συνδυασμό με το κείμενο που του είχε μόλις γράψει. Η φωνή εκεί επέμενε. Βγαίνει στη βεράντα της και τον αντικρίζει να της γελά με το δικό του μοναδικό τρόπο που τόσο της είχε λείψει τους μήνες που είχε να τον δει. Μένει ακίνητη για λίγα δευτερόλεπτα και ξαφνικά ο ήλιος βγαίνει ξανά, το πρόσωπό της βγάζει φως, το χαμόγελό της πιο μεγάλο από ποτέ, η καρδιά της να χτυπά σε ρυθμό αλλόκοτο και η ψυχή της να είναι έτοιμη να παραδοθεί στα χέρια του. Στα επόμενα λεπτά βρίσκεται στην αγκαλιά του και νιώθει ότι αιωρείται μαζί του· της πιάνει το χέρι, και σα να το ήξερε την οδηγεί με σταθερά βήματα σ’ εκείνο το μέρος που με τόση λεπτομέρεια του είχε περιγράψει αμέτρητες φορές.
Σαν από τα όνειρά της βγαλμένο, έζησε αυτό που χρόνια παρακαλούσε να συμβεί. Δε χρειάστηκε να πει τίποτα. Ο μικρός αυτός άγγελος, ο άνθρωπός της, από την πρώτη στιγμή που τον συνάντησε, ήξερε πάντα εκ των προτέρων και επακριβώς τι έπρεπε να κάνει και πώς, ώστε κάθε φορά, κάθε σκέψη και επιθυμία της να γίνεται πραγματικότητα. Εκεί, αγκαλιά μέχρι να νυχτώσει για τα καλά και να αποκοιμηθεί στα χέρια του…
ΑΝΟΙΞΗ
Ο ήλιος άρχιζε να χάνεται και ο ουρανός είχε αποκτήσει αυτό το τόσο γνώριμο και αγαπημένο χρώμα που για έναν περίεργο λόγο, κάθε Μάη, θεωρούσε ότι ήταν πιο όμορφο από ποτέ. Ήταν το πρώτο απόγευμα που είχε αφήσει την μπαλκονόπορτα ανοιχτή. Η θερμοκρασία το επέτρεπε, η διάθεσή της ήταν ταξιδιάρικη κι ένιωθε ότι αν την έκλεινε, η άνοιξη θα της χτυπούσε επίμονα το τζάμι, με τους ήχους της καρδερίνας και του κότσυφα και τις μεθυστικές μυρωδιές των λουλουδιών, του φρέσκου αέρα, της φύσης ολόκληρης που ήταν στα καλύτερά της. Μαζί με την ανοιχτή μπαλκονόπορτα ήρθε στα απογεύματά της και το κρύο τσάι. Πράσινο κατά προτίμηση. Σε ποτήρι μεγάλο, με παγάκια πολλά… όχι τόσο για τη δροσιά τους, όσο για τον ήχο που κάνουν όταν κουνιέται το ποτήρι και την πλάκα που έχουν όταν ακουμπάν στα χείλη της.
Αφήνει το αγαπημένο της μολύβι στο χαρτί – μόνο με αυτό έγραφε τα γράμματά της για εκείνον – ακουμπά νωχελικά στην πλάτη της πολυθρόνας, κλείνει τα μάτια και νιώθει το τριανταφυλλένιο αεράκι να της χαϊδεύει το πρόσωπο. Παίρνει μια βαθιά ανάσα και τα πνευμόνια της γεμίζουν από αρώματα και αισιοδοξία… την ηρεμία της στιγμής τάραξε φαινομενικά μια φωνή. Η φωνή του… τ’ όνομά της… το γέλιο του, τα μάτια του, τα χέρια του ανοιχτά και έτοιμα να την κρατούν για μια ζωή.
Τούτο το σούρουπο, η άνοιξη ήταν για τα καλά παντού τριγύρω αλλά και μέσα τους. Ακολούθησαν το γεμάτο κίτρινα, κόκκινα, λευκά, πράσινα, μωβ χρώματα μονοπάτι και έφτασαν εκεί, στην άκρη της γης, στα σύνορά της με το γαλάζιο του ουρανού και το μπλε της θάλασσας. Σε απόλυτη αρμονία με όσα συνέβαιναν γύρω, το κελάηδισμα των πουλιών, τους ήχους και τα χρώματα των φυτών, την κίνηση του νερού, την υπόκλιση του ήλιου, το ξύπνημα των αστεριών, τα χάδια του αέρα, τα φιλιά της αλμύρας, έκλεισε τα μάτια και ταξίδεψε, ζώντας το όνειρό της μέσα στα χέρια του ανθρώπου που έφερε την άνοιξη στην ψυχή της ένα Νοέμβρη…
ΧΕΙΜΩΝΑΣ
Σε λίγο θα σωζόταν και το τελευταίο ξύλο. Έπρεπε να βάλει ένα ακόμη. Σε λίγο· μόλις γράψει την τελευταία σειρά του γράμματός της για εκείνον, πίνοντας παράλληλα την τελευταία γουλιά από το καυτό πράσινο τσάι που της κρατούσε συντροφιά και τη θεράπευε σιγά σιγά από το κρύωμα που την ταλαιπωρούσε όλο το Σαββατοκύριακο. Μπήκε και η τελευταία τελεία. Υπογραφή, φιλί, μια ανάσα προσμονής καθώς απλωνόταν στη ζεστή της πολυθρόνα και άφηνε την αγαπημένη της γαλάζια ζακέτα να την αγκαλιάζει καθώς την τύλιγε μέχρι τα παγωμένα της αυτιά… Ωχ… το ξύλο! Σηκώνεται αργά και κουρασμένα για να κατευθυνθεί στο σωρό με τα κούτσουρα – που ευτυχώς δεν είχαν βραχεί κατά τη διάρκεια της χθεσινής καταιγίδας. Καθώς ψάχνει στο ημίφως το μεγαλύτερο και σκέφτεται πόσο χαζή είναι που άφησε τη μπαλκονόπορτα ανοιχτή, ακούει ένα αυτοκίνητο να σταματάει στο δρόμο της, την πόρτα του να ανοίγει, να κλείνει δυνατά και τη φωνή του να σκίζει το δυνατό Βοριά και να φωνάζει με λαχτάρα το όνομά της. Αντιστέκεται στην ορμή του αέρα και καταφέρνει να πλησιάσει τα γεμάτα υγρασία κάγκελα. Ξαφνικά καλοκαίρι. Ήλιος παντού, ήλιος και ζεστασιά στην καρδιά της. Λίγα λεπτά αργότερα, βρίσκεται στα ζεστά του χέρια, αντικρίζει το παιδικό, γεμάτο χαρά βλέμμα του και το ειλικρινές χαμόγελό του. Κρύο, αέρας, υγρασία, η νύχτα να πλησιάζει αλλά αυτός να επιμένει… "Θέλω να πάμε εκεί. Εκεί που ονειρεύεσαι και αγαπάς. Έστω για λίγο".
Όχι μόνο δεν του αρνήθηκε, αλλά έκατσε εκεί μαζί του για ώρα πολλή. Δεν ένιωθε τη χαμηλή θερμοκρασία, δεν τη χτυπούσε με δύναμη ο αέρας, δεν ένιωθε την υγρασία να διαπερνά τα κόκκαλά της και την νύχτα να την τρομάζει. Έκλεισε τα μάτια και ονειρεύτηκε· με το όνειρό της να είναι εκεί και να τη ζεσταίνει με την ανάσα του.
ΧΑΛΑΡΟΣ
Καθισμένη χαλαρά στην αγαπημένη της καρέκλα, ήπιε την τελευταία λυτρωτική σταγόνα από το δροσερό τσάι που της κρατούσε συντροφιά όλη μέρα και έβαλε τελεία στο γράμμα της για εκείνον που με τόση επιμέλεια και στοργή ετοίμαζε δύο μέρες τώρα.
Ο ήλιος μόλις είχε δύσει… ήταν η ώρα της ημέρας που αγαπούσε πιο πολύ από όλες· ό,τι εποχή κι αν ήταν, όπου κι αν βρισκόταν. Ησυχία παντού. Ηρεμία παντού. Μια φωνή ακούστηκε. Η φωνή του… τ ’όνομά της… τρέχει ξυπόλητη στα δροσερά πλακάκια, βγαίνει στο μπαλκόνι της και βλέπει δυο μάτια αστέρια κι ένα χαμόγελο φωτεινό να την περιμένουν με λαχτάρα για να την οδηγήσουν εκεί ακριβώς που ήθελε. Εκεί που είχε ονειρευτεί ότι θα πάει μαζί του. Κάθισαν εκεί, δίπλα, σφιχτά, σαν ένα, με τη θάλασσα να απλώνεται παντού τριγύρω και την αγάπη να κατακλύζει όλη τους την ύπαρξη, ώσπου νύχτωσε κι εκείνη αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του, με το ανάλαφρο καλοκαιρινό αεράκι να τη νανουρίζει και το ζεστό του χέρι να της χαϊδεύει τα μαλλιά και να διώχνει μια για πάντα τις στενοχώριες και τις κακές της σκέψεις.
ΑΠΤΙΚΟΣ
Ακούμπησε την πορσελάνινη ζεστή κούπα στο ξύλινο ακατέργαστο τραπεζάκι που είχε μπροστά της και ένιωσε μια από τις ακίδες του να της γαργαλούν το μικρό της δάχτυλο. Στον αντίχειρά της έσταξε λίγο από το πράσινο τσάι που μόλις είχε τελειώσει και μετά λύπης της λέρωσε τον φάκελο που προοριζόταν να κλείσει μέσα του το γράμμα της. Χαρτί και φάκελος από το ίδιο ανακυκλωμένο χαρτί που παλιότερα ανατρίχιαζε στο άγγιγμά του αλλά πλέον το είχε συνηθίσει. Χαλαρώνει και ακουμπά στην πλάτη της παλιάς δερμάτινης πολυθρόνας, έχοντας τυλιγμένη στο κορμί της μια μακριά χοντρή ολόμαλλη ζακέτα που την τσιμπούσε στο λαιμό σε ανύποπτες στιγμές και την ενοχλούσε στιγμιαία. Σηκώνεται για να ξεπιαστεί και συνειδητοποιεί ότι το πάτωμα του σπιτιού της είναι πολύ πιο κρύο απ’ όσο μπορούσε να φανταστεί. Η χαμηλή θερμοκρασία διαπερνά με μεγάλη ευκολία τις καινούργιες βαμβακερές της κάλτσες και κάνει τα δάχτυλά της άκαμπτα. Παρατηρεί τα παγωμένα της χέρια και κατευθύνεται προς το παράθυρο… "Να κλείσω και το πατζούρι" σκέφτεται "κι ας είναι ακόμη νωρίς". Η ασφάλεια του παραθύρου της προβάλλει μια μικρή αντίσταση αλλά στο τέλος υποκύπτει. Πιάνει το – σαν παγάκι κρύο – πατζούρι και το σέρνει προς το μέρος της.
Την ησυχία της στιγμής διακόπτουν τέσσερεις ρόδες αυτοκινήτου, μια ζεστή από το ταξίδι μηχανή και μια βελούδινη φωνή· η φωνή του παραλήπτη του γράμματος. Μέσα σε δευτερόλεπτα, τα χέρια της έχουν γίνει ζεστά σαν αχνιστά φραντζολάκια, η ζακέτα της δεν την τσιμπάει πια, την χαϊδεύει και τα πόδια της νιώθει ότι πατούν σε καυτή καλοκαιρινή άμμο.
Αγγίζει τα απαλά του χείλη και τα δικά της, που πριν από λίγο ήταν μαραμένα και αφυδατωμένα, γίνονται στη στιγμή απαλά σα ροδοπέταλα. Το μάγουλό της νιώθει τη γλυκιά αγριάδα του προσώπου του, η μύτη της ακουμπά στην κρύα δική του, τα χέρια τους ενωμένα σα δυο κομμάτια του ίδιου πράγματος που επιτέλους κουμπώνουν στρωτά μεταξύ τους και τα βλέμματά τους πετούν σπίθες. Διασχίζουν το γεμάτο πέτρες και αγριόχορτα μονοπάτι. Κάποια απ’ αυτά τους σκίζουν τα από το κρύο ευαίσθητα άκρα τους, αλλά εκείνοι συνεχίζουν απτόητοι την πορεία τους προς το δικό της απαλό όνειρο. Κάθονται στη σκληρή και αφιλόξενη πέτρα, νιώθουν το υγρό άγριο έδαφος, τον αέρα να τους ξυρίζει το πρόσωπο, την αλμύρα της θάλασσας να τους τραβά το δέρμα, το κρύο να τους ανατριχιάζει πρωτόγνωρα και τη νύχτα που μόλις τους είχε ακουμπήσει, να τους φιλά για καληνύχτα.
Αφήνεται στη θερμή αγκαλιά του, στο τόσο οικείο και τρυφερό άγγιγμά του, νιώθει την καυτή του ανάσα να της ζεσταίνει το πρόσωπο και ταξιδεύει στο από ζάχαρη φτιαγμένο όνειρό της.
ΗΧΗΤΙΚΟ
Τελευταία τελεία στο γράμμα… τικ…
Τελευταία γουλιά από το πράσινο τσάι… γκλουκ…
Αεράκι να μπαίνει από τη χαραμάδα της μπαλκονόπορτας… φσσσσς…
Ένα αυτοκίνητο πλησιάζει και σταματά… γκρνγκ…
Η πόρτα του κλείνει… γντουπ…
Φωνάζει τα’ όνομά της… " Είσαι εκεί; Μ’ακούς;
Τρέχει προς το μέρος του… ταπ, ταπ, ταπ…
Τον αγκαλιάζει… αχ!
Τον φιλά… σματς!
Τα πουλιά κελαηδούν ασταμάτητα και πιο δυνατά από ποτέ … τρ,τρ… τρ,τρ…
Πιασμένοι χέρι χέρι… ααααχ!
… βρίσκονται καθισμένοι σ’εκείνη τη γνωστή πέτρα… με το κύμα να σκάει στα πόδια τους… πλαφ, πλαφ… και την καρδιά τους να χτυπά στους ρυθμούς της αγάπης τους… τικ τακ… ντουπ ντουπ… τικ τακ… ντουπ ντουπ…
Εκεί… ανάμεσα στο αχ και το πάντα… αποκοιμήθηκε στα χέρια του…ζζζζζζζζζζ…
μάρω
XΙΜΑΙΡΑ
Είναι τόσο απλό και έχει γίνει τόσο δύσκολο.Είναι τόσο δύσκολο και δεν μπορούμε να το καταφέρουμε;
Δεν το αφήνουμε όμως,θα το’χεις παρατηρήσει.
Υπάρχουν στιγμές που υποφέρω και το ξέρεις.Κάποιες άλλες,υποφέρεις εσύ και το νιώθω.
Εχουμε πιάσει ένα τεντωμένο σχοινί και τραβάμε γερά τις άκρες του.Δεν πέφτουμε.Γελάμε τις ματιές μας.
Νύχτα σε γνώρισα.Δεν υπήρξε διάθεση να μας συστήσουν.Δώσαμε τα χέρια,είπαμε ονόματα και τα μάτια μας
έλαμψαν.Τα χαμόγελα μικρά βεγγαλικά. Από τότε γελάω..
Θυμάσαι τι σου είχα γράψει; Είδες ποτέ πρόσωπο χαμογελαστό που ναναι άσχημο;Μ’αρέσεις όταν γελάς και
τρελλαίνομαι όταν με κάνεις να γελώ.
Με κοίταξες,χαμογέλασες και με αγκάλιασες. Περπατάω και ψάχνω το πρόσωπό σου.
Απορώ όταν ακούω τόσο συχνά το όνομά σου,που δεν ανήκει στα πολύ συνηθισμένα.
Μπορώ να περάσω μέσα από τοίχο,όταν χτυπάει το τηλέφωνο κι ακούγεται ο ιδιαίτερος ήχος.
Αντέχω να κάθομαι με τις ώρες να σε κοιτάω και να μη λέμε κουβέντα.
Θέλω να κάνω αρκετά πράγματα για σένα,να σου μάθω εμένα και να μπορώ για σένα.
Ξέρω ότι και εσύ μπορείς για μένα.Εχεις και μπορείς.Το είδα πολύ νωρίς γιαυτό και έμεινα.
Θα μείνω ως το τέλος.Μόνο που αυτό το τέλος δεν θα είναι για έναν.Θαναι για μας.
Αρχίζω και χαλαρώνω το σχοινί.Δεν θα σε αφήσω να πέσεις.Θα κάνω ένα βήμα πίσω.
Σε περιμένω να βρεθούμε στην ίδια ευθεία.Κανείς μπρός,κανείς πίσω.
Πίστεψέ με όμως,έρχονται ώρες που δεν το αντέχω όλο αυτό.
Πλησιάζουμε και φεύγουμε,σ’αυτή την ένθερμη αγάπη.Πονάει όλο αυτό.Και απορώ με μένα.
Που έφτασα ως εδώ,κι αν κουράστηκα ήταν για λίγο.Δεν το αφήνω στη τύχη του.Δεν θέλω να το αφήσω.
Δεν αφήνεις ούτε εσύ.Και τρελλαίνομαι…Κι αυτό το ένστικτο γαμώτο!
Ότι απέκτησα στη ζωή μου,και υπάρχει ακόμα είρθε μετά από μεγάλο αγώνα.
Εμεινε όμως μαζί μου.Εμψυχο η άψυχο..
Παλεύω με το σύνολο των έμφυτων ροπών.Απίστευτη μάχη.
Και βγαίνουν δυο χεράκια στο μέρος της καρδιάς και μου κάνουν το σήμα της νίκης.
Γιατί ο έρωτας να’ναι τόσο δύσκολος;Γιατί κανείς δεν μπορεί να το απαντήσει αυτό;
Αμέτρητες σκέψεις που ταράζονται επάνω σε χιλιάδες χτυπήματα της καρδιάς.
Ξέρω ότι σ’αρέσει να με διαβάζεις.Πλάθω με τη φαντασία μου,τη στιγμή που θα διαβάσεις αυτές τις γραμμές.
Εντελώς τυχαία.Εκείνα τα λεπτά που το σάλιο σου θαναι σε αντίθετη ώθηση με τον οισοφάγο σου.
Η καρδιά μου..λίγο πρίν το καρδιογράφημα.Θα σε κοιτώ μέχρι να συναντήσεις τα μάτια μου.
Χωρίς σύννεφα καπνού και τυχαία κυκλάκια στον αέρα.Κι αυτή θαναι η έκπληξη!
Μεταξύ μας,δεν θα μπορούσα να είμαι ένα δέμα που θαρθεις να παραλάβεις από κάποιο αεροδρόμιο.
Πές μου λοιπόν…γιατί ο έρωτας είναι τόσο δύσκολος κι εμείς οι δυο τον έχουμε κάνει δυσκολοδιάβατο;
Αν θυμάμαι καλά,κάποτε ήταν η ζωή μου έκπαγλη γιορτή που άνοιγαν όλες οι καρδιές και οι γιορτές κι όλα τα κρασιά κυλούσαν.Μια νύχτα πήρα την ομορφιά στα γόνατά μου τη βρήκα πικρή και τη βλαστήμησα.
Σαν να τη περίμενα κι απόψε..
Με κατάλαβε κι έδιωξε λίγο πιο νωρίς το φώς της μέρας.Ξέρει πια ότι δεν την αντέχω.
Φανερώνει τα πάντα.Ισως ακούει τα πάντα.Στεγνώνει τα δάκρυα στα μάγουλα μου,κι εγώ θέλω να το νιώθω εκεί.
Να κάνει λιμνούλες στα πόδια μου,να τσαλαβουτώ πάνω του και να καθρεφτίζω μέσα του πνιγμένες πίκρες,
πνιγμένους καυμούς.Εκείνη,μέσα στο σκοτάδι ατάραχη,ακούει υπομονετικά.
Αναβοσβήνει τα αστέρια στον ουρανό και με παροτρύνει να κάνω ευχές.Για ποιον,για τί και τι θα αλλάξει;
Κι αν κάνω,πέφτωντας το αστέρι την πάρει μαζί του και δεν μου την επιστρέψει ποτέ;
Αν κάποιος άλλος προλάβει τη δική μου την ευχή;Περιμένω εκείνο,που ένα χαζό στραβοπάτημα θα το κάνει
να πέσει επάνω μου.Τότε που θα νιώσω ανατριχίλα. Πάλι.
΄Εχω ξεχάσει πως αντιδρά το σώμα μου σε κάθε είδουςπρόκληση.Παραιτήθηκα.
Σε γκρί σύννεφα,μαύρα πέπλα απογοήτευσης οι ματιές μου ακολουθούν την αύρα της σκουρωπής θλίψης μου.
Δεν υπάρχει κάτι που να με ικανοποιεί.Ξύπναω,κοιμάμαι,δουλεύω,περπατάω,μιλάω που και που χαμογελώ
και ακούω τα πνευμόνια μου να ξεφυσούν όλο και πιο δυνατά.Γίνομαι ακόμη πιο μακρόπνοη..
Δεν είναι δυνατόν να έγινα εγώ έτσι.Να έφτασα τον εαυτό μου σε τέτοια απελπισία.
Εγινα εκείνη που ποτέ δεν ήθελα να είμαι.Που ποτέ δεν ήμουν στην ουσία.Κι όμως έγινα.
Εγώ που έκλαιγα από τα γέλια,που οι γύρω μου έλεγαν σταμάτα πια θα σπάσει το στομάχι μας.
Γέλαγα και χαιρόμουν.Δεν με αφορούσε τίποτα και νοιαζόμουν τα πάντα.Ερωτευόμουν δυνατά,μέσα στο δικό μου
θελκτικό κόσμο.Υπήρχαν κι άλλοι σ΄αυτόν τον όμορφο κόσμο.
Αγάπησα πολύ..κι αν δεν θές ν’ακούς τη λέξη αγάπη’νοιάστηκα,έδωσα.αγκάλιασα,πόνεσα,χτύπησα και
εισέπραξα πολλά από αυτά.Κάποια στιγμή,και όχι ως δια μαγείας αυτά σταμάτησαν.Πήραν τέλος.
Ψάχνω να βρώ τους υπαίτιους,που όλα τούτα τα πήρανε μαζί τους.
Ψάχνω να βρώ εκείνη,εσένα,τον άλλο,τον διπλανό μου,τη διπλανή του,τους λίγο πιο πέρα,τη λίγο πιο κάτω
τον λίγο πιο έξω..και ανακαλύπτω ότι έχω χάσει εμένα.Τι ψάχνω τους άλλους;
Μόνη μου δημιούργησα σε μένα,όλο αυτό που τώρα ξαφνικά ανακαλύπτω.
Ξύπνησα από το λήθαργό μου,ενώ τόσο καιρό κοίταγα σιωπηλά τα αστεράκια να κάνουν βουτιές στο κενό.
Δε μου φταίς εσύ,που τόσα χρόνια ενώ αντιλαμβανόμουν τι είσαι,σε άφηνα να περπατάς με βρώμικα πόδια
επάνω στο κεφάλι μου.
Ούτε εσύ φταίς,που πέρασαν οι μέρες φθάσαμε στους μήνες και δεν σου είπα ότι εδώ και άπειρα έτη
ένα και ένα κάνουν ακόμα δύο.
Αλλά κι εσύ δεν φταίς,που σε είχα συνηθίσει σε κάθε σου απαίτηση,φυσιολογική η παράλογη ανά πάσα
στιγμή και ώρα να είμαι εκεί.
Αποκλειστικά δική μου η ευθύνη.Φορεμένη επάνω μου.
΄Οχι γιατί είμαι ένας καλόψυχος και εξαιρετικός άνθρωπος.Γιατί έχασα εμένα..με έχασα και δεν με αντέχω.
Θα επανέλθω στα δικά μου επίπεδα.Εκείνα που βάδιζα.Τίποτα λιγότερο,τίποτα περισσότερο.
Στο μέτρο που η δική μου ψυχή μπορεί να αντέξει. Χωρίς την αίσθηση ότι περπατάω σε κινούμενη άμμο
Η οποία έμοιαζε να με καταπίνει.
Αισθάνομαι ιδιαίτερα ευτυχισμένη για τα προνόμια που έχουν δοθεί στους ανθρώπους.
Να αντιλαμβανόμαστε τη στιγμή που είναι ο χρόνος για εμάς..και για τους άλλους ενίοτε!
Τα λάθη είναι δικά μας.Οι στιγμές πάλι δικές μας είναι.Η κατάργηση ανήκει σε όλους.
Το μεγαλείο της ψυχής μας ,είναι μοναδικός μηχανισμός.
Σε σένα που μου τηλεφώνησες όταν έγραφα αυτές τις γραμμές και ήσουν ταραγμένη.
Απλόχερα όλα τα παραπάνω.
Σε σας που τώρα με ακούτε και λίγες μέρες μετά ίσως να μην ειδωθούμε ξανά…
Ξημερώματα,μισοξαπλωμένη στο κρεβάτι μου,κι ένα κερί αργοκαίει.Παράθυρα διάπλατα.
Στη συντροφιά μου,τα βατραχάκια από το ποτάμι.Ενα τριζόνι,ένας γρύλος ..ελάχιστα ξάγρυπνα πουλιά
συνθέτουν τη τέλεια ορχήστρα.
Αύριο δεν θα είμαι στην ίδια θέση.Δεν έχει σημασία που θα βρίσκομαι.
Σημαντικό θα’ναι,αν έστω και λίγο μπόρεσα να σας μεταφέρω την ατμόσφαιρα.
Όταν θα βρεθώ πάλι εδώ,ίσως μοιραστώ τούτο το σκηνικό με καλή παρέα,η μια όμορφη αγκαλιά.
Με χαμόγελα,χαλαρή διάθεση,κρασάκι να κυλάει στα ποτήρια κι ορθάνοιχτες καρδιές..με αλήθεια!
Το κερί έσβησε.Η νύχτα μυρίζει γιασεμί..Ελαφρύ θρόισμα φύλλων.
Χρυσές λεπτές γραμμές διαγράφονται στο μαύρο ουρανό.Είναι η ώρα που τα αστέρια κάνουν βουτιές.
Ελαφρύ γλυκό χαμόγελο και μάτια που κλείνουν…!!!
παραλλαγές
1.
Τεταρτος οροφος,με θεα την Ακροπολη και ενα ολογιομο φεγγαρι πανω απο τους δρομους
της Αθηνας. Η Στελα,η Ιωαννα,η Μαρω και η Δημητρα καθονται στο ξυλινο σκονισμενο
τραπεζι,στις γεματες ακιδες σανιδες και περιμενουν την υπολοιπη παρεα.
Ωρα για παρτι. επιμαχο το θεμα της κουβεντας…αντρες!
Μας λειπει η Γιωτα,η οποια δεν καταφερε ναρθει τελικα.Ηρθε ομως ο Χρηστος και μετα ο
Παναγιωτης. Αυτο που δεν εφευγε με τιποτα,ηταν η μουσικη.Τραγικη!
Απο τις γυναικες στους αντρες,απο τα σεμιναρια στη ζωη,απο παιδια μεγαλοι κι απο
μεγαλοι παιδια. Πιναμε τα ποτακια μας,οσα δεν ειχαν σταχτη μεσα και καταφεραμε ομορφα ναρθουμε πιο κοντα.
Ο Χρηστος ηθελε να χορεψει. Προσπαθησε με τη Στελα αλλα
οχι για πολυ. Ο Γιωργος δεν ηρθε ποτε..τουλαχιστον να μας Ωραιος χωρος η
ωραια θεα…μας εμεινε και μια απορια: Αυτη η σιδερενια μαζα απεναντι μας,σε τι αποσκοπει;
2.
Αναμεσα σε μηνυματα και τηλεφωνα,κανονισαμε ενα βραδυ να παμε σένα ανοιξιατικο παρτι στο κεντρο της πολης.
Μια τετραδα γυναικων μαζευτηκε πρωτη,κανανε αναγνωριση
χωρου ωσπου αρχισαν να ερχονται και οι υπολοιποι σιγα σιγα.Δεν μπορεσαν ναρθουν ολοι.
Καποιοι μας ειπανε γιατι,καποιους αλλους τους περιμενουμε να απαντησουν.
Καθισμενοι σε υποτυπωδη τραπεζι, πιναμε και κουβεντιαζαμε τα δικα μας
κοιτωντας τη πανσεληνο που απειλητικα οργωνε τον ουρανο. Καπως ετσι γλυτωσαμε να
κοιταμε στην ευθεια,εκεινη την αμορφη σιδηροκατασκευη μα δεν γλυτωσαμε οσο κι αν
προσπαθησαμε τη κακογουστη μουσικη. Καποιοι το χαρηκαν και χορεψανε.
Ας ειναι καλα.Ηπιαμε στην υγεια τους..
3.
Ανοιγει η πορτα και μπαινουμε στο χωρο της μαζωξης.
-Γεια σου Γιαννη,η μουσικουλα δεν χαμηλωνει;
-Γεια σου και σενα.Οχι βεβαια,προχωρα!
Προχωρησαμε οι φιλεναδες και πιασαμε μπαλκονι. Απεναντι η Ακροπολη,απο πανω το φεγγαρι,
απο κατω η κινηση της Αθηνας. Πιασαμε στασιδι. Πηραμε ποτα.
Σανιδες,παγκος,σκονη.Αρχιζει η κουβεντα. Η γνωστη των γυναικων..
Καποιοι τη γλυτωσαν και δεν ηρθαν. Εφθασαν και οι τελευταιοι. Ποτα τσιγαρα σταχτες
μπλα μπλα.Ειρθε η ωρα του χορου. Ποιου χορου; Εισαι τρελος. Σηκωθηκε η μια κι οπως
πηγε ηρθε. Αυτο το σιδερενιο πραγμα,τι ειναι απεναντι;
Μη το κοιτας,μια αηδια ειναι. Ισως ειναι parking..
4.
-Δεν μ’αρεσει κανενας!
-Εγω ειμαι με καποιον..Ειμαι δεν ειμαι;
-Να σας πω για εναν τυπο της διωξης αλλοδαπων που μου την επεσε;
-Το φεγγαρι που ειναι γιατι δεν φαινεται;
-Αν σηκωθεις θα το δεις.
–Ναι,καλα..
-Βλεπεις την Ακροπολη;
-Οχι βλεπω μια εκκλησια.
-Το αστεροσκοπειο ειναι.
-Το ξερω.
-Εχει γινει το καλσον μου απ’τις σανιδες μαυρο χαλι.
-Εγω που δεν φοραω κιολας..
-Θα ξερασω μ’αυτη τη μουσικη. Ειναι αηδια.
-.Ας επαιζε latin. Πας για ποτο;
-Ναι,να σου φερω;
-Καλε αυτο με τα σιδερα τι ειναι; Οι γερανοι;
-Παμε να χορεψουμε;
-Τι να χορεψω με το μπουμπουκιασμενο φουστανακι.Νυσταζω!
-Εισαι καλα που θα πιεις αυτο με τη σταχτη;
-Αποκλειεται ναρθει. Μηπως πιο αργα;
-Εγω τον εχω για ξενυχτη.
-Μπα πιο χαλαρο τον εχω εγω και οχι για τετοιες συγκεντρωσεις.
-Δεν ξερω αν ειναι γλυκο η ξηρο το κρασι.
-Να σου παρω ενα τσιγαρο;
-Η αλλη στελνει μηνυμα να μαθει πως περναμε..
5.
Βραδυ Σαββατου,με την ομορφη εικονα της Ακροπολης και μια πανσεληνο που χωρις να
το θελει φωτιζει τα κακως κειμενα της πολης.
Κανουμε πως δεν τα βλεπουμε κι αφηνουμε τους εαυτους μας ελευθερους στην παρεα.
Δεν καταφεραμε να βρεθουμε ολοι μαζι. Καποιοι μας λειπουν,σε καποιους αλλους δεν
λειπουμε εμεις. Μεταξυ ποτου,καπνου και μουσικης που δεν ειναι για ολων τα γουστα
κουβεντιαζουμε τις σκεψεις μας,τα θελω μας..εμας!
Αναλυουμε και οτι δεν αναλυεται ισως,σκεφτομαστε,γελαμε..θελουμε να μαθουμε ο ενας τον αλλο.
Ειναι η ωρα του χορου για καποιους. Οι υπολοιποι στη κουβεντα.
ενας ενας,δυο δυο, η παρεα πηρε τελος και ευχηθηκαμε στα καλυτερα
6.
Τεσσερις αιθεριες υπαρξεις συναντιουνται για να ομορφυνουν ακομα περισσοτερο τη βραδια τους.
Οι δυο μαυροντυμενες ,η μια λουλουδιασμενη,η αλλη με το ενα ποδι στην
ανοιξη. Πισω μας η Ακροπολη.Το φεγγαρι εχει παρει φορα,να αποτελειωσει οποιον εχει
σεληνιαστει. Καπου παραπερα,κατι αθλια σιδερενια σπιρτοκουτα.
Εφτασαν κι αλλοι δυο που περιμεναμε. Ποτο εδω,ποτο εκει και σταχτη παραπερα..
Πες ο ενας,πες ο αλλος κουνιουνται οι σανιδες,κρατησου απτο τραπεζι.
Οι αλλοι μας την εκαναν.Το ενα προσωπο ενημερωσε.
Το αλλο,το μαυροντυμενο την εκανε με ελαφρα..
Μας αφησε να κοπανιομαστε στην εξαιρετικη’ για οσους δεν εχουν ακοη,μουσικη!
Τα ειπαμε,ισως συμφωνησαμε κι αν διαφωνησαμε θα στρωσουμε ξανα το τραπεζι…
ΣΑΣ ΓΡΑΦΩ ΑΠΟ ΕΝΑ ΤΟΠΟ ΜΑΚΡΙΝΟΟΟΟΟ
Φύσαγε πολύ εκείνη τη μέρα.Είμουν πίσω από το τζάμι και κοίταγα έξω.
Πίστευα ότι θα βρέξει,αν κι ουρανός δεν έδειχνε τα σημάδια του.Ανοιξα το παράθυρο και βγήκα στο μπαλκόνι.
Ο αέρας και η μανία του.Εκατοντάδες φύλλα σε φόντο μικροσκοπικών κομματιών χώματος.
Γυρίζω πλάτη σ’όλο αυτό μα σκοπό να γλυτώσω τα μάτια μου από αυτή την ταλαιπωρία.
Πάνω στον ώμο μου,έχει ξαποστάσει ένα φύλλο.
-Εσύ τώρα,τι κάνεις εδώ;
-Σκέφτηκα να σε πάρω να πάμε μια βόλτα.Θέλεις;
Δεν πρόλαβα να σκεφτώ,ούτε να απαντήσω.Είχαμε ήδη ξεκινήσει..Συγκλονιστικό,μαγικό.
-Που πάμε;
-Μη μιλάς.Απόλαυσε τη διαδρομή.
Δεν ήξερα που να κοιτάξω.Ηταν τόσο περίεργα όλα.Μπορούσα να ξεχωρίσω σχεδόν τα πάντα.Βλέπω θάλασσα.
Ηρεμη θάλασσα.Εδώ δεν έχει έρθει ακόμα ο άνεμος.
Εκεί κοντά μια παιδική κατασκήνωση.Παιδιά,πολλά παιδιά,μαμάδες μπαμπάδες και σχεδόν ολόκληρος ο εξοπλισμός του σπιτιού τους,Μα καλά,πόσο καιρό κάθονται τα παιδιά στις κατασκηνώσεις;
Ενας μεγάλος δρόμος..πολλά αυτοκίνητα,μεγάλες ταχύτητες και νεύρα πολλά νεύρα.Τι καταλαβαίνουν και θυμόμουν,κορνάρουν..αφού κάθε μέρα τα ίδια και τα ίδια.
Α..εδώ είναι ωραία.Ψηλά δέντρα,ησυχία.Πως να μην έχει ησυχία.Μνήματα βλέπω.
-Για κατέβα λίγο προς τα κάτω.
-Που πάτε εσείς;
-Μια βόλτα.Εσύ ποιος είσαι;
-Είμαι μια ψυχή.Εκείνοι εκεί κάτω,κλαίνε για μένα και πραγματικά δεν καταλαβαίνω το λόγο.
Προσπαθώ να επικοινωνήσω μαζί τους αλλά μάταια.
Αφήσαμε τη ματαιότητα και κείνη τη ψυχή γεμάτη απορία. Βουβή πορεία για αρκετή ώρα.
Το μυαλό μου τρέχει πιο πολύ από τούτη τη βόλτα.Η σκέψη κόβει ταχύτητα.
Ακούω φωνές πάλι.Χαρούμενες,Κάποια κλάματα.Κόσμος πολύς.Δυό δυό,τρείς τρείς,ένας.Ενταση υπάρχει.
Ενα μεγάλο σχολείο.Περίοδος εξετάσεων.Παιδιά αμήχανα.Γονείς που έχουν χάσει τη γή κάτω από τα πόδια τους. Γκρεμίστηκαν τα όνειρά τους.Εμείς όπου φύγει φύγει.Απλά χαμογελάσαμε τη κενοδοξία τους.Φτάσαμε και στα ωραία.Σε μιά αμπελοφυτεία.Χιλιάδες τσαμπιά,λογής λογής σταφύλια.Πόσο θα’θελα να είχα ένα τέτοιο κτήμα.
Κρασί,γλυκό κουταλιού,να μαδάω ρόγα ρόγα..
Μετά το πλούσιο σε παραγωγή κτήμα,μπροστά μου απλώνεται μια όμορφη πυκνοφυτεμένη πλαγιά.Μια μαγεία.
Παίρνω πίσω αυτό που είπα.Η μαγεία κρατά λίγο.Ενα τεράστιο λευκό πανό γράφει «ΠΡΟΣΕΧΩΣ ΜΕΖΟΝΕΤΕΣ». Κι ένας αριθμός τηλεφώνου,Περιμένει τον αέρα..Απελπισία.
Σκέφτομαι ότι έχει αρχίσει να χάνεται η μέρα.Εχει μείνει λίγη ώρα που ο ήλιος θα παραδοθεί πίσω από τα βουνά, κι έχω συναντήσει μια εκπληκτική χρωματοπυξίδα.Ενα όνειρο το παιχνίδισμα των χρωμάτων της μέρας προς τη νύχτα.
Η διαδρομή μας είναι πάνω από την εθνική οδό.Κοντά στα διόδια.Εχει αναποδογυρίσει μια νταλίκα και τόνοι πορτοκαλιών,αφήνουν ακάλυπτα ελάχιστα γκρι κομμάτια της ασφάλτου.
Αναρωτιέμαι γιατί πληρώνουμε διόδια;Γιατί πληρώνουμε το θανατό μας;
Απάντηση δεν παίρνω.Αφήνομαι στο σύθαμπο ταξίδι μετά το ηλιοβασίλεμα.
Φώτα,φωτάκια,λάμπες,λαμπάκια στους δρόμους στα σπίτια στα αυτοκίνητα.Η νύχτα ντύθηκε..
Αρχίζω να βλέπω πολύ κοντινά μου όλα αυτά,η ιδέα μου είναι;
Ψάχνω το φύλλο και δεν είναι πουθενά.Ούτε στον ώμο μου,ούτε γύρω μου.Εχω προσγειωθεί χωρίς να το καταλάβω και πατάω μάρμαρα.Οχι,δεν είναι του Παρθενώνα.Είμαι στο κέντρο της Αθήνας.
Στροφή γύρω από τον εαυτό μου. ΔΗΜΑΡΧΕΙΟΝ.
Οταν κοιτάς από ψηλά,μοιάζει η γή με ζωγραφιά.Οταν αντικρίζεις στην ίδια ευθεία,σε απόσταση αναπνοής..
εκτός από μαύρο τι άλλο μπορείς να χρησιμοποίησεις;
Σώματα διπλωμένα,σώματα πονεμένα,δέρματα καρφωμένα,σκόνη διαλυμένη,πληγές ανοιχτές,ψυχές με κηλίδες
Μειονότητα,μειονεξία,Νιγηριανά σώματα που περιμένουν να πληρωθούν τον έρωτά τους.
Ντρέπομαι που πατάω στα μάρμαρα.Θα’θελα να πάρω ένα κομπρεσέρ,να τα σπάσω και να αφήσω το τσιμέντο. Να ταιριάζει στην ατμόσφαιρα,στην οδύνη.Της θλίψης,του πόνου,της απογοήτευσης.
Του άσπρου αίσχους τους…
Φεύγω πρίν ξημερώσει. Θέλω να βρώ ένα φύλλο και να γράψω επάνω του.
Απροκάλυπτα!!
Καλημέρα…
χαρά
Τριλογία
Αυτοπροσδιορισμοί…
i. Ομοιώματα Αθωότητας
Αλεξάνδρα και Ηλίας. Δυο παιδιά, δυο ευτυχισμένα παιδιά, εκφραστικά και χαρούμενα, που ξεχείλιζαν από ενέργεια. Τα προσωπάκια τους έχουν χαραχθεί ανεξίτηλα στη μεσήλικη μνήμη της. Ήταν οι σταθεροί σύντροφοι των πρώτων παιδικών της χρόνων.
Η Αλεξάνδρα, ως πρωτότοκη, υπέστη τα μεγαλύτερα ζόρια. Ευτραφής και χαριτωμένη, με ροδαλά μάγουλα, καστανόξανθα, μακριά μαλλιά και σαρδόνιο χαμόγελο, έτοιμο για σκανταλιά. Στεκόταν απέναντί της, με αυτή τη μόνιμη πονηρή έκφραση, που την προκαλούσε να τη φροντίσει, να τη νανουρίσει, να τη βασανίσει ή να την μαλώσει, ανάλογα με τη διάθεση της στιγμής. Την έντυνε, την έγδυνε, την έλουζε, την έπλενε, γεμίζοντας τον τόπο σαπουνάδες, τη χτένιζε ακούραστα, μέχρι που την κάτσιασε για τα καλά, ώσπου δεν απέμεινε, παρά μια τρίχα όλη και όλη. Η Αλεξάνδρα ανεχόταν καρτερικά την τυραννία που της επέβαλε, λες και καταλάβαινε ότι, όφειλε να το επιτρέπει…
Λίγο αργότερα, στην κοριτσίστικη ζωή εισέβαλε ο Ηλίας, μέσα σ’ ένα όμορφο, πράσινο, μεγάλο κουτί, τυλιγμένο με μια εντυπωσιακή κόκκινη κορδέλα. Το κουτί είχε το ίδιο χρώμα με τα ρούχα του, που –προς μεγάλη του ευτυχία- δεν έβγαιναν. Ήταν ένας ξανθός, χαμογελαστός κοντοπίθαρος, με ένα φασαριόζικο καπελάκι, που δέχθηκε όλη της τη μανία, αφού ήταν το μόνο πράγμα επάνω του, που μπορούσε να μετακινηθεί. Κάποια φορά, ο Ηλίας την λαχτάρησε απίστευτα. Κόντεψε να πνιγεί στη λιμνούλα του Ζαππείου, πάνω στην ερωτοτροπία του με έναν κύκνο. Το κοριτσάκι αγχώθηκε υπερβολικά. Τότε, δεν ήξερε γιατί… Ευτυχώς. Τον έσωσε ο παππούς της και από τότε, η μικρή δεν τόλμησε να ξαναπαίξει με τη ζωή του. Φεύγοντας από το Ζάππειο, αφηγήθηκε όλη την ιστορία του παρ’ ολίγον θανάτου του στον οδηγό ταξί που τους παρέλαβε, ο οποίος μάταια προσπάθησε να την καθησυχάσει…
Δεν άργησε να τους κάνει πρωταγωνιστές στην καθημερινότητα, μέλη της οικογένειας, καθρέφτες της. Έπλαθε ατελείωτες ιστορίες, σε συνέχειες, σε διάλογο με τη νονά της, ζωντανεύοντας ό,τι ένιωθε, ό,τι ονειρευόταν ή απεχθανόταν.
Κάποτε, χάθηκαν μυστηριωδώς. Παραχώρησαν διακριτικά τη θέση τους στη νέα πραγματικότητα, παρατηρώντας τη δράση της ακίνητοι, χωμένοι βαθιά σε κάποια κούτα, με ένα σωρό άχρηστα βάρη επάνω τους.
Ξεπροβάλλουν από καιρό σε καιρό και της θυμίζουν να ζει με εκείνη την αθωότητα, την ωθούν να μην ξεχνά θαμμένη εκεί μέσα την παιδικότητά της…
ii. Εικόνες Εαυτού
Αστροναύτης, Πιλότος, Φωτογράφος, Πολιτικός, Συγγραφέας… Διάφορες εικόνες, διαδοχικές επιθυμίες, που δεν αντικατοπτρίζουν, παρά διαφορετικές στιγμές εξέλιξης, διάφορες φάσεις συναισθηματικής ανάπτυξης.
Πρώτη φορά αναρωτιέμαι, εάν υπάρχει κάτι κοινό σε όλα αυτά που ονειρεύτηκες κάποτε να κάνεις, αλλά και σε αυτό που επέλεξες να ασκήσεις, ως επάγγελμα.
Δηλώνει, άραγε, Κάτι, αυτό που κάνουμε, σε σχέση με αυτό που είμαστε, αυτό που κουβαλάμε μέσα μας;
Πόσο ελεύθερη επιλογή είναι το επάγγελμα;
Οι απαντήσεις ίσως ποικίλουν. Οι επιλογές, πάντως, δείχνουν. Δηλώνουν ανάγκες, επιθυμίες, προσδοκίες – συνειδητές ή ασυνείδητες. Όλοι την έχουμε αυτή τη γνώση. Όλοι καλούμαστε να αποφασίσουμε για τα εφόδια της επαγγελματικής ζωής, σε ηλικία ακατάλληλη. Τότε που ελάχιστα γνωρίζουμε για τον εαυτό μας και η εσωτερική φωνή συχνά καθοδηγείται από τις εικόνες του περιβάλλοντος, εικόνες που γίνονται δικές μας, χωρίς να είναι, καθορίζουν τη ζωή μας, χωρίς στην πραγματικότητα να μας εκφράζουν.
Τυχεροί, όσοι αποφασίζουν ελεύθερα, αν σκεφθούμε, πόσες ζωές παραμένουν άνυδρες, άχρωμες, εξαιτίας άστοχων επιρροών.
Τώρα το βλέπεις. Ξεκάθαρα. Όσα κατά καιρούς επιθύμησες, απεικονίζουν όσα είχες μέσα σου, όσα εξακολουθούν να σε συνοδεύουν σήμερα, προσαρμοσμένα πλέον στις συνθήκες που διαμόρφωσε το τυχαίο.
Είναι αυτά που ονειρευόμαστε να γίνουμε, κομμάτια του εαυτού μας; Εμφανίζονται, αναλόγως των συνθηκών και ύστερα χάνονται κάπου βαθιά μέσα μας;
Ταξίδι στ’ αστέρια, στο άπιαστο, στο άπειρο, στο όνειρο, πόσα ακόμη παιδιά επηρέασε η εποχή της απόβασης στη Σελήνη…
Πέταγμα στον ουρανό, «όταν κοιτάς από ψηλά, μοιάζει η γη με ζωγραφιά…», ελευθερία, ομορφιά, απόλαυση, για πολύ καιρό αναρωτιόσουν ασταμάτητα, πώς θα μάθεις να πιλοτάρεις!
Αγαπημένα Πρόσωπα, Όμορφες Στιγμές, στην εφηβεία σου και αρκετά αργότερα, διαρκώς επεδίωκες να τα αιχμαλωτίζεις στη φωτογραφική σου μηχανή, θαρρείς και έτσι, δεν θα σου έφευγαν ποτέ…
Αναζητήσεις γύρω από τα συλλογικά, περιέργεια για την ελληνική και την ευρύτερη, διεθνή κοινωνία και επικοινωνία, μια έλξη για εξερεύνηση και επαφή με άλλους ανθρώπους και πολιτισμούς, σε ώθησαν αβίαστα σε αντίστοιχα μονοπάτια γνώσης.
Αποτύπωση στο χαρτί, κάθε συναισθηματικής χίμαιρας, από μικρό κορίτσι και όμως, καθόλου δεν σκεφτόσουν να γίνεις συγγραφέας.
Μια αέναη διαδρομή, σε διαδοχικές φάσεις, που σε οδηγεί να συνθέτεις όλες τις πλευρές, για να γίνεις Ακέραιος, Ολόκληρος, Άνθρωπος…
iii. Όχημα Ζωής
27 Ιανουαρίου 1983. Η ημερομηνία που απέκτησε το δίπλωμα οδήγησης. Πριν καλά-καλά κλείσει τα 19 της χρόνια. Έμαθε τα απαραίτητα με τον δάσκαλο, δίσταζε όμως να ξεχυθεί στην άσφαλτο, με το τιμόνι στα χέρια. Το αυτοκίνητο του πατέρα της ήταν μεγάλο, δυσκίνητο και αρχαίο, με τις ταχύτητες επάνω, δίπλα στο τιμόνι, εκείνη είχε διδαχθεί σε μικρό, ευέλικτο και σύγχρονο μοντέλο και αυτό την προβλημάτιζε. Πώς θα συνήθιζε; Θα τα έβγαζε πέρα με τη «μαούνα»;
Ο πατέρας της, πάλι, ευχαριστημένος, φαινόταν να διασκεδάζει με τις ανησυχίες της και την ωθούσε να δοκιμάσει, ενθαρρύνοντάς την διαρκώς. «Δεν σε φοβάμαι καθόλου», τη διαβεβαίωνε και συμπλήρωνε: «Άσε που, άμα μάθεις με αυτό το αμάξι, όλα τα άλλα θα σου φαίνονται παιχνιδάκι».
Όταν θα το διαπίστωνε, εκείνος θα είχε φύγει από τη ζωή. Δεν θα μπορούσε πια να του ομολογήσει, πόσο δίκιο είχε…
Σύντομα, χάρη στην επίμονη άρνησή του να τη συνοδεύει, έστω στις πρώτες απόπειρες, ξεπέρασε τους φόβους της και κίνησε να οργώνει την πόλη, άλλοτε μόνη, άλλοτε με τους φίλους της και πάντως, απολύτως κυρίαρχη πλέον.
Απολάμβανε ιδιαίτερα την εντύπωση που προκαλούσε στους γύρω της, τόσο νέα εκείνη, μέσα σε αυτό το παλιό, αλλά γοητευτικό αμάξι, της δεκαετίας του ‘50. Είχε χρώμα γαλάζιο μεταλλικό, έλαμπε και προσέλκυε τα βλέμματα, φροντισμένο και κομψό καθώς ήταν πάντα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που αναρωτήθηκε, αν οι ματιές στον δρόμο, αφορούσαν εκείνη ή το αυτοκίνητο…
Ύστερα από μερικά χρόνια, άρχισαν τα προβλήματα. Τη μια κόλλαγε η πόρτα, την άλλη το παράθυρο, τα ανταλλακτικά έπρεπε πλέον να παραγγέλνονται από το εξωτερικό, καύσιμα χρειάζονταν συνεχώς και κόστιζαν πολύ και το χειρότερο: δεν μπορούσε πια να το εμπιστευτεί, αφού συχνά αναγκαζόταν να παλεύει να το βάλει μπρος, σε απίθανα μέρη και απίθανες ώρες, τροφοδοτώντας έτσι την παρέα με ατελείωτες αστείες ιστορίες.
Μόλις είχε τελειώσει τις σπουδές, έψαχνε ακόμη για δουλειά και βρέθηκε εμπρός σε ένα μεγάλο δίλημμα. Οικονομικά δεν άντεχε να το διατηρήσει, Συναισθηματικά δεν άντεχε να απαλλαγεί… και εκείνος δεν ήταν πια εκεί να την βγάλει από τη δύσκολη θέση. Οι φίλοι την ωθούσαν να το αντιμετωπίσει «ρεαλιστικά», η οικογένεια είχε μια περίεργη, σιωπηλή, σχεδόν ενοχοποιητική στάση, που την δυσκόλευε ακόμη περισσότερο. Δεν ήξερε, τι να κάνει. Έπρεπε να αποφασίσει και μάλιστα σύντομα, αν ήθελε να επωφεληθεί αποτελεσματικά από τα πρόσφατα μέτρα της Πολιτείας. Υπήρχε μια ενδιαφέρουσα προσφορά, για πώληση σε καλή τιμή, ως αντίκα. Ο υποψήφιος θα το προωθούσε στη Γερμανία για διαφημιστική χρήση και πλήρωνε μετρητοίς. Έμεινε αρκετές νύχτες άγρυπνη, προσπαθώντας να ισορροπήσει την καρδιά με τη λογική, μα ένιωθε όλο και χειρότερα. Τι, δηλαδή; Είχαν τιμή τα αισθήματά της; Όσο μεγάλο ήταν το ποσό, τόσο μεγάλωνε η ενοχή της…
Όμως, κάτι την έσπρωχνε να προχωρήσει. Ήταν βεβαία. Αν είχε χρήματα, δεν θα έδιωχνε ποτέ αυτό το αμάξι, όσο και αν τη ζημίωνε. Αλλά, αφού οι συνθήκες το επέβαλαν, έπρεπε να ξεκολλήσει από το παρελθόν και να κάνει το βήμα.
Την ημέρα της πώλησης, λίγο πριν την άφιξη του αγοραστή στο σπίτι, βάλθηκε να το φωτογραφίζει. Ένα ολόκληρο φιλμ τράβηξε. Εκείνο να ποζάρει πάντα γυαλιστερό, εκείνη άχρωμη και θλιμμένη. Μόλις τελείωσε με τις φωτογραφίες, έκανε μια βόλτα στο τετράγωνο, μήπως και γλιτώσει τα δάκρυα. Όταν έστριψε στη γωνία, ξέσπασε σε αναφιλητά. Ξαφνιάστηκε. Τέτοιος σπαραγμός για ένα μάτσο λαμαρίνες; Όχι. Δεν είχε μάθει έτσι. Εκείνη, πάντα και μόνο οι άνθρωποι και τα αισθήματα την ενδιέφεραν…
Μα, Ναι, αυτό ακριβώς ήταν. Ένα κομμάτι της ψυχής της. Ταυτισμένο με τον πατέρα της, με την ιστορία της οικογένειάς της, με τα παιδικά της χρόνια, με τα πρώτα της ενήλικα βήματα, με χαρές και λύπες και ταξίδια σε διάφορα λιμάνια αγωνίας και ελπίδας.
Τώρα, ήταν καιρός να εγκαταλείψει το τιμόνι του και να οδηγήσει αποφασιστικά τη ζωή της.
Το καινούργιο αμάξι που αγόρασε της φάνηκε πράγματι «παιχνιδάκι». Η ζωή πάλι, της επεφύλασσε πολλά παιχνίδια, που της θύμιζαν διαρκώς, να οδηγεί πιο άφοβα, ώστε να φθάνει κάθε φορά στον προορισμό της…
Χίμαιρα
Την παρατηρώ να βαδίζει. Με αργά, βαριά βήματα, να αφήνει ίχνη γερά, βαθιά στη γη. Περισσότερο κοντοστέκεται, παρά περπατά. Πάντα σκεπτική. Χωρίς παιχνιδίσματα. Χωρίς περιστροφές. Θαρρείς και η ελαφρότητα την απειλεί να πέσει, να σκοντάψει. Τα πόδια της, σαν δεμένα με αλυσίδες. Την εμποδίζουν να τρέξει, δεν τολμά παρά να συγχρονίζεται με τον συνοδοιπόρο. Η ματιά της ενώνεται με το βλέμμα του. Θολώνει και χάνει το μονοπάτι. Και παραμένει στάσιμη. Έπειτα, η ματιά της καθαρίζει πάλι και ξαναβρίσκει το δρόμο της. Τώρα ο ορίζοντας διευρύνεται.
Αλλά αργεί. Αργεί πολύ να φθάσει στον προορισμό της…
Την παρατηρώ να παλεύει. Ο Νους και η Γνώση μάχονται την Αβεβαιότητα. Κουράζεται, αλλά υπερισχύει. Η συνείδησή της νικά τη χίμαιρα, τη μετατρέπει σε δύναμη ζωής. Τώρα το βήμα της είναι τολμηρό, αποφασιστικό. Περπατά πιο ελεύθερα. Απολαμβάνει τη διαδρομή. Διακρίνει καθαρότερα, βρίσκει τον προσανατολισμό της. Τώρα ξέρει. Η σύνεση ελαφρύνει το βήμα, λειαίνει τη διαδρομή, ανανεώνει την ελπίδα.
Και το βάδισμα ξαναρχίζει…
Σας γράφω από έναν τόπο μακρινό
Σας γράφω από έναν τόπο μακρινό, η ανθρώπινη γνώση δεν τον φθάνει, μοναχά η φαντασία. Όποιος το καράβι του προσάραξε εδώ, ποτέ πίσω δεν γύρισε, να αφηγηθεί, τι αντίκρισε, πώς ένιωσε, τι μύρισε, πού βάδισε, τι άκουσε… Είναι ένας τόπος μοναδικός, αφού ανήκει στον καθένα και σε κανένα, ζωντανεύει μόνο μέσα του, υπερβαίνοντάς τον.
Ομίχλη βασιλεύει, πλησιάζοντας. Υδρατμοί σε τυλίγουν, γκρίζα σύννεφα παντού, υγρασία, βαριά ατμόσφαιρα. Σκοτεινή και η υγρή επιφάνεια, τίποτα δεν καθρεφτίζεται πάνω της. Αόρατη μοιάζει η διαδρομή που άφησες πίσω, αόρατη και αυτή που ανοίγεται εμπρός σου.
Με κόπο ρίχνεις άγκυρα, δεν τολμάς να χωθείς στο έρημο μισοσκόταδο… Όμως, κάτι αδιόρατο, βίαια σε σπρώχνει. Κάνεις να απλώσεις το πόδι σου, μα έντρομος διαπιστώνεις ότι, δεν υπάρχει πια. Το σώμα σου σε έχει εγκαταλείψει, μα ακόμη νιώθεις, τώρα είσαι ολόκληρος ένας νους.
Αιωρείσαι πάνω από το σκοτάδι, την ομίχλη, το υγρό στοιχείο, με άγνωστη κατεύθυνση. Σιγά – σιγά το τοπίο καθαρίζει. Ο εφιάλτης εξαφανίζεται. Φως. Παντού άπλετο φως. Δεν χορταίνεις να θαυμάζεις την απέραντη λάμψη. Πλημμυρίζεις αγαλλίαση, νιώθεις απόλυτη ελευθερία, γεμίζεις γαλήνη, μια πρωτόγνωρη πληρότητα. Τίποτα γνώριμο στον ορίζοντα, μα όλα τόσο οικεία, σαν να υπήρχαν μέσα σου από καιρό…
Μια νέα ζωή ξεπροβάλλει…
Μια εξομολόγηση που χρωστάω
Τώρα νομίζω πως μπορώ να το εκφράσω. Να το εκφράσω σε μένα πρώτα και άρα και σε σένα. Και, τέλος πάντων, και σε όποιον άλλον το έχει υποστεί. Αυτό που αδυνατώ να πράξω, για να εξυψωθείς, όταν νιώθεις εξουθένωση, είναι ακριβώς το δικό μου έλλειμμα, η δική μου ενοχή. Η αλήθεια είναι, πως νιώθω την επίδρασή σου τόσο καταλυτική επάνω μου, ώστε χάνω τη δική μου ματιά, τη δική μου χαρά, βυθίζομαι και εγώ στη θλίψη σου. Έτσι αποτυγχάνω να δράσω αποτελεσματικά, ακριβώς την ώρα που με χρειάζεσαι πιο πολύ…
Ή, τουλάχιστον, έτσι μου φαίνεται : ότι αργώ να προκαλέσω την πράξη εκείνη, που θα σε ενθαρρύνει, θα σε βγάλει ξανά στην επιφάνεια, για να συμπορευτούμε πάλι. Επινοώ το πρόσχημα ότι, ίσως έτσι βάζω τα όριά μου. Ίσως. Όμως, στην πραγματικότητα, δεν τα καταφέρνω, αφού εξακολουθώ να νιώθω ανίσχυρη. Εσύ νιώθεις ότι συμπαραστέκομαι, το λες και ανακουφίζομαι. Όμως εγώ, δεν νιώθω εγώ, ούτε εγώ και εσύ μαζί, παρά μόνο όταν δρω. Και δρω, μόνο όταν παραμένω ευάλωτη…
Αν θυμάμαι καλά, κάποτε ήταν η ζωή μου έκπαγλη γιορτή που άνοιγαν όλες οι καρδιές και όλα τα κρασιά κυλούσαν. Μια νύχτα πήρα την ομορφιά στα γόνατά μου και τη βρήκα πικρή και τη βλαστήμησα.
Τότε, τα φώτα της γιορτής έσβησαν και έγινε σκοτάδι. Κρύφτηκαν οι καρδιές και μόνο η χολή της βλαστήμιας απέμεινε να ρέει. Έγειρα και εγώ μέσα της και σφάλισα τη ζωή μου. Κύλησε, έτσι, πολύς καιρός μέχρι να βγω στην επιφάνεια και να αφουγκραστώ ξανά τους παλμούς της καρδιάς μου. Κάποτε η ομορφιά επέστρεψε, άνοιξα τα χέρια μου και την υποδέχθηκα στην αγκαλιά μου. Γεύτηκα τη γλύκα της, μέθυσα με τους χυμούς της. Με κάλεσε, τότε, να τιθασεύσω την έπαρσή μου, για να χαρώ τη μαγεία της. Και κάπως έτσι η ζωή μου έγινε πάλι έκπαγλη γιορτή.
παραλλαγές
Απλή γραφή
Το αποφάσισε μέσα σε μια στιγμή. Δεν επρόκειτο να κάτσει να μαραζώνει άλλο, χωρίς μάλιστα να είναι καλά-καλά σε θέση να κατανοήσει απόλυτα την αιτία της θλίψης του. Δέχθηκε με χαρά την πρόταση του φίλου του, για ένα ποτήρι τσίπουρο και μια παρτίδα τάβλι, δίπλα στο κύμα. Άλλωστε, η άνοιξη έφθανε στο τέλος της και το σπίτι δεν τον σήκωνε.
Του πρότεινε, με μια παράξενη ευκολία, να την αράξουν σε μια παραλία, που μέχρι πριν από λίγη ώρα, είχε ξεχασμένη…
Ελαφρώς ζαλισμένος από το ποτό, την κουβέντα και τη νίκη του στο παιχνίδι, διέκρινε μια γνώριμη, γυναικεία φιγούρα, κάπου στο βάθος, ανάμεσα στις παρέες που περπατούσαν πλάι στη θάλασσα, απολαμβάνοντας το δροσερό, βραδινό αεράκι. Έκπληκτος την είδε να τον πλησιάζει, με ανοιχτά τα δυο της χέρια, έτοιμα να τον αγκαλιάσουν. Σηκώθηκε απότομα και ανταποκρίθηκε με όλη του τη δύναμη στην τρυφερότητά της. Τρία χρόνια είχαν περάσει και όμως ένιωθε σαν να ήταν χθες…Η οικειότητα, που τόσο φοβόταν ότι είχε πια χαθεί, ήταν ακόμη εκεί, απαράλλαχτη και παραμόνευε, να του αλλάξει, επιτέλους τη ζωή…
Οπτική γραφή
Κοίταξε το είδωλό του στον καθρέφτη, να στέκεται αδρανές και καμπουριασμένο δίπλα στο παράθυρο, καθηλωμένο στην κομψή, παλιά πολυθρόνα. Έριξε μια κουρασμένη ματιά γύρω του. Τα έπιπλα και τα αντικείμενα του δωματίου φαίνονταν όλο και πιο γκρίζα, σχεδόν ομιχλώδη. Ξανακοίταξε τον καθρέφτη και το βλέμμα του, μονομιάς, έλαμψε. Φόρεσε το πιο πονηρό του μειδίαμα, του ανοιγόκλεισε με νόημα το μάτι και γύρισε να επιθεωρήσει ξανά το χώρο. Ξάφνου, όλα φωτίζονταν από τον άπλετο ανοιξιάτικο ήλιο. Τι ήταν αυτό που θόλωνε την καθαρότητα της ματιάς του, μέχρι εκείνη την στιγμή; Με ανακούφιση αντίκρισε το χαμόγελο του καλού του φίλου στο κατώφλι. Εκείνο το γελαστό πρόσωπο, του ταίριαξε αμέσως ως συντροφιά, για μια βόλτα μέχρι τη θάλασσα. Οραματίστηκε με λαχτάρα την αγαπημένη του παραλία, το χρώμα της θάλασσας, το διάφανο, παγωμένο ποτήρι με το τσίπουρο και το τάβλι, διάπλατα ανοιχτό μπροστά του, να τον προκαλεί στη μαγεία του παιχνιδιού.
Απόλαυσε την εναλλαγή των ανοιξιάτικων χρωμάτων στον ορίζοντα, ξεκούρασε το βλέμμα του, κοιτάζοντας πέρα μακριά την ανοιχτή θάλασσα, θαύμασε τον ασυννέφιαστο μωβ και πορτοκαλί ουρανό με το σούρουπο, πάλεψε να νικήσει στο τάβλι, μέχρι που τα μάτια του σχημάτισαν πούλια, χάζεψε τις παρέες και έπλασε ιστορίες, για κάποιους από τους ανθρώπους που περπατούσαν αμέριμνοι, ανιχνεύοντας προσεκτικά την όψη τους, μέχρι που ένιωσε ελαφρώς ζαλισμένος. Και τότε την είδε. Αχνά στην αρχή, μα όσο τον πλησίαζε, την διέκρινε ολοκάθαρα και η ταραχή του μεγάλωνε. Καθώς την κοιτούσε να κοντοζυγώνει, ένιωθε απαράλλαχτη, αν και τρία χρόνια μετά, την οικειότητα που τους έδενε. Παρατηρούσε τα εκφραστικά της μάτια, το ζεστό χαμόγελο, τα μεσογειακά χαρακτηριστικά, το νωχελικό περπάτημα, τις αργές κινήσεις, τα άνετα, ανοιχτόχρωμα ρούχα, όλα αυτά που γνώριζε τόσο καλά. Είδε τα χέρια της ανοιχτά να τον καλούν και βρέθηκε με δυο βήματα στην αγκαλιά της. Δεν χόρταινε να την κοιτάζει βαθιά στα μάτια, ατενίζοντας μια νέα σπίθα ζωής μπροστά του…
Οσφρητική γραφή
Καθόταν αδρανής στην πολυθρόνα, δίπλα στο παράθυρο, αδιάφορος. Περιέργως, ούτε η μυρωδιά του καφέ κατάφερνε να τον ξυπνήσει σήμερα. Αντιθέτως. Θαρρείς και η μύτη του συνωμοτούσε με την κακή του διάθεση, έμοιαζε να τον ενοχλούν τα πάντα. Η οσμή των παλιών επίπλων, της παντόφλας, της κουζίνας, μέχρι και μυρωδιά μούχλας έφθανε, στο σημείο που βρισκόταν. Άνοιξε το παράθυρο, μήπως και ανακουφιστεί. Έκανε διάνα. Η άνοιξη σκόρπισε το άρωμά της μονομιάς. Τα ανθισμένα κρινάκια και ο βασιλικός μοσχομύριζαν. Αλλά και το στιφάδο που μαγείρευε η σπιτονοικοκυρά του, με τη μυρωδιά του κρεμμυδιού να δεσπόζει βαριά, τον πήγε ανάλαφρα πολύ πίσω, στα παιδικά του χρόνια, τότε που τον ξυπνούσε η προετοιμασία του αγαπημένου του φαγητού, τότε που ορμούσε όλος λαχτάρα στην κουζίνα της μάνας, να αναπνεύσει και να γευτεί το μεστό έδεσμα. Η διάθεσή του έφτιαξε σε μια μόνο στιγμή. Μα πού είχαν εξαφανιστεί όλα αυτά που του μύριζαν τόσο δυσάρεστα, μέχρι πριν από λίγο; Μέχρι και ο φίλος του, όταν έφθασε, φαινόταν να κουβαλάει την άνοιξη στο πετσί του, καθώς ευωδιαστά, έσκυψε κοντά του να τον παρασύρει σε μια βόλτα στη θάλασσα.
Δεν άργησαν να τον συνεπάρουν το άρωμα του ιωδίου, καθώς και οι λαχταριστές μυρωδιές του τσίπουρου και των θαλασσινών, που προετοίμαζαν τον ουρανίσκο του για στιγμές θριάμβου και τη διάθεσή του για μια γερή επικράτηση στο τάβλι. Ώσπου, ελαφρώς ζαλισμένος, μύρισε κάτι διαφορετικό... Σε λίγο, ένιωσε το γνώριμο άρωμά της στον αέρα να τον μεθά, όπως τότε, τρία χρόνια πριν. Ανταποκρίθηκε στο αγκάλιασμά της με όλη του τη δύναμη, ενώ η μυρωδιά της τον τύλιγε απαλά και ζεστά. Τόσο οικεία, όσο και τότε, απαράλλαχτα. Ένιωσε να αναπνέει ξανά…
Απτική γραφή
Με χαλαρά τα δάχτυλά του να χαϊδεύουν το μπράτσο της πολυθρόνας και τα υπόλοιπα να κρατούν γερμένο το φλιτζάνι με τον καφέ, ένιωσε ξάφνου ένα κάψιμο στο γόνατο. Η κακή διάθεση είχε προκαλέσει έναν ωραιότατο λεκέ στο παντελόνι του. Σηκώθηκε εκνευρισμένος και έσυρε τα βήματά του στην κουζίνα, μήπως και περισώσει κάτι, όσο ακόμη αισθανόταν το σημείο υγρό. Περίεργο. Αν και το περιστατικό θα μπορούσε κι άλλο να τον πλακώσει, θαρρείς και σήκωσε από το στήθος του ένα βάρος. Η διάθεσή του έφτιαξε σε μια μόνο στιγμή. Άρπαξε το πόμολο του παραθύρου, το άνοιξε διάπλατα και άγγιξε τα γεράνια, όσο έφθανε με το χέρι του, έτσι, για να νιώσει, επιτέλους, να τον ακουμπά η άνοιξη, που κόντευε πια στο τέλος της. Σε λίγο, κατέφθασε και ο φίλος του. Εκείνο το ζεστό χτύπημα στον ώμο, του έδιωξε κάθε δισταγμό και υπέκυψε αμέσως στην πρόταση για ένα ποτήρι τσίπουρο και μια παρτίδα τάβλι, δίπλα στο κύμα.
Έβρεξε τα πόδια του στο νερό, γέμισε τις χούφτες του με άμμο, δέχθηκε με ανακούφιση τη θαλασσινή αύρα στο δέρμα του. Με χέρι παγωμένο από το ποτήρι, χτύπησε τα πούλια δυνατά στην ξύλινη επιφάνεια και με περίσσιο ενθουσιασμό, το πήρε το παιχνίδι. Ώσπου, ελαφρώς ζαλισμένος, ένιωσε ένα γνώριμο άγγιγμα στον ώμο του... Ήταν εκείνη! Την τύλιξε με λαχτάρα στην αγκαλιά του και απόλαυσε την οικειότητα, που τόσο φοβόταν ότι θα είχε χαθεί, τρία χρόνια μετά. Όχι. Ήταν ακόμη εκεί, απαράλλαχτη. Το ένιωθε στους κραδασμούς του…
Ακουστική γραφή
Ο βίαιος ήχος του κομπρεσέρ, από τις εργασίες στη διπλανή πολυκατοικία, τον ξύπνησε απότομα. Ήταν αρκετός για να του επιδεινώσει τη διάθεση. Όσο έβραζε το νερό για τον καφέ, άνοιξε το στερεοφωνικό, προσπαθώντας απεγνωσμένα να διώξει την ενόχληση. Από τη μια στιγμή στην άλλη, μόλις το δωμάτιο πλημμύρισε με ήχους της φύσης, στη διαπασών, από το αγαπημένο του δισκάκι, όλα άλλαξαν. Η άνοιξη κόντευε στο τέλος της και εκείνος ούτε που την είχε νιώσει. Ήταν βέβαιος ότι, είχε βρει την κατάλληλη λύση, με αυτό το δισκάκι, που τόσες φορές στις «μαύρες» του, τον είχε ανακουφίσει. Άλλωστε, εάν άνοιγε το παράθυρο, ο διαπεραστικός ήχος θα εισέβαλε ξανά. Το χτύπημα του κουδουνιού ολοκλήρωσε τη λύτρωσή του. Ήταν ο φίλος του, που όρμησε μέσα, βρόντηξε την πόρτα πίσω του και, σχεδόν τσιρίζοντας, τον παρέσυρε για ένα ποτήρι τσίπουρο και μια παρτίδα τάβλι, δίπλα στο κύμα.
Τα τιτιβίσματα από τις παρέες, τα τραγούδια των πουλιών από τα δέντρα, το κύμα που έσκαγε στην ακροθαλασσιά, οι παραγγελίες «φέρε άλλη μια πράσινη», «πιάσε ένα ακόμη καραφάκι», τα δυνατά χτυπήματα από το τάβλι, δεν άργησαν να δημιουργήσουν ένα ευχάριστο βουητό στο κεφάλι του. Ώσπου, ελαφρώς ζαλισμένος, την άκουσε από μακριά να τον φωνάζει, με εκείνον τον τόσο γνώριμο τρόπο. Όταν ζύγωσε, ανταποκρίθηκε με λαχτάρα στο αγκάλιασμά της. Δεν χόρταινε να ακούει τη φωνή της και να διαπιστώνει στους κυματισμούς της την οικειότητα, που τόσο φοβόταν ότι θα είχε χαθεί, τρία χρόνια μετά. Όχι. Ήταν ακόμη εκεί, απαράλλαχτη. Το ένιωθε στο τύμπανό του…
Γευστική γραφή
Άκεφος ρούφηξε μια γουλιά από τον καφέ. Τράβηξε και μια τζούρα από το τσιγάρο. Δυο καλοί σύντροφοι. Χρόνια τώρα, η επίδρασή τους έφθανε βαθιά στα σωθικά του. Σήμερα, όμως, ούτε αυτοί κατάφερναν να του φτιάξουν τη διάθεση. Η άνοιξη κόντευε στο τέλος της και αυτός δεν την είχε ακόμη γευτεί. Άνοιξε το παράθυρο, μύρισε τα λουλούδια, τη ζεστή ατμόσφαιρα και το στιφάδο που μαγείρευε η σπιτονοικοκυρά του και το στόμα του γέμισε γλύκα. Ένιωσε το στομάχι του να διαμαρτύρεται. Το μυαλό του έτρεξε σε καλοκαιρινά εδέσματα και γεύσεις θάλασσας. Σε λίγο κατέφθασε ο φίλος του. Εύκολα τον παρέσυρε σε μια βόλτα στη θάλασσα, για ένα ποτήρι τσίπουρο και μια παρτίδα τάβλι, δίπλα στο κύμα.
Ανακουφίστηκε από τη γεύση της θαλασσινής αύρας. Καθησύχασε τον ουρανίσκο και το στομάχι του με τους αγαπημένους του μεζέδες. Μούδιασαν τα μέλη του, μόλις ρούφηξε μια σταλιά τσίπουρο, αλλά συνέχισε ακάθεκτος να πίνει. Είχε ξεσυνηθίσει, τόσον καιρό εκτός αθλήματος… Ώσπου, ελαφρώς ζαλισμένος, την είδε από μακριά να πλησιάζει. Όταν ζύγωσε, ανταποκρίθηκε με λαχτάρα στο αγκάλιασμά της. Τα χείλη του ακούμπησαν το λαιμό της και κατάπιαν το γνώριμο άρωμα, ανακατεμένο με αλμύρα. Αυτό το δευτερόλεπτο του φάνηκε αιώνας. Τον πλημμύρισε με την οικειότητά τους, που τόσο φοβόταν ότι θα είχε χαθεί, τρία χρόνια μετά. Όχι. Ήταν ακόμη εκεί, απαράλλαχτη. Την είχε μόλις γευτεί…
χρήστος
Μια
εξομολόγηση
που
χρωστάω…
Εσύ πανύψηλε, που ακουμπάς μα και ζεις σε άλλο στερέωμα, τόσο κοντά και μακριά μαζί στους ουρανούς φλεγόμενους! Ή μήπως διαβαίνεις κάπου ενδιάμεσα όλων; Εσύ που χρόνια και αιώνες και τροχιές αστέρων έχουν περάσει από πάνω σου. Έχοντας χάσει το φως μου, όλα πλέον τα διακρίνω καθάρια στα βαθιά χαράγματα του σώματός σου. Μαζί με ήχους, κύμβαλα από σκόνη χρυσή, τα άπειρα παιδιά σου να τραγουδάνε τα χρώματα της φωνής των φεγγαριών πριν εκπέσουν, άγγελοι από το στερέωμα. Δεμένος καλά με τη ζωή, κι όμως να πετάς, και εγώ να μένω να αφουγκράζομαι τα δικά μου σκοτεινά νερά και τις πόλεις που πεθαίνουν αργά, αργά, αργά.
Τώρα, γυμνός εμπρός σου μένω να σε θωρώ σιωπηλά και να σε θαυμάζω χωρίς αγνότητα ή και καλοσύνη. Απλά. Χωρίς κάποιο ξεχασμένο πάθος. Το κεφάλι μου σηκώνω έρποντας, όμοιος ερπετό, και ελπίζοντας να φτάσω στη χάρη των δικών σου κρυμμένων ψιθύρων. Μα πέφτω και πάλι και γίνομαι κομμάτια αστρικά που έπειτα γίνονται μεμιάς λόγος και πιο μετά γκρίζα σκόνη, πάλι.
Τα μάτια μου, σκοτεινές δίνες, γυρνούν προς τα πάνω και μετά μπροστά και γράφουν κύκλους φτιάχνοντας σχήματα φασματικά, ενώ ελπίζουν να δουν τα δικά σου όταν οι θεοί είναι πια νεκροί. Γιατί με γνώση μη δοθείσα εν απλώ, ξέρω πως, η ώρα πλησίον εμού είναι ίσως.
Πόσος καιρός πέρασε, και ακόμα η αγκαλιά μου μοιάζει τόσο μικρή για εσένα. Πάντα θα είναι έτσι αλλά όχι άλλο. Ακόμα και τώρα που θέλω να σε αδράξω με κάθε μου ιστό ελάχιστο σε ένταση που τρέμει. Αν μπορώ, αν μπορώ να πάρω αυτό το κομμάτι του παγωμένου χρόνου σου! Μπορώ;
Άκουσε με, όχι ως άλλο ένα παράπονο, αν μπορείς. Αλυχτώ λύκος δίπλα σου και ξέρω από το μύθο πως έχεις τη μεγαλοσύνη να μπορείς να με ακούσεις.
Εσένα μιλάω με τα λόγια της ανεστραμμένης μου καρδιάς που κατήλθε ύψους, και έπεσε σε δύσεις ήλιων πορφυρών.
Εσένα καλώ να με αγκαλιάσεις με τη σοφία σου διαλύοντας τα μάτια που μου δοθήκαν, μια και καλή και σε όλους τους αιώνες πριν και μετά.
Μετά από τόσα χρόνια μακριά σου, πλανώντας τα όνειρα των βημάτων μου σε ατραπούς φανταστικές και χρώματα χωρίς φως, ελπίζοντας πως τα καθάρια και κρυστάλλινα και τόσο ψεύτικα αλλά εκκωφαντικά και πρέποντα στα πλευρά μου στίγματα έτοιμα να πληγωθούν περισσότερο και να ματώσουν βαθύτερα θα ανοίξουν λουλούδια όλο άρωμα. Κάποτε δέχτηκα και έστειλα πέτρες, πάντα με στόχο ακριβή και υπολογισμένο, προς καθετί. Πίστευα, βλέπεις στον άνθρωπο και την αθωότητά του, παράγωγο και προαγωγό ιστορίας, γνώσης και φαντασίωσης παρανοϊκής σε επάλληλες στρώσεις αγαπησιάρικης φενάκης.
Όμως τώρα είμαι σε εσένα δίπλα με όλη τη θλίψη των πραγμάτων και των φαντασμάτων ζώντων. Εσένα, ζωής γη, ελπίζω στο άγγιγμά και την αγκαλιά σου. Αν και σε εσέ κάτι ποτέ δε έδωσα μέχρι τώρα, ή χειρότερα, το παρέδωσα όλα σε νύχτες δίχως όνειρα.
Σε αγκαλιάζω και σε ακούω στον βαθύ σου χτύπο καρδιάς απόμακρη τρομπέτα να δίνει το ρυθμό, πιο πολύ και πιο ζωντανά. Πιο σκοτεινός είσαι και είμαι έτοιμος να σε δεχτώ στην απλότητά την υπέροχή σου. Πνίξε με στον ρόγχο σου, εσύ, πνίξε με στη πιο βαθιά σκιά σου!
Και πέφτοντας στη γη, ικεσίας λόγο πάλι, λόγω εν τη αρχή του αρθρώνω:
Ήταν μια εποχή που κορόιδεψα τη κίνηση των αστεριών – φύλλα στα κλαδιά σου, παγώνοντάς τα.
Άλλοτε μέθυσα χωρίς αιδώ με τους δικούς σου χυμούς, και σε ξέρανα.
Σε στιγμές, σκάλισα την καρδιά μου πάνω στο σώμα σου και σε άφησα με τις πληγές δικές μου επάνω σου.
Και προσπάθησα, ο αχρείος, να σώσω εσένα από την καταστροφή, και πόσο γέλασες! Ήμουν τόσο υπερόπτης και αλαζόνας που τίποτε δεν είδα, τότε.
Εσένα Δέντρο, σε έκανα εικόνα και σε ονειρεύτηκα, εσένα Δέντρο σε έκανα ήχο και σε τραγούδησα, εσένα Δέντρο σε έκανα άνεμο και σε μύρισα, εσένα Δέντρο σε έκανα τροφή και σε γεύτηκα, εσένα Δέντρο σε έκανα δεν ξέρω πλέον τι, αλλά απλά σε έκαψα στάχτη φωτίζοντας σου τις σκοτεινές και μύχιες σου πλευρές.
Όλα αυτά ήταν όμως πλάνη. Όπως και πολλά άλλα. Τώρα πλέον ξέρω πως απλά θα ήθελα να γίνω ένα από τα χίλια κλαδιά στις ρίζες σου. Να γίνω σταλίδα από τους χυμούς σου. Να χορέψω μαζί με το χορό των φύλλων σου. Να αγγίξω αυτό που μόνο εσύ μπορείς να φτάσεις, γιατί δεν σε έχει ξεχάσει ποτέ ο Δρόμος.
Μου έχουν πει πως, σαν το αίμα μου βρει τους δρόμους τους δικού σου, τότε θα σε αγαπήσω και πάλι. Δεν ξέρω αν μου έχει απομείνει έστω και ελάχιστο από το κόκκινο εκείνο υγρό, αλλά τώρα δα με κίνηση απόφασης και αγάπης κόβω με το ιερό μαχαίρι το σημείο πάνω μου και σου δίνω προσφορά ότι έχω.
Δέξου ότι μου έχει μείνει και ας είναι ελάχιστο!
Άκου τη φωνή μου και ας είναι όμοια με ψίθυρο!
Δες με από την κορυφή σου και ας είμαι τόσο μικρός εμπρός σου!
Νοιώσε με και ας σε πόνεσα!
Δώσε μου τη χάρη της Γνώσης σου.
Να γίνω ένα με Εσένα, κομμάτι του Αιώνα σου για πάντα.
Ένα, δύο τρία , τέσσερα και άλλα βήματα (…be just and fear not…)
«Αν θυμάμαι καλά κάποτε ήταν η ζωή έκπαγλη γιορτή που άνοιγαν όλες οι καρδιές και όλα τα κρασιά κυλούσαν. Μια νύχτα πήρα την ομορφιά στα γόνατά μου και τη βρήκα πικρή και βλαστήμησα…»
Μια εποχή στην Κόλαση, Α. Ρεμπώ
(πράσινα – ραγισμένα – λέξεις – μύγες – αναληθές – ξέρεις – τη σιωπή)
Ήχος 01 – Current 93 / So this empire is nothing
(να ακουστεί όλο)
…και δίχως πλέον άλλη ιδιάζοντος τοξική, και πρέπουσα στην παρανόηση της όποιας λογικής και συναισθήματος σκέψη, θέλησα να κοιτάξω στα δια Του μάτια, να χαθώ σε Εκείνο το άγραφο και μαζί βαθιά ωκεάνιο και άμορφό τραγούδι ενός παραμυθιού που μένει να γράφεται εδώ και αιώνες. Είδα τις λέξεις του φτιαγμένες πορφυρά γράμματα διαττόντων αστεριών να χορεύουν σε διαστάσεις πρωτόγνωρες, χορούς εκστατικούς και μέσα σε δίνες από φωνές να ηχούν σε γλώσσες ξεχασμένες και απερίγραπτα γλυκές στην σκοτεινή τους υλικότητα…
(χρόνος – αλλού – ξεχασμένοι – ο χώρος διάθλαση – αιώνες να τραυλίζω – τρέμω στο φως – γλυκός – γλυκιά – γλυκό – όλο και τίποτα – πέρα από παιγνίδι)
…το μονοπάτι από ζώσες σκιές μπροστά μου ακολούθησα δίχως φόβο και με περισσή απόφαση προχώρησα προς την πηγή Του. Δίχως πισωγύρισμα, γεμάτο με λαμπρές προσμονές και υποσχέσεις έκφρασης πόθων μη ανθρώπινων αλλά για τούτο ίσως βαθύτερα ανθρώπινων από κάθε άλλο τι. Ακολούθησα σκαλοπάτια που έφθαναν σε ορίζοντες πριν από πύλες χώρας μυθικής και αποτρόπαια πραγματικά ονειρικής, κάπου σε ένα στίγμα εκτός κάθε χάρτη και δίχως την πυξίδα κάποιας ακόμα βεβαιότητας…
(μύθος με αγγέλους – ομιλίας – ζωές – έκφραση της πτήσης – είσοδος στη σιωπή – ανάμεσα στο μέσα – έξω πάντα)
…λίγο πριν, το τέλος της αρχής, είδα να στέκει, εκεί, πάνω σε χρυσό και σκαλισμένο μονοπάτι το άγαλμα αλαβάστρινο Τιτάνιο, εκείνο του Έρωτα του νυμφευμένου με το Θάνατο, το ζευγάρι αγκαλιασμένο να θωρεί την αλήθεια στα μάτια της θείας ένωσής τους, τον βαθύτερό μας φόβο με χαμόγελο πιο βαθύ από τους πιο απόμακρους γαλαξίες του ουρανού. Παραδομένος στη σαγήνη τους, έμεινα σκυφτός και με χέρια ικεσίας ανοιχτά έδωσα το αίμα μου ζωή στην μορφή τους και λυτρώθηκα, αλλά μόνο προς στιγμή…
(δίνω – σιωπής αποστήματα – όνειρο – επτά πέπλα – δεν μπορείς - ο φόβος – τυλίγεται – κατασπάραξε με)
Ήχος 02 – Soysong 1 / Kabuki shop
(ακούγεται στο background μέχρι τον ήχο 03)
…ο ήχος εκείνος με ράγισε εντός μου τρομερά, όμοιος με κραυγή από αμέτρητες θρηνωδίες, θυμίζοντας μου κείμενα - άνθρωποι που μίλησαν, με θάρρος, για εκείνο που έβλεπαν πίσω από του αγγίγματος τη θαλπωρή του πέπλου. Το όνειρο πείραξα με χιονισμένες εικόνες χρυσαφιού που τρεμοπαίζανε εκεί όπου έκανε την εμφάνιση η μορφή του φόβου και τις φωνές τους άκουσα καθαρά και βροντερά όμως ψίθυροι έγιναν μέσα στα σκιρτήματα των άκρων τους που πήραν μορφές συμβόλων ωσάν φίδια φιλικά, προστάτες ενός βήματος που θέλησα να ακολουθήσω μαζί με το γλυκό τους άγγιγμα από δηλητήριο…
(τρέμουλο – φως – σκοτάδι – ζωή - χτύπος – χορεύοντας στο ναι)
…και βρέθηκα εκεί μπροστά Του, και άνοιξα τις πύλες βαριά κλειστές σε Αυτό που θα έπρεπε να μείνει πίσω εκεί για πάντα, καλά κρυμμένο από μάτια και δηλώσεις, για ασφάλεια του καθένα και εμένα. Και είδα πέρα από το φως και το σκοτάδι, εκείνη τη μια μικρή φωτιά καρδιάς να φέγγει ανάμεσα στις παλλόμενες ματιές Εκείνου με τα χίλια μάτια και τα χίλια χέρια και χαμόγελα όμοια του κενού στη θαλπωρή που δεν ομολογείται, και του δόθηκα με χορευτικά περισσή προσμονή και άνοιγμα όμοιο με αυτό της δημιουργίας…
(έκλαμψη – απερίγραπτο – το άλλο – σκιές – ολοκαύτωμα σάρκας)
…και τι να είναι αυτό που δεν μπορώ να πω πως είδα, εκείνο το μικρό και υπέρτατα χρωματιστά και τραγελαφικά αστείο από ατελείωτους κύκλους πόνου και με κυψέλες από μέλισσες τρεφόμενες με αίμα να τραγουδούν ολούθε τα μυστικά της δημιουργίας. Δεν ήταν ο παράδεισος και δεν ήταν σίγουρα η κόλαση. Ήταν μόνο τα μεταλλικά πουλιά που πέταγαν και τα ιπτάμενα σάρκινα καράβια που ταξίδευαν σε διαστάσεις ασημογάλαζες και ουράνιες και χθόνιες μαζί με τα πιτσιλωτά πρόβατα με τα δόντια μεγάλα ωσάν λύκου, έτοιμα να ξεσκίσουνε τα αθώα, δήθεν, θύματα. Το μακελειό ήταν απερίγραπτο γιατί οι υποψήφιοι αμέτρητοι…
(καπνοί, τρέλα, αντίθεση σε τι – ομοιότητα σε τίποτα – ανεστραμμένος ουρανός)
…και είδα τις σάρκες της κάθε σιγουριάς να καίγονται προσφορά σε χρυσά διακοσμημένους τύμβους καλοσύνης, και τους νόμους να γίνονται βορά σε δήθεν μάγους νομοθέτες του ψεύδους… χέρια παιδικά να σφάζουν με περισσή χαρά την αθωότητα των άλλων… γυναίκες και άντρες να παντρεύονται το Θείο Πέος δοξάζοντας συνάμα την αγνότητά τους….λόγια αγάπης για τη γη να την καταστρέφουν με την αγνή και ελπιδοφόρα εγωτική καλότητά τους…Και πάνω από όλα, είδα εμένα σε γυμνότητα τρομακτική να αφουγκράζομαι το ψεύδος μου με ικανοποίηση περισσή και να του μιλώ ωσάν να ήταν η αλήθεια…
(τώρα – τώρα – τττττττττττττ – ωωωωωωωωωωωωωωω – ρρρρρρρρρρρρ- ααααααααααα – τι-τι τι – ποοοοοοοο – τα – το άλλο - το άλλο – το άλλο – το άλλο – το άλλο – άλλο)
Ήχος 03 – Forms of things Unknown – Full Black Candles
(μαζί με το κείμενο ως background)
Τις σκιές του άλλοτε καλωσόρισα με χαρά και σθένος περισσό και έγιναν οι φίλιες εικόνες που γελούσαν και έκλαιγαν με όλα και περισσότερο με τον κόσμο που έτρεμε καθώς έχανε τα ψεύτικά του πόδια. Τα χέρια μου όμως μοιάζουν με ανεμομύλους, κινούνται σε φορά απόγνωσης και στριφογυρνούν σε άνεμους τυχαίους και τώρα ξέρω πως έχω αγγίξει εκείνα και όλα και περισσότερα, που δυστυχώς λένε κάποιοι. Νεκρός και νεκροί, όλοι, κάτω από ένα ουρανό που χάνει φλοίδες τα χρώματά του. Το φως είναι ψεύτικο, και είναι ψυχρό και μαζί του όλες οι ελπίδες, μετά από μια πρωινή προσευχή. Δεν θυμάμαι τίποτα, το σώμα μου θυμάται το τίποτα και το δικό σου χορεύει επίσης στο τίποτα. Τους θεούς τους διαλύσαμε ή απλά τους ξεχάσαμε και τι έγινε και αν τους βρήκαμε; Μαζί τους, χωρίς εμάς, επιτέλους ή όχι είμαστε; Δεν είμαστε ακόμα ελεύθεροι, παρά τον ναό που στέκει εκεί φτιαγμένος για τα ομοιώματα και τις αλήθειες τους. Αλλά τι θα γίνει αν και μόνο εάν γυρίσουμε τη γέννησή μας λίγο πριν και δούμε το συμπάν πάλι; Την πλάνη ίσως δούμε, το τελευταίο παιγνίδι με τα επτάεδρα ζάρια. Ας ρίξω λοιπόν για την επόμενη στιγμή και ας δω το επόμενο βήμα να γράφεται στα ασημένια σύννεφα της καρδιάς μου. Δεν είναι καταδίκη, είναι η ελευθερία εκεί στον κήπο με τα χρυσά και κόκκινα και ασημένια λουλούδια που κρέμονται μυθικά και όμορφα στον αστερισμό του Σείριου του αέρα και των Θεών που είναι εδώ, όλων όσων έτσι και αλλιώς θα ‘θελα να ψιθυρίσουν…όχι, όχι λόγια αλλά χέρια ανοιχτά στον ουρανό και πόδια βυθισμένα καλά στη γη.
Ήχος 05 – The Threshold House Choir Boys - So young it knows no maturing
(Περιμένουν και οι 2 φωνές 2 λεπτά και αρχίζουν να απαγγέλουν ταυτόχρονα.
Η 2η φωνή μιλάει από το τέλος προς τα μπροστά αλλά και οι δυο προφέρουν αργά και δίχως χρώμα την κάθε λέξη)
Όταν- κανείς – άγγελος- δε - θα - υπάρχει - κάτω - από - τα - νερά - της – ζωής – και- τίποτα - δεν - θα - μας - ταξιδεύει - πιο - πέρα - από - τη - βαθιά – θάλασσα – εκείνη - τη - σκοτεινή - και – τη - ζωντανή - και - την - αιμάσουσα - στιγμή - τότε - θα - ακουστεί - η – κραυγή - και - θα - μιλήσουμε - αλήθεια!
Όταν- κανείς – άγγελος- δε - θα - υπάρχει - κάτω - από - τα - νερά - της – ζωής – και- τίποτα - δεν - θα - μας - ταξιδεύει - πιο - πέρα - από - τη - βαθιά – θάλασσα – εκείνη - τη - σκοτεινή - και – τη - ζωντανή - και την - αιμάσουσα -στιγμή - τότε - θα - ακουστεί - η – κραυγή - και - θα - μιλήσουμε - αλήθεια!
Θεώρημα περί έρωτος (revisited)
Χάθηκε απότομα, όπως και εμφανίστηκε. Κανείς δεν έχει ακούσει κάτι για αυτόν από τότε. Είναι σα να μην πέρασε ποτέ από τη μικρή αυτή πόλη. Ένας μύθος φανταστικός, μια αλλόκοτη εξιστόρηση που θα έπρεπε να χαθεί από τη μνήμη όσων έζησαν τα γεγονότα εκείνα. Ελάχιστοι ψίθυροι, κάποια μισόλογα γεμάτα από υπαινιγμούς και συχνά μια αχλή φόβου ως προς κάτι αήθες που έλαβε χώρα κάποτε, καλύπτουν τις ελάχιστες αναφορές σε εκείνο το ζεστό Ιούλη.
Το σπίτι μοιάζει να φυλάει κάτι αόριστο, μόνο του τώρα στην άκρη του λόφου, εκατό μέτρα σχεδόν από τα άλλα σπίτια της μικρής πόλης. Είναι άδειο από κάθε ίχνος ανθρώπινης ζωής. Μόνο κάποιοι ήχοι σιωπής, τα μισοξεραμένα δέντρα της μπροστινής αυλής, τα σκουριασμένα μέταλλα ολούθε, οι ξεφλουδισμένες από χρώμα επιφάνειες ή και ο αέρας που χορεύει τους δικούς του ρυθμούς είναι ότι το περιτριγυρίζει σήμερα. Και όλα αυτά εκεί όπου κάποτε ζούσε εκείνη η καθ’ όλα ευτυχισμένη οικογένεια, γνωστή για τις ειλικρινείς και ζεστές σχέσεις των μελών της, τουλάχιστο πριν έρθει αυτός.
Είναι ακριβώς αυτές οι ιστορίες που έκαναν την περιέργειά μου να με γαργαλάει τόσο έντονα και να με γεμίσει με επιθυμία ανυπέρβλητη να πάω και να επισκεφθώ το σπίτι. Ήξερα πως δεν το φιλάει κανείς, στην πραγματικότητα ένοιωθα πως ήθελαν να το διαγράψουν από το χάρτη της πόλης τους, κάτι σα χώρο όπου ζούσε ένας εν δυνάμει άκρως μεταδοτικός και καταστροφικός για τη ζωή της πόλης και τους κατοίκους της ιός. Έτσι δεν ήταν δύσκολο να περπατήσω μέχρι εκεί και ακόμα πιο εύκολο να μπω μέσα του, δίχως να χρειαστεί να παραβιάσω καν την πόρτα. Ήταν ανοιχτή σε κάθε επίδοξο ή τουλάχιστο θαρραλέο επισκέπτη.
Η σκόνη στο εσωτερικό του σπιτιού, αν και πυκνή, δεν μπορούσε να κρύψει το υψηλό γούστο και την ευμάρεια των κατοίκων του. Έπιπλα προσεκτικά επιλεγμένα σε στυλ και από υλικά που φανέρωναν γνώση και αισθητική καλλιέργεια. Ήταν τοποθετημένα με τρόπο που φανέρωνε διάθεση για συνεύρεση, χαλάρωση και ανθρώπινη επαφή. Σε διάφορα σημεία βρίσκονταν μερικές φωτογραφίες με κεντρική εκείνη σε ένα χαμηλό τραπεζάκι δίπλα στο τζάκι που έδειχνε όλη την οικογένεια. Η φωτογραφία αυτή μου τράβηξε αμέσως την προσοχή, και παίρνοντας τη στα χέρια μου την κοίταξα για αρκετή ώρα.
Στο βάθος, ως φόντο έστεκε το σπίτι αυτό, ενώ μπροστά είχαν πάρει θέση ο Πατέρας, η Μητέρα, η Κόρη και ο Γιος. Όλοι τους ήταν χαμογελαστοί, και με έντονα τα σημάδια της χαράς και της ζωτικότητάς αποτυπωμένα πλέον στο χαρτί. Ο πατέρας, ένας ψηλός άντρας γύρω στα 50, καλοστεκούμενος και προσεγμένος έδινε, επιπλέον, την αίσθηση της σιγουριάς, εμφανές δείγμα επιτυχίας στη ζωή. Η μητέρα, λίγο πιο νέα, ντυμένη με απλό και λιτό υπόλευκου χρώματος φόρεμα έλαμπε από τη χαρά της γυναίκας που ζει την εκπλήρωση της ευτυχίας που πάντα θα ήθελε κάθε γυναίκα από τη ζωή της. Η κόρη, μια 20χρονη με καλλιτεχνικό και εναλλακτικό ταπεραμέντο από ότι φαινόταν από εξωτερικά τουλάχιστο στοιχεία όπως το ακανόνιστα κομμένο και έντονα κόκκινο μαλλί της και το σοφιστικέ της ντύσιμο σε αρμονία πάντα με τη σειρά από σκουλαρίκια και στα δυο της αυτιά. Και ο γιος, ένας έφηβος στα 15 που έλαμπε από αγορίστικη ζωτικότητα, κοίταζε προς το φακό με περισσή αλλά λογική για την ηλικία του αυθάδεια και σιγουριά. Προς στιγμή ήταν σα να σταμάτησε ο χρόνος καθώς έμεινα να θαυμάζω τη φωτογραφία αυτή, δείγμα, έστω φωτογραφικό αυτού που ονομάζει κανείς ευτυχισμένη οικογένεια. Και ξέχασα τις φήμες και ιστορίες, μένοντας να ρεμβάζω την στατική αλλά τόσο ζωντανή ομορφιά της. Όμως η διάθεσή μου διαλύθηκε μονομιάς όταν πρόσεξα κάτι περίεργο στη φωτογραφία. Στην μπροστινή αριστερή της γωνία υπήρχε μια σκιά. Ήταν μια ψιλή, λιγνή, αντρική σκιά, προφανώς ο φωτογράφος. Ήταν καθαρό πως η γωνία λήψης της φωτογραφίας ήταν τέτοια που η σκιά του αποτυπώθηκε στο κάδρο. Αλλά δεν ήταν μόνο η σκιά που μου έκανε εντύπωση. Μια μικρή αφιέρωση στο κάτω δεξί μέρος της φωτογραφίας γραμμένη με μολύβι ίσα ίσα που φαινότανε. Με προσπάθεια κατάφερα να τη διαβάσω, και εκείνες οι λέξεις έμειναν βαθιά εντυπωμένες στο νου μου να περιμένουν ακόμα και σήμερα την εξήγησή τους.
« Από αυτόν που θα αγαπάτε. Μέχρι τέλους», έλεγε η αφιέρωση.
Δίπλα από τον χώρο όπου βρισκόμουν ήταν το γραφείο του πατέρα. Μπήκα μέσα. Ήταν γεμάτος βιβλία για τη φιλοσοφία, την τέχνη, πολλά ακαδημαϊκά συγγράμματα, σε διαφορετικές και ορισμένες σπάνιες γλώσσες. Ήταν εμφανές πως ο πατέρας ήταν ένας επιτυχημένος πανεπιστημιακός. Στο μεγάλο και βαρύ εβένινο τραπέζι-γραφείο στο κέντρο του δωματίου έλαμπε, παρά τη σκόνη και το μισοσκόταδο μια χρυσή πένα. Αμέσως όμως μόλις συνήθισα το μισοσκόταδο, διέκρινα ένα μαύρο δερματόδετο μικρό βιβλίο να είναι κλειστό στο κέντρο του επίπλου-γραφείου. Πλησίασα, τράβηξα με προσοχή τη βαριά καρέκλα δίνοντάς μου το χώρο για να καθήσω με άνεση και άνοιξα τον βιβλίο. Αμέσως κατάλαβα πως ήταν ένα είδος ημερολογίου που κρατούσε ο πατέρας. Ανοίγοντας το στην αρχή του, συνειδητοποίησα πως η πρώτη ημερομηνία καταγραφής ήταν την εποχή που οι φήμες ήθελαν τον άγνωστο να φθάνει στην οικογένεια, εκείνο το καλοκαίρι. Άρχισα να το διαβάζω με περιέργεια.
«1η Ιουλίου 19... Σήμερα το πρωί εμφανίστηκε ο ... και ζήτησε δουλειά. Τον είδα να έρχεται πεζός προς το τραπέζι όπου ήρεμα παίρναμε το πρωινό μας. Η εμφάνισή του μου έκανε αμέσως ιδιαίτερη εντύπωση. Νομίζω πως την ίδια εντύπωση μοιραστήκαμε όλοι μας, μαζί με μια ομολογουμένως ασυνήθιστη αίσθηση. Δεν θα τον έλεγα ιδιαιτέρως όμορφο, με τυπικούς τουλάχιστο όρους. Όχι. ‘Έχει όμως πάνω στο πρόσωπό του μια λάμψη ξεχωριστή που δεν είμαι σίγουρος αν οφείλεται στα κοντά ξανθά μαλλιά του, στα μάτια του που λάμπουν από ζωτικότητα ή σε κάτι άλλο. Σταματήσαμε να τρώμε για να τον ακούσουμε. Και ήταν πολύ λιτός και συγκεκριμένος αλλά πάντα ευγενής στα λόγια του. Μας είπε πως λέγεται .... και πως ταξιδεύει εδώ και κάποια χρόνια και πως θα ήθελε να του δίναμε την ευκαιρία να εργαστεί για ένα μήνα για εμάς, με λίγα χρήματα, φαγητό και στέγη ως αντάλλαγμα, μόνο. Κάτι σαν διακοπές στο μακρύ του ταξίδι. Κοιταχτήκαμε με τη γυναίκα και τα παιδιά μου. Η αλήθεια είναι πως με την άκρη του βλέμματός μου διέκρινα σε όλους ένα ασυνήθιστο και δύσκολο να καταλάβω μειδίαμα, αλλά δεν του έδωσα και μεγάλη προσοχή. Ίσως γιατί σκεφτόμουν το τι να πράξω, αν θα δεχτώ τον νέο αυτόν ή όχι να ζήσει για ένα μήνα μαζί μας. Τώρα που έχει περάσει η μέρα, είμαι σίγουρος πως κάτι άλλο προσπαθούσα και εγώ να καταλάβω. Ο άγνωστος νέος, δίχως να ξέρω από που έρχεται, με έναν πρωτόγνωρο όμως τρόπο και με πειθώ που δεν χωρά σε λογικές ή άλλες εξηγήσεις ήταν σα να είχε αποσπάσει το ‘ναι’ μου από την πρώτη στιγμή που πλησίαζε στο οικογενειακό τραπέζι. Ήταν σα να τον ήξερα από παλιά και δίχως να το πολυσκεφτώ ένευσα καταφατικά μαζί με όλους μας στην πρότασή του. Θα μείνει ένα μήνα μαζί μας. Δεν είμαι σίγουρος για ποιο λόγο, θα κάνει κάποια δουλειά, ίσως μας βοηθήσει όλους μας σε κάτι. Φαίνεται ταλαντούχος και με ζωντάνια νέος, έτσι και αλλιώς»
Συνέχισα να διαβάζω τις επόμενες σελίδες και σύντομα βρέθηκα μπροστά σε μια σειρά από συμβάντα που ακροβατούν ανάμεσα σε ιστορία υπερφυσικού και ρομαντικού ειδηλίου. Γεγονότα που με έκαναν να συνειδητοποιήσω ότι τα μισόλογα και μυθεύματα που ακούγονται για τον άγνωστο νέο και την τύχη της οικογένειας δεν ήσαν παρά μια αλήθεια, αλλόκοτη και ανεξήγητη όμως, αλλά αλήθεια, πάντως. Το ημερολόγιο δεν είναι παρά η απρόσμενη επιβεβαίωση πως τίποτε πιο αληθινό δεν υπήρξε από τις μικρές ιστορίες που θα σας αφηγηθώ στη βάση του υλικού που με προσοχή συνέλλεξα.
Μητέρα
Η μητέρα από την πρώτη στιγμή που είδε το νέο άντρα άρχισε να αλλάζει συμπεριφορά. Εκείνη η καλή και όλο φροντίδα για την οικογένειά της αλλά και γνώση για τα θέλω μιας γυναίκας του δικού της επιπέδου, άρχισε γρήγορα να αλλάζει σε κάτι απρόσμενα διαφορετικό. Μια δυο μέρες μετά την άφιξη του νέου, άρχισε να έχει περίεργους εφιάλτες πάντα με το ίδιο περιεχόμενο. Μια σκιώδης ανδρική φιγούρα ερχόταν στον ύπνο της και τη βασάνιζε με έναν τρομακτικό τρόπο. Η ίδια ισχυρίστηκε πως έμοιαζε με το νέο αλλά την ίδια στιγμή της έδινε την αίσθηση πως επρόκειτο για ένα αλλόκοτο και δαιμονικό, σκοτεινό πλάσμα, έτσι είπε σε μια επιστήθια φίλη της. Και ήθελε, κατά τα λεγόμενά της να κάνει έρωτα μαζί της. Εκείνη, αν και στην αρχή αντιστεκόταν, λίγα βράδια μετά παραδόθηκε στη δαιμονική παρουσία του εφιάλτη της και έκανε έρωτα μαζί του. Η μητέρα, κάθε πρωί φαινόταν όλο και πιο κουρασμένη, και το μόνο που σιγά σιγά άρχιζε να κάνει αλλά με προοδευτικά μεγαλύτερη συχνότητα και διάρκεια ήταν να κοιτάζει το νεαρό με έκδηλα τα σημάδια του πόθου, αρχικά, και της τρέλας στη συνέχεια. Άρχισε να βγαίνει σχεδόν γυμνή στην είσοδο του σπιτιού και η ματιά της καρφωμένη πάνω στο νέο που έκανε δουλειές στον κήπο πρόδιδαν με τρόπο πέρα από κάθε αμφισβήτηση τα θέλω της. Αυτά τα θέλω βρήκαν ένα μεσημέρι την απάντησή τους από το νέο. Η συνεύρεσή τους είχε πρωτόγνωρο για τη γυναίκα πάθος, ο νέος δε, ήταν όμοιος με το δαίμονα που την έβρισκε κάθε βράδυ στους γνωστούς της πλέον εφιάλτες. Βρεθήκανε μαζί τρεις φορές σε ισάριθμα μεσημέρια. Ήταν πλέον η τελευταία εβδομάδα του Ιουλίου, όταν η γυναίκα, με έκδηλα τα σημάδια της τρέλας, μισόγυμνη και φωνάζοντας πως είναι μια πουτάνα έτρεξε προς την εκκλησία της πόλης, άνοιξε την πόρτα και σωριάστηκε μπροστά στο ιερό. Στα πόδια της διακρίνονταν φρέσκο αίμα μαζί με σπέρμα, σημάδια έκδηλα μιας άγριας ερωτικής πράξης. Σε ένα μονόλογο παραλήρημα προς τον εσταυρωμένο λέγεται πως είπε:
«Πώς θα με συγχωρήσεις, εμένα το γύναιο τούτο, τη βρώμα της Βαβυλωνίας, το βδελύγμα, την αμαρτία ζώσα; Με πήρε τόσες φορές, δεν θυμάμαι πόσες, με ξέχασα στα χέρια του, άγρια χέρια πόθου ανείπωτου. Έγινα δική του, εκείνου, του δαίμονα. Θεέ μου πως χάθηκα έτσι; Τα άφησα όλα πίσω, όλα όσα με τόση αγάπη αγάπησα και έγινα η πουτάνα του. Δεν υπάρχει λύτρωση πλέον, είμαι βρώμικη όσο ένας υπόνομος, μια που πρόδωσα και παραδόθηκα από τη σάρκα μου που πλέον είναι άρρωστη! Είμαι η πουτάνα της Βαβυλώνας και μήτε εσύ Αγία Μητέρα δε με προστάτευσες, γιατί;»
Η μητέρα άρχισε να μιλάει σε μια ακατάληπτη γλώσσα, έπιασε το χρυσό σταυρό που υπήρχε στη Αγία Τράπεζα και με μανία τον έμπηξε στην κοιλιά της τρεις φορές, αργά και μεθυστικά όλο πόνο σα να πηδιόταν μέχρι θανάτου με αυτό το ιερό σκεύος.
Το ιδιότυπο αυτό χαρακίρι συνοδεύτηκε με τα εξής λόγια:
«Έτσι πρέπει, έτσι θα γίνω πάλι η αγία, έτσι θα γίνω πάλι η Αγία Μητέρα. Σκοτώνω τον καρπό της κοιλιάς μου, όλους τους καρπούς κάθε κοιλιάς, τις ελπίδες μας… όλα τα ξεκαθαρίζω μια και καλή, μια και πολύ-πολύ καλή και για πάντα στους αιώνες των αιώνων, αμήν»
Η Κόρη
Η 20χρονη, σπουδάστρια σε γνωστό κολλέγιο κινηματογράφου είχε επίσης περίεργη και σίγουρα θλιβερή τύχη. Από τις πρώτες κιόλας ώρες της παρουσίας του νέου στο σπίτι ένοιωσε μια έλξη προς αυτόν. Είχε κάτι το γοητευτικό και άκρως καλλιτεχνικά εμπνευστικό πάνω του. Εκτός αυτού, η κοπέλα άρχισε γρήγορα να τον φαντάζεται και ως ήρωα σε μια ταινία. Μια εβδομάδα είχε δεν είχε περάσει όταν το σενάριο και μαζί ο πόθος της για το νέο έφταναν σε κορύφωση και ήθελε απεγνωσμένα κάτι να του πει για όλα αυτά. Ένα βράδυ λοιπόν του μίλησε για τα σχέδια της, την αγάπη της για το σινεμά. Γρήγορα του δήλωσε πόσο της άρεσε. Ήθελε να γίνει το αγόρι της. Ο νέος, απλά άφησε τη στιγμή να δώσει τη δική της δυναμική και σύντομα οι δύο νέοι βρέθηκαν να κάνουν έρωτα στο πίσω μέρος του σπιτιού, κάπου ανάμεσα σε χόρτα και τα αστέρια ως σκηνικό. Η κόρη άφησε να περάσει ένα δίλεπτο μετά τον οργασμό της και αφού άναψε ένα τσιγαριλίκι άρχισε να του εξιστορεί το σενάριο της ταινίας του με πρωταγωνιστή εκείνον. Ήταν το πιο σημαντικό σενάριο, του εκμυστηρεύτηκε. Αυτός δεν αντέδρασε, έμεινε σιωπηλός, και μετά από λίγο σηκώθηκε και έφυγε δίχως να αντιδράσει. Τις επόμενες ημέρες η κόρη συνέχιζε να κάνει έρωτα με το νέο, με όλο και περισσότερο πάθος και ένταση. Και πάντα του μίλαγε για το σενάριο της ταινίας της, επίσης με μεγαλύτερο πάθος, κάτι που έκανε την ασυνήθιστη σιγή του να την ταράζει σύμβαθα όλο και πιο πολύ. Έως που νύχτα του εκμυστηρεύεται ένα άλλο φινάλε για την ταινία της. Οι δύο ήρωες θα πεθαίνανε μαζί, απόδειξη της βαθιάς τους, παντοτινής αγάπης. Ο νέος την κοίταξε με βλέμμα παγωμένο, τη φίλησε στο μέτωπο και έφυγε.
Την επόμενη μέρα η κόρη σηκώθηκε ταραγμένη. Άρπαξε την κάμερα και βγήκε έξω θέλοντας να αποθανατίσει το νέο και αγαπημένο της. Βρίσκοντας τον εστίασε και πάτησε το rec. Αλλά τότε έγινε κάτι που προς στιγμή τη φόβισε γιατί απλά, όσο και αν τον έβλεπε εκεί μέσα από τα μάτια της, την ίδια στιγμή στην οθόνη της κάμερας, ο νέος δεν υπήρχε. Δεν μπορούσε να τον βάλει στην μνήμη της κάμερας με κανέναν τρόπο. Άρχισε να φωνάζει «μα πού είσαι, πως είναι δυνατόν να χάνεσαι;» Η μόνη της απόκριση ήταν άδεια πλάνα. Γύρισε την κάμερα προς το πρόσωπό της, έκανε μια σειρά από μορφασμούς και μετά προσπάθησε να δει αν κάτι έγραφε η κάμερα. Μόνο το φόντο είχε γραφτεί. Πέταξε την κάμερα κάτω γύρισε γρήγορα στο δωμάτιό της και άδραξε μια πολαρόιντ. Κατρακυλώντας έξω άρχισε να βγάζει φωτογραφίες πότε τον νέο πότε την ίδια. Το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο, ένα φόντο που απλά άλλαζε ανάλογα με τη ματιέρα της. Έσπασε με μια κίνηση τη μηχανή και έτρεξε κάτω από τον ήλιο μέχρι την κοντινή λίμνη. Έσκυψε να δει το πρόσωπό της αλλά δεν είδε παρά την αντανάκλαση του μεσημεριανού ήλιου. Δίχως δισταγμό, έπεσε στο νερό και σαν κάτι να άδραξε τα πόδια της παρασύροντας τη στο βυθό της λίμνης με τα πράσινά του χρώματα.
Ο Γιος
Από το παράθυρο του δωματίου τον έβλεπε μισόγυμνο να χτυπάει τη γη οργώνοντας την με τρόπο που έδειχνε αγάπη. Άνοιγε μικρές τρύπες και μέσα τους ακουμπούσε άλλοτε μικρά φυτά, και πάντα του φαινότανε πως τα χάιδευε καθώς τα τοποθετούσε προσεκτικά μέσα στη γη. Μια μέρα είδε το νέο να κολυμπάει στα νερά της κοντινής λίμνης. Ήταν γυμνός και το σώμα του έλαμπε ασυνήθιστα φωτεινό κάτω από ένα θαμπό ήλιο. Φαινόταν σαν να είχε χρυσόσκονη πάνω του. Κάτι ένοιωσε να σκιρτά, σίγουρα δεν ήταν το μυαλό του. Ήξερε από τον πατέρα του πως κάποιες σκέψεις είναι καλό να τις ξεχνά, αλλά δεν ήξερε τι να κάνει όταν το σώμα του αντιδρούσε έτσι. Έκλεισε την κουρτίνα πίσω από το παράθυρο και χώθηκε κάτω από το σεντόνι. Δεν μπόρεσε να τον ξεχάσει μέχρι που πηχτό υγρό κύλησε ψηλά στο πόδι του.
Είχαν περάσει δέκα μέρες από την άφιξη του νέου και ο γιος έγραφε μικρά ποιήματα για το νέο κάθε μέρα.
Ήταν η δύση του ήλιου όταν βρέθηκαν και οι δυο τους σε μια γωνιά δίπλα σε ένα δέντρο που απείχε ελάχιστα από τη λίμνη. Άρχισαν να παίζουν μεταξύ τους ένα παιγνίδι κάπως περίεργο που έμοιαζε με το κρυφτό. Μόνο που όποιος έβρισκε τον άλλο έπρεπε να τον σφίξει στην αγκαλιά του και να του πει ‘φτου ξελευτερία σε κάθε φόβο’. Ο νέος έπιασε τον έφηβο αλλά αντί να του μιλήσει τα λόγια εκείνα, του ψίθυρε: « Νοιώθεις το φως του φεγγαριού μέσα σου; Το νοιώθεις να σου μιλάει με ψιθύρους; Εκεί στη ματιά, ακούς τη μικρή φωτιά να μιλάει στη γλώσσα της; Κάτι σα παλμός μέσα σου, κάτι ασημένιο μέσα σου; Κάτι που δεν θα βρεις ποτέ αλλά το έχεις κιόλας βρει;»
Ο γιος, λένε οι ιστορίες πως έκανε έρωτα με το νέο πολλές φορές. Μόνοι αυτό λένε. Ο γιος σήμερα, κανείς δεν ξέρει που είναι. Το σίγουρο είναι πως κάποιοι τον είδανε λίγες μέρες μετά το συμβάν να βαδίζει στο δρόμο προς τις άλλες πόλεις. Δεν είχε τίποτε άλλο μαζί του.
«30 Ιουλίου 19... Δεν έχω κάτι άλλο να κάνω πλέον. Κάθε σιγουριά, κάθε ψήγμα γνώσης έχει χαθεί σε αυτόν και μέσω αυτού. Δεν ξέρω ποιος είναι αλλά πλέον δεν ξέρω καν εγώ ποιος είμαι. Και όμως βρήκα κάτι νέο για εμένα μέσω αυτού. Είναι ιερός ή ανίερος; Θεός ή δαίμονας. Δεν ξέρω. Μπροστά μου απλώνεται μια θάλασσα που πρέπει να περπατήσω γυμνός στην επιφάνειά της. Αλλά για να φτάσω εκεί, η έρημός μου με περιμένει και μαζί της η ανάσα της άρνησής μου. Καίει από πόθο και τίποτα και διάλυση και τρόμο. Είναι άλλο κάτι αυτό εκτός από τη γέννησή μου; Αυτός όμως ήταν πάντα εκεί, περιτριγυρισμένος από το μεγάλο φίδι, σίγουρος για τη δύναμή του και τη δική σου. Εδώ και αιώνες. Δημιουργός και καταστροφέας μαζί, παιδί της νύχτας και του φωτός μαζί. Ο ξεχασμένος, λένε. Δε μου φάνηκε όμως έτσι. Δεν έχω τίποτα, δεν ξέρω που είναι οι άλλοι. Έχω καιρό να τους δω. Αλλά δε με νοιάζει, γιατί βρήκα εσένα. Είσαι ο μόνος για εμένα πλέον. Και τώρα ξέρω που θα σε βρω, σίγουρα όχι μέσα σε αυτά τα βιβλία, σίγουρα όχι εδώ, όχι. Δώσε μου μόνο το θάρρος που μου πήρανε κλεφτά και με εξυπνάδα τότε. Και άσε με να πάρω τη μορφή της δύναμής σου, γιέ της Χώρας δίχως γέννηση ή και θάνατο. Φεύγω τώρα κιόλας για να σε βρω, συνάντηση εκεί στην γνωστή μας άκρη. Ανυπομονώ τόσο να σου δοθώ και δε με νοιάζει άλλο τι από εσένα. Είμαι ελεύθερος, τα διέγραψα όλα.»
Το αυτοκίνητο του πατέρα βρέθηκε μια μέρα μετά. Ήταν σταματημένο σε ένα απόμερο γκρεμό. Στη θέση του οδηγού ήταν νεκρός, ο πατέρας. Το περίεργο ήταν πως φόραγε γυναικεία ρούχα και ήταν με τέχνη βαμμένος. Είχε ανοικτά τα μάτια. Δεν είχε σημάδια που να πρόδιδαν κάποια σύγκρουση ή δολοφονική ενέργεια. Όσοι τον είδαν λένε πως το πρόσωπό του έδειχνε κάποιον που πέθανε χαρούμενος και πως τα μάτια του σα να ταξίδευαν κάπου λαμπρά και όμορφα. Έτσι λένε!
στέλλα
χίμαιρα
με ενοχλουν οσοι λενε σκια αντι για σκι-α
και μπαλονι αντι για μπαλονι
η πιο σπαρακτικη κραυγη που εχω ακουσει ποτε ηταν ενός μικρου κοριτσιου
δεν ηθελε να γυρισει σπιτι και προσπαθουσε να ξεφυγει από τον μεγαλυτερο αδερφο της που εκτελουσε οδηγιες μαμας..
εκλαιγε και τσιριζε βοηθεια τοσο δυνατα που ηθελα να την κρυψω κατω απ'τη φουστα μου μεχρι να ξεφυγει και μετα να την αφησω να με παει βολτα..
το προβλημα δεν είναι εκει.. είναι παντου..
πλακα που θα εχει μια φορα να ξυπνησεις και γω να εχω δει στο ονειρο μου τη ζωη σου και συ τη δικη μου και μετα να σκοτωθουμε μεταξυ μας..ποτε δεν θα καταλαβω τη διαφορα μεταξυ ενεργητικης και παθητικης φωνης..οπως επισης δεν θα καταλαβω ποτε γιατι οι περισσοτερες φιλες μου μετα από καποιο καιρο θελουν να μαρανουν ο,τι
λουλουδι κουβαλαω πανω στα φορεματα μου..φοβαμαι τις μελισσες..και σε τσιμπανε και πεθαινουν μετα..
μπα νομιζεις πως κανεις λαθος.
κανεις λαθος γιατι:
ένα πιατο για να φαω και ένα για να σπασω σε περιπτωση αναγκης..
πολλα μαυρα φρουφρουδιαρικα εσωρουχα και πεντε κοκκινα ,απλα, για την περιοδο..κοκκινο επι φρου φρου ισον επιπλεον..και ότι επιπλεει φαινεται..
ένα στρωμα για να καθομαι και μια καρεκλα για να κοιμαμαι που? και που?
ένα φωτιστικο οροφης και ένα δαπεδου για τη σπανια περιπτωση του να κατεβω απ'το ταβανι στο πατωμα..
ένα ζευγαρι μοβ μακρια γαντια..και ένα ζευγαρι κοκκινα για τις φι-λι-κες χειραψιες..
εκατομμυρια φορεματα με λουλουδια για να τα απλωνω στο πατωμα και να τα παταω..και καμια φορα να τα φοραω κιολας..βραδυ..για να φωτοσυνθετουν..
καποτε θα τα ριξω όλα σε ένα κουτι και θα τα πεταξω από μια ταρατσα..εφετζιδικο..
ένα τσιγαρο απ'όλα χωρις χασις..
ένα μαυρο φορεμα για τις χαρουμενες κηδειες..
μια μπυρα σε γυαλινο μπουκαλι γιατι εχει πλακα να την ανοιγω χωρις ανοιχτηρι και να με κοιτανε ολοι σα να εχω βγει απ'την κρεαταγορα..
καμία κουζινα, ένα γκαζακι..ενα γκαζακι σε περιπτωση αναγκης..
μια μικρη τσαντα γιατι βαριεμαι να αλλαζω το εσωτερικο της συνεχεια και λογω μεγεθους χωραει μονο οσα της είναι απαραιτητα..ευτυχως..
φαντασου ποσο ευκολα χανεις την ισορροπια σου για να βαζεις καγκελα στο μονο κομματι του σπιτιου που ανηκει στο εξω..τη βεραντα..
στα 12 κρεμιοσουν αναποδα απ'τα δεντρα ενώ εγω αλλαζα τις πρωτες μου σερβιετες..
ομορφια..νομιζω πως θα βαψω μαυρα τα μαλλια μου..εχει πλακα στο κομμωτηριο..μου αρεσει να κανω την κομμωτρια να νιωθει θεα..της λεω ότι δεν εχω ιδεα για το τι θελω να κανω..και αρχιζει να μου προτεινει..τοτε είναι που μπαινουν και οι υπολοιπες μαλλιαρες στο παιχνιδι..και στο τελος διαλεγω κατι ασχετο , αφου τις κανω να πιστεψουν πως εκεινες διαλεξαν για μενα...αλφα βητα υψιλον χι..μαλλι της γριας..παει καιρος από τοτε που ειχα φαει τελευταια φορα..αυτη η ασπρη κολαση με το απαισιο ονομα που χαλαει τα δοντια και η υφη του γλυκου τιποτα στο στομα..ο,τι καλυτερο μπορει να ταϊσει κανεις έναν ανθρωπο..μου αρεσει να κλαιω χωρις λογω και μετα να γελαω χωρις λογω..μονο τοτε εχει πλακα..και μετα:
είναι κριμα να αγοραζεις λουλουδια.
ποσο ωραια μπορει να δειχνουν μεσα σε ένα βαζο με φιογκο να προσπαθει να τους κλεψει τη δοξα και πλαστικο περυτιλιγμα να θελει να καλυψει τη μυρωδια και την αισθηση των αγκαθιων και της υγρασιας τους..Μαλακα.
μου πηρες λουλουδια.και εγω τα πηρα και στα πεταξα στο κεφαλι.ανθοστολισμενε μου.ετοιμος για την τελευταια σου κατοικια.σου πηρα λουλουδια.δεν θελω να μου τα αγορασεις..θελω να παμε καπου και να μου τα δειξεις.να μου τα μυρισεις και να στα μυρισω.στο χωρο που τους αρμοζει..εσενα ποιος χωρος σου αρμοζει αραγε?..και όχι κυριε Μου τα δυο τηλεφωνα τη μερα είναι εμετικα πολλα..το μονο που δεν εχει αλλαξει 89 χρονια τωρα είναι η λατρεια που εχω στους αντρες..μπορω να τους φροντιζω και να τους παραμυθιαζω αιωνια αρκει να μη μου το ζητησουν..
θυμαμαι πως :
ενα μηνα πριν φουνταρεις με το βιολι σου αγκαλια βαφομασταν σαν τον τζοκερ και χορευαμε roxy music το if there is something..(τοτε μου εμοιαζε με τσιφτετελι..δεν νομιζω πως θα αλλαξω ποτε γνωμη)..εσυ μιλουσες γερμανικα και εγω μονο αγγλικα και περιπου ελληνικα.και τρεχαμε στο καταστρωμα..Γιατι δε φουνταρες τοτε???ποιο θεαματικο.
αυτοκτονησες στα δεκατεσσερα όταν εγω ημουν 12..και βρεθηκα τωρα εγω από τη σουπερ κατερινα να διαβαζω ο,τι βιβλιο ψυχολογιας εχει ο πατερας μου..
φυσικα κρατησε λιγο..
...στα 14..ειδα ένα αναμμενο φως την προηγουμενη κυριακη..
Και τρομαξα.
Το εσβησα γρηηγορα και εφυγα.??να δουμε τους εαυτους μας και να κανουμε διαλογο??.μια χαρα μονολογο κανω. για φαντασου να εκανες συνεχεια διαλογο.αρλουμπες θα ελεγες..(αστεια λεξη:αρ-λου-μ-πες)..
Δεν υπαρχει διαλογος χωρις μονολογο..
Ε και στο
κατω
κατω
πλακα εχει..
Κατω..
ενα δωματιο γεματο φουσκες , πουπουλα και χρυσοσκονη.. εγω να πεταω καπου εκει μεσα να με γαργαλανε τα πουπουλα και να φτερνιζομαι..ειναι ομορφο να σου αρεσουν τετοιου ειδους αχρηστα, ανουσια και μισητα από τον βαθια σκεπτομενο ανθρωπο πραγματα..θυμαμαι..
Ααααα πως μεγαλωσες.. πως ωριμασες..ε βεβαια..τα κοριτσια είναι αλλιως παιδι μου.που να ξερες κυρια με το πεπονακι στο κεφαλι..πως οσο εσυ προσευχοσουν να μην πεθανεις γρηγορα στον θεουουουληη..τοτε που ημουν 7 χρονων με γρατζουνιες παντου.δεν προσευχομουν? να μου γιατρεψει τις πληγες, αλλα να μου δινει και αλλα μπαλκονια, βραχια ,γωνιες και λακκουβες να τρωω τα μουτρα μου..με χρυσα κουταλια..θυμαμαι τοτε που ημουν εκει γυρω στα 70 κατι (και δεν ζουσε ο θεουουουουλης) πηγα εκκλησια κυριακη πρωι.όπως κάθε δευτερα.φορεσα το ταγερακι με το λουλουδι στο πετο και τη φουστιτσα μεχρι το γονατο.βρηκα τις άλλες κυριες του κυκλου για να τις κερασω γλυκο του κουταλιου κιδωνι .και παρακολουθησα την προσευχη τους .+άλλη μια μερα+..και γω υπηρχα στο χωρο και ευχαριστουσα το θεουουουουουληη για τους γκρεμους που μου εφτιαξε και τις τουμπες που του χαρισα..και μετα πεθανα εκει γρια και ανωριμη με γλυκο του πιρουνιου κιδωνι στα χειλη και τις καμπανες να παιζουν το if there is something.μια μονη λεξη ηταν εκει με μια μονη προταση και μου ελεγε να παω στο +διαολο+...με την ευγενικη χορηγια του θεουουουουλη..
Και οι δωδεκα κατασκευαστες θεοτητων συνιστουν devil..
Για καθαροτητα που διαρκει..
Τωρα ας υποθεσουμε ότι ειμαι 18.
Που σημαινει ότι πριν ένα χρονο τελειωσα το λυκειο.
Πριν 7 το δημοτικο και πριν 13 το νηπιαγωγειο.
Όλα τα ειχα μια χαρα χωρισμενα μεχρι που στις 14 φεβρουαριου ακριβως την ημερα των γενεθλιων μου,την ημερα που γινομουν 49.. θυμηθηκα γιατι ..
Θυμηθηκα ακριβως.ησουν μαλλον το μονο ατομο κοντα στην ηλικια μου.το μονο που ειχα επιλεξει να είναι κοντα στην ηλικια μου..
Ολοι οι αλλοι με περνουσαν τουλαχιστον 5 χρονια.εσυ μονο 2 ημουν πενηντα8 και εσυ 80πεντε..
Τι ωραια που περνουσαμε. ποτε κανενας άλλος δεν ειχε αυτοκτονησει τοσο υπεροχα.για εμας ησουν ο 13ος απ τους δωδεκα κατασκευαστες θεοτητων.ησουν ο devil.και πιστεψε μας η καθαροτητα σου ειχε διαρκεια πολύ μεγαλυτερη των δωδεκα σου χρονων..
διηρκησε μεχρι εκεινη τη χι-η(μαι)ερα της ωρας που κλειδωσα και τις 45 κλειδαριες της πορτας του σπιτιου μου..και αναρωτηθηκα..απο τι? μπορει να θελει να προστατευθει ενας κλειδωμενος..ενας? κλειδωμενος που σιχαινεται τις κλειδαριες..
ειμαι κακη ψευτρα..αληθεια? σου λεω..
η πιο αυθορμητη αποφαση που πηρα ποτε ηταν να ζησω(?)..σα μελισσα..(που (θα) μπορουσε) να παιζει βιολι..και να βαφεται σαν τον joker..
Ξενερωτα Μεσημεριανα Ονειρα
Καληνυχτα?(???)
παραμύθι
ειναι ο ηρωας. ειναι ηρωας γιατι καποια στιγμη θα Πεθανει.
το μονο που θελει είναι να μην πενθησει κανεις για τον θανατο Του..
η ζωη τον εμποδίζει .βοηθος του ηρωα στον πολεμο του με τη ζωη Είναι.
ολη η γη είναι καλυμμενη απο μαυρες τουλιπες με μυρωδια Κανελας.
ο ηρωας ξαπλωνει στις τουλιπες γυμνος και νοιωθει το βελουδινο αγγιγμα τους ,ακουμπαει τη μυτη του στην καρδια τους και εισπνεει ολη την κανελα του κοσμου σαν κοκα..βοηθος του Ηρωα στον πολεμο του με τη ζωη Είναι..
ο ηρωας περπαταει στις ραγες ,τις ζωσμενες από γαλαζιες χρυσοσκονε Τουλιπες..
εκει συνανταει την ωραια κοιμωμενη ξυπνια.ειναι εκει για να αυτοκτονησει..ο πριγκιπας της λερωσε το φορεμα με το σπερμα του.τραγουδαει: Φαντασου εναν τυφλο να θελει να ακουσει Και να μην Μπορει.
μπορω να σε ακουσω σαν να ειμαι τυφλος και να μη μπορω να Αγγιξω
μπορω να μιλησω σα να ειμαι μουγκος και να Βλεπω
αυτο που δεν θα μπορεσω να κανω ειναι να ειμαι κουφος και να μη Μιλαω
μπιπιτι
μπορω να κοιταξω εκει όταν ειμαι Εδώ
μπορω να ειμαι εκει όταν ειμαι Αλλου
δεν μπορω να ειμαι και εδώ και να Σκεφτομαι
εδώ σκεφτομαι και αλλου Εφαρμοζομαι
οτι εφαρμοζει εχει φτιαχτει για συγκεκριμενο Σκοπο
εσυ εφαρμοζεις αλλα εισαι λιγο πιο μικρος από το σημειο Εφαρμογης
αυτος εφαρμοζει και αλλαζει καλουπι στο σημειο Εφαρμογης
μποπιτι
συνδεεις την πριζα με το Καλωδιο
σβηνεις το φως και μπαινεις στο Δωματιο
η λεκανη είναι οβαλ και ο κωλος σου Τετραγωνος
το γοβακι της σταχτοπουτας είναι γυαλινο και διαφανο και καθαρο για να φαινονται τα σκουπιδια που Παταει.
αντε γεια τωρα Βαρεθηκα
και να σου πω ότι Χαρηκα???
παραεισαι ευγενικος για τα φορεματα Μου...
ΜΠΟΥ
εκεινη την παρα πολύ στιγμιαια στιγμη περασε η αμαξα κολοκυθα της σταχτοπουτας εκοψε την ωραια κοιμωμενη σε κομματακια και την ξυπνησε μια για Παντα.
ο ηρωας συνεχιζει να ισσοροπει στις ραγες με τις γαλαζιες τουλιπες μεχρι που παραπαταει, πεφτει πανω τους και τα πεταλα τους τραγουδανε την πορνογραφια του χατζιδακι.βοηθος του Ηρωα στον πολεμο του με τη ζωη Είναι...
ο ηρωας περπαταει στο δρομο από πληκτρα πιανου και φτανει στη διασταυρωση με τις χορδες του Βιολιου.
εκει θυμαται..πως εχει παρει το σωστο Δρομο .
δυστηχως είναι πολύ αργα για να παει στον λαθος.εμφανιζεται η καθολου κλασσικη κατά την αποψη της μουσικη.πετυχε το στοχο του.συναντησε την μαυρη Τουλιπα.
βοηθος του ηρωα στον πολεμο του με τη ζωη Είναι...
σε αγαπω σε ακουω σε Πενθω
πενθος μου Γλυκο
σε ακουω να τσιριζεις απ'τον πονο και μου φαινεται σα Χαδι
σου εχει κολλησει μαρουλακι στο δοντι και μου φαινεται Χαριτωμενο
σε αγαπω όπως ο ταφος το πτωμα με γαρνιρισμα Σκουλικιων
σε πενθω όπως οι κουνιες τα παιδακια που Μεγαλωσαν
σε λυπαμαι γιατι δουλευεις Λιγο
δουλευεις λιγο τον Κοσμο..
Καημενε.
αλλα σε λυπαμαι πιο πολύ γιατι περισσοτερο απ ολους σε δουλευω Εγω..
με επιμελεια και ακριβεια και οργανωση και μια συνοχη στη σκεψη που ουτε τα αεροπλανα δεν εχουν με τον ουρανο Τους..
αχ καθομαι γυμνη στην μαυρη μου πολυθρονα,βλεπω τον ανδαλουσιανο σκυλο στον τοιχο και τρωω γλυκο του κουταλιου κυδωνι ,καπνιζω, πεταω τις σταχτες σου στο τασακι, σε Κορνιζαρω και σε κρεμαω πανω απ το τζακι,αριστερα απ τον μπαμπα μου και ακριβως πανω απ τα δαχτυλιδια και τα κραγιον που Εσυ μου εκανες Δωρο.
και Σκεφτομαι.
τι ωραια που είναι να ανηκει κανεις στην εργατικη Ταξη.
βοηθος του ηρωα στον πολεμο του με τη ζωη είναι ο φονος του απ τη μαυρη τουλιπα και η Ηρωινη..
τα γυαλινα γοβακια του ραγισαν και Ξανακολλησαν......
.......ραγισαν αυτά καλα και εμειναν διαφανα Καλυτερα.
καλημερα και ονειρα Ηρωϊνικα
το πιο σημαντικο αντικειμενο που εχασα ποτε
οσο υπαρχει ουρανος και ξερω ότι μπορω να κρυφτω μεσα του, κοιμαμαι ησυχη τα πρωϊνα]
οσο υπαρχει βιβλιο που δεν θελω να διαβασω ηρεμω ,γιατι ξερω ότι μπορω ακομα να επιλεξω]
οσο υπαρχει μουσικη να μου φτιαχνει ιστοριες ,δεν μπαινω στον κοπο να φτιαξω τις δικες μου]
οσο υπαρχει παρασταση που θα ηθελα να παιξω, δεν ασχολουμαι με προβες]
οσο υπαρχει τανγκο που δεν εχω χορεψει ,ευχομαι να μην ξεχασω να ακουω]
οσο η θαλασσα ευχεται να απαλλαγει απ'την αμμο της, θα καταριεμαι τον πατο της]
οσο υπαρχει βιβλιο που θελει να χασει τον τιτλο του ,θα μισω το περιεχομενο του]
οσο τα δακρυα σου θελουν να πνιξουν το προσωπο σου, θα σκιζω τα χαρτομαντηλα ]
οσο το ποδηλατο θελει να φρεναρει ,θα δημιουργω κατηφορες\
\
\]
οσο η Mary Poppins θελει να χασει την ομπρελα της ,θα ειμαι ο παπαγαλος στο χερουλι της]
οσο το στομα σου θελει να χασει το μυαλο σου ,θα λυπαμαι γιατι εχεις ξεχασει]
οσο υπαρχει μαγος που θελει να μαθει καινουργια κολπα , θα του θυμιζω την πραγματικοτητα]
οσο η γη θελει να χασει εσενα ,άλλο τοσο θες και συ να χασεις τη γη]
οσο η αλφαβητα θελει να χασει το αλφα ,δεν θα την αφηνει το ωμεγα]
οσο η εκκλησια θελει να χασει το θεο της ,δεν θα την αφηνουν οι παππαδες]
οσο ο ζωγράφος θελει να χασει τα ορια του, θα καιω ολους τους πινακες]
οσο η φασαρια θελει να χασει την ενταση της ,θα κανω περισσοτερη ησυχια]
οσο ο ανθρωπος? θελει να χασει το σωμα του ,δεν θα τον αφηνουν τα γεννητικα? του οργανα]
οσο η Μπρενθις είναι μαυρη πεταλουδα ,δεν θα πενθω]
οσο ο Τσαρλς πινει μπυρα ,θα τον διαβαζω νννννει(η)φffααααααααλοιοιοιοιοιοι(ι)αα?]
οσο ο κυριος εψιλον εις το τετραγωνο με παρουσιαζει σα γερο με λουλουδια στο κεφαλι ,θα μενω νεα]
οσο ξεχνας χανεις]
χασε βλεφαριδες
δυο
Εδιμβουργο
ξυλινο σπιτι
πεντε
φουξια περουκα
επτα
μηλοπιτα με πολύ κανελα_τσαϊ στην κουπα που εσπασε και μετα ηπια
δεκα
[εχασες να θυμασαι
οσο και να θες τωρα δεν κανω τιποτα
περναει ο χρονος? - σκεφτομαι πως εχω κατι να κανω.
αλλα τι?
θυμησε μου
[ ]
σας γραφω απο εναν τοπο μακρινο
χαραξα τη γραμμη του προσωπου σου, καποιοι ποροι με ρουφηξαν, καθαρισα την οραση σου θολωνοντας τη και μετα μπηκα στα αυλακια κατω απ'τις χαραμαδες της μυτης σου, κυλησα γρηγορα τον κατηφορο πανω απ'τα χειλη σου, μεχρι που τα χαϊδεψα και ενιωσα τη ροζ γλωσσα σου να με μυριζει και να ρουφαει την αλμυρα μου.τη ροζ γλωσσα σου που εμοιαζε με φυλλο τριανταφυλλου.
κυλησα και κυλησα.εφτασα μεχρι τη σχισμη του σαγονιου σου και εκανα τσουληθρα στο λαιμο σου.. αγγιξα το στερνο σου..μεχρι που με απορροφισε το χαρτι που με περισσεια χαρη χαϊδεψες ολη τη διαδρομη που ειχα κανει..με παρατησες πανω στο τραπεζακι που εχεις στο μπαλκονι σου και εφυγες..πριν προλαβω να αφυδατωσω τη διαδρομη σου....φυ...ση......ξε...
και αποφασισα να φυσηξω και εγω.
φυσηξα γιατι ημουν ελαφρυς ενω εσυ βαρυς.
ξεκουραστηκα στο αστερι που φωτιζεις καθε νυχτα απ'το μπαλκονι σου..το γυαλισα με την υγρασια σου και το φωτισα με την αλμυρα μου..
αποφασισα να μεινω για παντα εκει, να σε βασανιζω και να σου φωτιζω τα δακρυα που χαϊδευεις μακρια απ'το προσωπο σου και κρατας μεσα στα ματια σου..κρατας τα φυκια και τους αστεριες της θαλασσας ..αν παλι θελησεις ποτε να με ξαναβρεις, πες σε αυτους που θα πενθησουν για σενα να μη σου κλεισουν τα βλεφαρα μεχρι να διαλυθουν απ'το κυμα που θα ελευθερωσουν και θα τα πνιξει..
και υστερα κοιταξε προσεκτικα..και βρες με..δε θα σου ειναι δυσκολο..γιατι τωρα πια εχεις φτιαξει εναν ολοκληρο ουρανο απο δακρυα, μια ολοκληρη θαλασσα πανω απ'τη γη..
....Σε φιλω αλμυρα στα χειλη..η διαδρομη σου ειμαι ματια μου...
η διαδρομη που φτιαχνει μια βροχη αστερια, εναν λυγμο απο σταλακτιτες.μια βροχη απ'τα αστερια που εχεις καταδικασει να κρεμονται σα δακρυα στο προσωπο και τις γραμμες του ουρανου.δακρυβρεχτη βροχη..οταν χανεται ο ηλιος και δεν μπορει να στεγνωσει κανενα αστερι.δεν μπορει να στεγνωσει καμια διαδρομη..
...και το προσωπο λαμπει καθαρο και αλατισμενο..
εξομολόγηση
Μερικες εξομολογησεις γινονται χωρις να το καταλαβεις.
Αλλα μηπως.λεω μηπως..πολυ τσιρκο για το τιποτα?
Και μηπως..λεω μηπως...θα ηθελα πολυ να σε ειχα γνωρισει πριν προλαβει να σε παρει μακρια..
Πριν σου πω..
Ισως και να μην ηθελες..να μη σου εμενε τιποτα να θυμασαι μετα τη γνωριμια μας..
Γιατι μετα?
Μου λειπεις χωρις να σε εχω δει ποτε.χωρις να μου εχεις μιλησει ποτε..
Πιστευεις πως αγαπω περισσοτερο οσους δεν αναπνεουν αλλα η αναπνοη ξερεις..δεν ειναι τιποτα..ειναι αερας..
Μπορει να σου χρωσταω και δε θα το μαθω ..
Αλλα δεν επρεπε..ισως να μην επρεπε..
Ετσι δε λενε αυτοι που αναπνεουν για ο,τι δεν καταφερνουν?
Λενε : δεν επρεπε και πολυ τσιρκο για το τιποτα..
Επρεπε και μπορουσε ομως ειχες εναν συνοδοιπορο που πεθαινε για σενα..το aids..
Ειναι ασχημο και φρικτο και κακο και τραγικο να θες να κλαψεις και να μην μπορεις γιατι δεν εχουν γιορτασει καν τα πρωτα σου γενεθλια..
Προσπαθω να καταλαβω αν είναι καλυτερο να χανεις την αναπνοη σου απ'το να κρατας την προσπαθεια για αναπνοη διπλα σου..
Μηπως ετσι επρεπε?
Ειναι καλυτερα ετσι.
Ξερεις ετσι λενε οσοι αναπνεουν για ο,τι δεν μπορουν να αντεξουν..λενε ετσι επρεπε και πολυ τσιρκκο για το τιποτα..
Όμως το τσιρκο ειναι πολυ απο μονο του..αρα οταν γινεται και πολυ και τσιρκο γινεται κατι σα ναρκωτικο .
Το ναρκωτικο ειναι η αρρωστια του σωματος και η υγεια του μυαλου?
Μηπως??ετσι δεν επρεπε??
Εκεινη παντως δεν ξερει τιποτα..
Και ετσι επρεπε να γινω..
Αλλα για να γινεις πρεπει να εισαι..σωστα?γιατι δεν απαντας?
Εκεινη δεν ηταν και ουτε θα γινει ποτε..
Θυμαμαι εκεινη την απαισια εγγλεζικη μπυροκοιλια που κρεμοταν απο καποιον αντρα γυρω στα 65.
ΕΠΡΕΠΕ να ημουν 15.
Και εκεινη τη στιγμη που με βρηκαν και με πηραν μακρια του..προλαβαν και δεν την ακουμπησε..αλλα και μονο που θυμαται ΕΚΕΙΝΟ το χερι να της σφιγγει τον ωμο..αηδιαζω και ξερεις δεν ειχε καταλαβει..αλλα ευτυχως..προλαβαν..ειμαι καλα..
Μονο που.να μωρε..καθε φορα που χαζευει τα συννεφα τα σιχαινομαι γιατι σχηματιζουν κοιλιες..
Όταν μισεις δεν κλαις..μενεις να χανογελας , να διατηρεις και να ποτιζεις ενα χαζο ηλιθιο, μονοτονο και εκνευριστικο υφος..
Δεν λυπαμαι για τιποτα αλλο περα απο τα συννεφα..απο τα συννεφα που καθε φορα που θα τα κοιταει θα τα σιχαινεται..
Ισως δεν επρεπε..και πολυ τσιρκο για το τιποτα..
Ξερεις ετσι λενε εκεινοι οταν δεν τα καταφερνουν..
Απο τοτε που αντικρισε αυτη την κοιλια..επαιζε πιανο και εγω δεν την ακουγα, σταματησε να παιζει ακορντεον και παρατησα το βιολι μου σε μια παραλια..δεν ειχε προλαβει να μαθει..δεν ειχε προλαβει να το γρατζουνισω..
Το ακορντεον της εμοιαζε με κοιλια που αναπνεει, το πιανο ειχε κοιλια που ανοιγει.
.....αλλα το βιολι της..το βιολι μου.
Ειχε κρυμμενη κοιλια,,,και της το ελεγα.να μην το παρατησει..
Μου απαντησα: επιστημονικη πραγματικοτητα και βεβιασμενη γενικευση ενος σχηματισμενου ασχημου σχηματος με πολυ πιπερι , μπυρα και μια κοιλια αντι για ματια.
Και μετα σε εψαχνε..και μου ζητησε να σε βρω και να σου εξηγησω οτι :οταν λεει δικο μου, εννοει δικο της γιατι αυτη τη στιγμη σου κλαιμε δυο ατομα.και προσεξε..
Αυτα που σου κλαψαμε σημερα δεν τα γνωριζει κανενας αλλος..
Μηπως??
Και σε ρωταω: ξερεις???
Και μου απαντας: ετσι επρεπε και πολυ τσιρκο για το τιποτα..ετσι λενε οι ανθρωποι οταν οι κοιλιες τους ακουμπανε τον ουρανο..
Ελπιζω εκει που εισαι να κανεις κατι καλυτερο απ'το να αναπνεεις..
Σαγαπαει πολυ.
παραλλαγές
1.ασπρο δωματιο.αδειο δωματιο.σε μια απ'τις πεντε γωνιες του ειναι τοποθετημενη μια τηλεοραση.
στο πανω μερος της εχει μια καμερα η οποια καταγραφει και προβαλλει στην οθονη τον τοιχο απεναντι της.
το δωματιο ανηκει σε αυτον που περιμενει καλεσμενους και φοραει συνεχεια την ιδια ασπρη μπλουζα με το ιδιο ασπρο τυπωμα.περιμενει τον Μαρκο..
εχουν χρονια να ειδωθουν.
Στο δωματιο βρισκεται συνεχεια η καθαριστρια του.
Ο Μαρκος μπαινει στο δωματιο χαιρεταει τον φιλο? του και καθεται στο πατωμα μπροστα στην τηλεοραση.
-οπ!ρε φιλε τι ειναι αυτο?παλι κουμπωμενος εισαι?χαχα!καλη φαση!
Ο φιλος τσαντιστηκε ειπε κατι χαμηλοφωνα και πεταξε τον Μαρκο εξω απ'το δωματιο.
2.ειχα να τον δω μακρια δυο χρονια τωρα.μπαινω στο δωματιο.μπαινω στο δωματιο αυτο με τον Καπα..
στην αρχη νομιζα πως μου εκανε πλακα.
καααααθομαι στο πατωμα μπροστα στην t.v.
ακου τωρα τον τρελο..
ειχα βαλει στην εκτη γωνια την ολη βλακεια.
καμερα στο πανω μερος της τηλεορασης να προβαλλει τον τοιχο και τις μουρες μας.
και τον ρωταω: ρε Καπα..τι ειναι αυτο?σε τι χρησιμευει?
και ο ψυχακιας ρε συ κατι μουγκρισε και με πεταξε εξω!
ποιος ξερει τι θα ειχε πιει παλι...
3.καθαριζω συχνα το σπιτι του.δηλαδη ποιο σπιτι του?απο τα 6,5 δωματια με βαζει να καθαριζω αυτο.αυτο το ασπρο, το αδειο.
μονο αυτο το πραγμα μες τη μεση.
την τηλεοραση του.
οσο τον περιμεναμε μου ειπε να μην φυγω για να καθαριζω ο,τι ακουμπαει ο καλεσμενος του.
περιμενα και γω.
και να σου τον.
μπαινει μεσα, καθονται μπροστα στην τηλεοραση και του λεει ο φιλος του:μεγαλυτερη μαλακια δεν μπορουσες να κανεις?
κατι του απαντησε ο κυριος Καπα που δεν καταλαβα και υστερα τον οδηγησε ευγενικα προς την εξοδο.
ε?τι και?
μετα καθαρισα και εφυγα.
4.τ-ο-ο-ο-ο-ν φοβαμαι.ειμαι εκει συνεχεια πανω του και..ουφφφφφφφφφφφφφφ.
αχ ειμαι δυστυχισμενος!δεν μπορω να μιλαω αλλο γι'αυτον..και την προηγουμενη φορα..μπαινει αυτος και καθεται μπροστα και-αι-αι τον ρωτησε γιατι φοραει ασπρη μπλουζα.και οτι του φαινεται καλη φαση..και αααααααααααα δεν μπορω..και..ουφφφφ..τσαντιστηκε και του εξηγησε οτι.ειπε οτι.δεν ειναι ασπρη.εχει εμενα.εχει σταμπα.και αχ δεν μπορω..παει και αυτος.τον εδιωξε.
5.ειμαι ο πεμπτος τροπος για να ακουστει αυτη η ιδια ιστορια..
συμπεραινουμε πως για να χρειαζεται πεντε διαφορετικους τροπους δεν θα εχει λογο υπαρξης μονη της..την κακομοιρα..σαν τροπος που ειμαι θα γινω ξεδιαντροπος και θα πω στους αλλους τεσσερις πως το μονο που ενοχλουσε τον Καπα και εδιωξε τον Μαρκο ηταν οτι του χαλουσε τη διαταξη των ανυπαρκτων επιπλων του.
ευχαριστω για την προσοχη σας.
Με καλοσυνη,
Τροπος Ξεδιαντροπος
6.και τους το ειχα πει.δεν θελω κανεναν τους...κανω μια μαυρη σταμπα στην μαυρη μου μπλουζα.το μαυρο τρενο μου με εμενα στη θεση του μηχανοδηγου και απο κατω με τεραστια μαυρα γραμματα γραφω το ονομα μου.και οοοολα αυτα γιατι??? για να τον ευχαριστησω.
ερχεται ο αηδιας στρογγυλοκαθεται στο πιανο μου και μου μαυριζει την ουρα του.υστερα καθεται μπροστα στην τηλεοραση που εχω στο ταβανι και βλεπω τη μουρη του στον τοιχο μου..
εκεινη τη στιγμη πνιγηκα απ'τη μαυρη τουλιπα που καταπινα και προσπαθησα να του πω.να του εξηγησω.οτι-οτι ..οτι ολα ταιριαζουν με εμενα.ομως εγωωωωω με κανεναν αλλο περα απ 'τον τοιχο μου.και-και-και.οτι-οτι-οτι.μου τον κρυβει.μου κρυβει τον τοιχο μου.και οτι ειμαι.ΕΙΜΑΙ ο Μαρκος..ειμαι-ΕΙΜΑΙ ο ΜΑΡΚΟΣ.και-αι-αι ο τοιχος μου τωρα ειναι κοκκινος και-αι-αι να πανε στο διαολο οι αλλοι 15 τροποι!στο διαολο!!η ιστορια ειναι δικια μου και μπορει να ακουστει μονο με εναν τροπο.
ντουκ- ντουκ-ντουκ-ντουκ-ντουκ-ντουκ
ελπίδα
Αγαπημένο παιδικό παιχνίδι
Νεογέννητη σκέψη κοιμόσουν στη μολυβένια κούνια.
Νανούρισμα σου οι εικόνες,
Πλούσιες, έντονες, ζωντανές..
Έξυνες το μολύβι πάνω στα όνειρα σου κ
Με πείσμα υπέγραφες τα θέλω σου.
Κάθε βράδυ στο καρεκλάκι της μοναξιάς σου
Μουτζούρωνες τις σελίδες του θυμού σου!
Κι όμως έκανες υπομονή.
Λαχτάρα ο πρώτος στίχος
Στην πανσέληνο της μοναξιάς σου
Έφτιαχνες ποίηση για να καλωσορίσεις
Τα συναισθήματά σου!
Φαντασία η ηρωίδα σου, απόδραση από τη σιγουριά η πλοκή σου!
Βιαζόσουνα να μεγαλώσεις, ήθελες να γραφτούν πάνω σου πολλές σελίδες!
Νέκταρ αμβροσίας οι στιγμές
Σε δρόσιζαν κάθε που διψούσες!
Είχες ανάγκη να παίξεις, να χορέψεις, να συνθέσεις
Κι όμως εσύ γέμιζες λευκές σελίδες
Μουντζουρώνοντας γεμάτες.
Χανόσουν αλλά όταν επέστρεφες η παρουσία σου
Δάμαζε τα άγρια ένστικτα του μυαλού σου
Ελευθερώνοντας την ανεξίτηλη πένα
που ποτέ δε θα πάψει να τραβάει τη φαντασία από το χέρι και
να τη σέρνει στο χορό της ελπίδας!
Τι ήθελα να γίνω όταν θα μεγάλωνα
Στο βατήρα της ζωής μου ρίσκαρα τους στόχους μου
Και πάντα η ίδια εντολή, λάβετε θέσεις.
Έτοιμη για το όνειρο; Έτοιμη για την κούρσα;
Έτοιμη να τρέξεις, να κερδίσεις, να φωνάξεις, να συγκινηθείς;
Ο χρόνος απειλεί κι εγώ καλούμαι να τρέξω, να φωνάξω,
να κερδίσω, να συγκινηθώ.
Ακούγοντας τη σκανδάλη αρχίζω να καλπάζω.
Κάθε μέτρο και στόχος κ κάθε που περνάει μια επιτυχία…
Εμπόδια αρκετά, η πρόκληση μεγάλη κι εγώ γεννήθηκα για αυτά…
Κάθε πέρασμα με γεμίζει αισιοδοξία,
η δύναμή μου μεγαλώνει, το χαμόγελο μου το ίδιο.
Αποστολή εξετελέσθη.
Η νίκη με αγκαλιάζει και η χαρά μου πνίγει κάθε κόπο,
πίεση και άγχος, δίνοντας το φιλί της ζωής
στην απόλαυση της προσπάθειας μου.
Το βάθρο στολισμένο για την απονομή, μετάλλιο η περηφάνια
του θέλω και μπορώ, στο άκουσμα του ύμνου
η ψυχή μου πέτυχε την κάθαρση.
Και η ιστορία έγραψε:
Η ελπίδα ονειρεύτηκε να τρέξει, να κερδίσει,
να φωνάξει, να συγκινηθεί και το πέτυχε.
Η δική σας ελπίδα;;;
Ερωτική εξομολόγηση
Θέλω τόσα να σου πω και όμως χάνω τις λέξεις. Μικρό γυάλινο παραθυράκι με ορατότητα σιωπηλή. Γεύση από καρπούζι και όλη τη μέρα στο σπίτι ελεύθεροι γυμνοί. Από την πρώτη στιγμή που σε είδα χαμογέλασα… αυτό το βλέμμα σου πάτησε τη σκανδάλη & διασκόρπισε παντού μικρές ελπίδες.. ελπίδες παντού! Τι όμορφα που είναι… δεν έχω μάθει να εξομολογούμαι κ ήρθες εσύ και έφερες μαζί σου το σάκο με τα δώρα.
Μαμούνια στο στομάχι μου χορεύουν πεντοζάλη.. κ η επιμονή μου κοντράρεται με το λυράρη του μυστήριου εγώ σου! Μπούρδεςςςςςςςςςς…….. τι σου γράφω; Τι έχω πάθει… Βασικά ξέρεις κάτι;;
Σε γουστάρω, μ’ αρέσεις… κάθε πρωινό ξύπνημα μαζί σου είναι ονειρεμένο! Κάνουμε έρωτα και χαμογελάω.. σε κοιτάζω και λιώνω! Έχουμε αυτό που λένε ΧΗΜΕΙΑ: Χ2Ο + Ε Ε2 + Η2Ο
Θα μπορούσα α γράψω πολλά ρομαντικά μπιχλιμπίδια αλλά αυτά τα αφήνω για άλλους! Δεν είμαστε εμείς για τέτοια.
Θέλω να με πάρεις αγκαλιά και να μου δώσεις ένα τεράστιο φιλί.
Α! Και αν κρατάς και μία σοκολάτα Lacta δε θα με χαλάσει. Και μην ανησυχείς… εσύ είσαι το πιο γλυκό κομμάτι της ζωής μου ;) γι’ αυτό μου αρέσει να σε δαγκώνω άλλωστε!
Υ.Γ sniarrrr…. Σ’ αγαπώ!
Το κουνέλι σου
Αν θυμάμαι καλά κάποτε ήταν η ζωή μου έκπαγλη γιορτή που άνοιγαν όλες οι καρδιές και όλα τα κρασιά κυλούσαν. Μια νύχτα πήρα την ομορφιά στα γόνατα μου και τη βρήκα πικρή και τη βλαστήμησα
Παρόλα αυτά συνέχιζα να τη χαϊδεύω και εκείνη πιο ξινή από ποτέ αντιδρούσε χτυπώντας τα χεριά της στο γυαλιστερό μαύρο τοίχο που υψωνόταν απέναντι της. Στεναχωριόταν που ήταν τόσο δεδομένη και κανείς μπορούσε να αντέξει την εκκωφαντική φωνή της. Σε στίχους μυστικούς έξυπνε τις χορδές του ευαίσθητου λαιμού της. Κόκκινα νύχια, διεγερτικά, μουδιασμένα από την άβολη στάση του σώματος της. "Μη μ'αφήνεις" μου είπε, "έχω πολλά να σου δώσω, αλήθεια"
"keep the light and touch the sky with your mind. Your soul just fly through the moon and give priority to your will" συνέχισε.
Έμεινα να την κοιτάζω κάμποση ώρα.. Πάντα μου άρεσαν οι ορχιδέες, σκέφτηκα! Να δώσω μερικές στις πατούσες μου να τις πάνε στο φεγγάρι.. Τι πιο όμορφο από πολλές λευκές και μωβ ορχιδέες διασκορπισμένες σε ένα άγνωστο μέρος! Κι εσύ διαβατής, ανέμελος, ελεύθερος, να μεθάς όλη μέρα από το άρωμα τους. Τότε κρασιά...τώρα χάσης, Τότε καρδιές...τώρα το ίσως.
"Πάμε?" και δεν Πάμε...
Είναι τόσο όμορφη που πως να της αρνήσεις. Και ξεχυθήκαμε στο λευκό καταπράσινο ποτάμι και κολυμπήσαμε ολόγυμνοι στη γλυκανάλατη με σαντιγί από αμύγδαλο λίμνη χωρίς ενδοιασμούς.
"Γιατί Τότε και όχι τωρα?" μου είπε και είχε δίκιο.
Το τρένο ξεκίνησε, η υπόθεση φόνου δικάστηκε, το τηλέφωνο δε χτύπησε ποτέ, η φωνή μου ακούστηκε, ο θυμός μου μίλησε...Φύγε σου λες, δε θέλω να μιλήσω! Κι αν είσαι χίμαιρα εγώ δε σε φοβάμαι. Και το δωμάτιο το κόκκινο με τα κίτρινα κουνούπια πάνω στους τοίχους κολλημένα, οι πατούσες βρίσκονται ήδη στο δρόμο, το κρεβάτι ξύλινο, έτοιμο να σπάσει από το αχαλίνωτο σεξ των ψευδαισθήσεων σου.. αρέσεις, νομίζω στο ξαναείπα.
Υπάρχει όμως κάτι που ξέχασα να σου πω:
"Μου τη σπάει που είσαι τόσο ψηλή και μου κρύβεις τον ήλιο.."
Και άνοιξα τα ποδιά μου και την πέταξα κάτω και από τότε και τον ήλιο απολαμβάνω και ανοίγοντας την κάνουλα της καρδιάς μου πίνω κρασί στην υγειά της...
Σας γράφω από έναν τόπο μακρινό…
Κάτω από λεύκες που τριγυρίζουν σαν πουλιά ξενυχτισμένα στη ρυθμική σιωπή ενός μπερδεμένου νου. Ήλιος, φως νοστιμίζει την άγευστη, μαριναρισμένη σιωπή ενός μαγευτικού δειλινού..
Μαδάω την τελευταία ροζιασμένη μαργαρίτα και κάνω τον απολογισμό: ένα κίτρινο φιλί, δύο στεγνά δάκρυα, τρεις ανοιχτές αγκαλιές, τέσσερα μεθυσμένα όνειρα από την υπερβολική δόση sex on the beach, πέντε κοινές σιωπές, έξι αγαπημένες συνήθειες πλεγμένες στον ιστό μιας ενοχλητικής αράχνης, εφτά καταπράσινες ελπίδες υπό εκκόλαψη έτοιμες να μεταμορφωθούν σε πολύχρωμες πεταλούδες, οχτώ+1 εννιά…εννιά και ναι, μ’ αγαπάει, την αγαπάω, αγαπιόμαστε!
Και η θάλασσα κοιμάται άγρυπνη υπό το φως των αστεριών που κάνουν τον ήλιο να υφαίνει τον ιστό της λάμψης του και να τυφλώνει το γυαλιστερό χάος του βυθού της. Και να τα τεράστια κοράλλια πλεγμένα στα μαλλιά της, μεταξένια υφή που θυμίζει δέρμα μωρού που χτυπά παλαμάκια κάνοντας κατόρθωμα. Τόση είναι η ικανοποίηση και η λαχτάρα ενός πλάσματος που το θέλω του κατοικεί στο ισόγειο ενός πολύμορφου κτιρίου χωρίς τέλος και αρχή.
Χαϊδεύοντας τη γύρη των πεταμένων μου αναμνήσεων καθαρίζω τις κολλημένες στάχτες που χρωμάτιζαν τόσα χρόνια κάποια κενή σελίδα του χάρτη μου. Φουντούκι αμύγδαλο καρύδα ανάμεικτα στο σέικερ ειδικά φτιαγμένα για το λαίμαργο σκιουράκι που επίμονα με κοιτά τόση ώρα απέναντι.
Στον καθρέφτη της ψυχής σημείωσα την καινούρια στάση του ανεξάρτητου και τόσο επαναστατικού βαρδάρη που με πείσμα οδηγεί την ατσαλένια βάρκα στο λιμάνι της αυτογνωσίας. Τι κ αν αράξει, τι κι αν απλά πάρει έναν επιβάτη ακόμα νοερά θα δροσίζει το ευαίσθητο στέρνο ενός ατρόμητου πολεμιστή που πολεμά χωρίς ξίφος και με ασπίδα τη θέληση κερδίζει πολλές μάχες. Πετά ψηλά και προσγειώνεται μόνο για να αρπάξει ό, τι άδικα προσπαθούν να του στερήσουν.
Αχαλίνωτη σκέψη σε πολυσύχναστους δρόμους βαδίζει και πετάει ψίχουλα από εικόνες προκειμένου να τη βρει το άσωτο παρελθόν της που χρόνια τώρα πλανιέται εδώ και εκεί. Κι εκείνη πιστή να περιμένει το ατίθασο άλογο που το ημερεύει ένας ατίθασος καβαλάρης, ταξιδιώτης μιας άλλης εποχής. Βλέμμα σκοτεινό, χαμόγελο αισθησιακό, σκέψη τολμηρή παίζει κρυφτό στην ανυπόμονη από άγριο τριαντάφυλλο έλξη με τα αγκάθια της τρυφερά να πληγιάζουν το κενό που την κάνει τόσο ανυπόφορη.
Σας γράφω από ένας τόπο μακρινό… εκεί όπου γεννήθηκε η Αφροδίτη και ο Άρης τη μάγεψε και έζησαν αυτοί καλά και έπλασαν εκείνη… φύση άγρια, στολισμένη από αέρινες σιωπές που κείτονται στην τρομαγμένη όχθη ενός ποταμού που έξυπνα παγιδεύει κάθε τυχαίο ΠΡΕΠΕΙ! Άνοιξη, Χειμώνα, Φθινόπωρο, Καλοκαίρι, αγαπά, ερωτεύεται, απογοητεύεται, γκρινιάζει, νοσταλγεί, παθιάζεται, όλα & τίποτα, εύκολα & δύσκολα, άγευστα & ζουμερά, πάνω-κάτω-δεξιά-αριστερά, ανεβαίνει-κατεβαίνει προχωρά & φτάνει… να η ψηλότερη κορυφή.. θέαμα μαγικό, σύννεφα χαμογελούν και αγκαλιάζουν το γαλάζιο ουρανό.. δίνουν παράσταση σε παραλίες εξωτικές. Κορμιά από καραμέλα σε ρυθμούς αισθησιακούς ζωγραφίζουν ρεγκετόν και χορεύουν τον έρωτα που ντυμένος στα κόκκινα δίνει μορφή στην ιδέα των αισθήσεων.
Της γράφω από έναν τόπο μακρινό… αλλά τόσο γνώριμο απλά για να της πω σ’ αγαπώ & θέλω & μπορώ να ζήσω για πάντα εδώ &
σαν τα χελιδόνια να χτίσω τη φωλιά μου ίσα για να κουρνιάζω
όταν για μέρες θα πετώ ελεύθερη ψηλά στον ουρανό!
Σ’ ευχαριστώ!
Ο πρώτος μου έρωτας
Θυμάμαι ήμουνα τεσσάρων όταν σε είδα για πρώτη φορά σάστισα!
Η πρώτη μου σκέψη να σε πλησιάσω.. να σε αγγίξω, να σε μυρίσω!
Κι έτσι κάθε μέρα στο ίδιο μέρος ερχόμουνα να σε βρω, να σε φροντίσω, να σου δώσω νερό να ξεδιψάσεις…για να μπορέσω κάποια στιγμή να σε γευτώ.
Ραντεβού στο αγαπημένο μας στέκι, σε παρακολουθούσα να μεγαλώνεις και η ομορφιά σου έκανε τον κόσμο μου πιο κόκκινο και ζουμερό
& αυτό το χαμόγελο που σχηματιζόταν στην κορυφή της κεφαλής σου μ’ έκανε να θέλω να το κόψω και να κορνιζάρω στο δωμάτιο μου! Πράσινο με πορτοκαλί… ιδανικός σχεδόν συνδιασμός σκεφτόμουνα. Και περνούσε ο καιρός κι εγώ σε λιγουρευόμουνα• και μόνο η σκέψη της τελικής παράδοσης σου σε μένα, δημιουργούσε την αίσθηση ενός τρυφερού τσιμπήματος φορώντας στη γλώσσα το αγαπημένο της σκουλαρίκι.
Και το ένιωθα πως φούντωνες κάθε που σε πλησίαζα… κοκκίνιζες και κορδωνόσουν μην τυχόν δε σε ξεχωρίσω μέσα στο πλήθος. Στρογγύλευες & κυλιόσουν πάνω στα χάδια μου ώσπου ένα απόγευμα… ήρθα όλο λαχτάρα να σε βρω
να σου πω ότι δε μπορώ άλλο να σου αντιστέκομαι αλλά εσύ δεν ήσουν πια εκέι. Πλήθος πολύ όμως εσύ… εσυυυ… pffff….
Γύρισα σπίτι βουτηγμένη στη λύπη μου, το τραπέζι με περίμενε για να εισπράξω τις καθημερινές μου θερμίδες• κοτόπουλο αλά κρεμ συνοδευμένο από χωριάτικη σαλάτα. Αρνούμαι πεισματικά να προχωρήσω και ορίστε… το ήξερα! Ήσουν εκεί, βυθισμένη στο λάδι προσπαθούσες να επιβιώσεις αλλά μάταια! Ήσουν τόσο κόκκινη και ζουμερή που δύσκολα μπορούσε κάποιος να σου αντισταθεί! Εγώ ήμουν μία από αυτούς! Τελικά, έμεινα νηστική!
παραλλαγές
ΕΚΕΙ
Ήρθε απροειδοποίητα. Σουρούπωνε κι εκείνη μόλις είχε τελειώσει το γράμμα της για εκείνον και είχε καταφέρει να πιεί ένα ακόμη ποτήρι πράσινο τσάι. Τον άκουσε που φώναζε τ’ όνομά της. Διστακτικά στην αρχή, όλο και πιο δυνατά στην πορεία. Νόμισε ότι τη γελούν τ’ αυτιά της και η ατελείωτη λαχτάρα της να τον συναντήσει, σε συνδυασμό με το κείμενο που του είχε μόλις γράψει. Η φωνή εκεί επέμενε. Βγαίνει στη βεράντα της και τον αντικρίζει να της γελά με το δικό του μοναδικό τρόπο που τόσο της είχε λείψει τους μήνες που είχε να τον δει. Μένει ακίνητη για λίγα δευτερόλεπτα και ξαφνικά ο ήλιος βγαίνει ξανά, το πρόσωπό της βγάζει φως, το χαμόγελό της πιο μεγάλο από ποτέ, η καρδιά της να χτυπά σε ρυθμό αλλόκοτο και η ψυχή της να είναι έτοιμη να παραδοθεί στα χέρια του. Στα επόμενα λεπτά βρίσκεται στην αγκαλιά του και νιώθει ότι αιωρείται μαζί του· της πιάνει το χέρι, και σα να το ήξερε την οδηγεί με σταθερά βήματα σ’ εκείνο το μέρος που με τόση λεπτομέρεια του είχε περιγράψει αμέτρητες φορές.
Σαν από τα όνειρά της βγαλμένο, έζησε αυτό που χρόνια παρακαλούσε να συμβεί. Δε χρειάστηκε να πει τίποτα. Ο μικρός αυτός άγγελος, ο άνθρωπός της, από την πρώτη στιγμή που τον συνάντησε, ήξερε πάντα εκ των προτέρων και επακριβώς τι έπρεπε να κάνει και πώς, ώστε κάθε φορά, κάθε σκέψη και επιθυμία της να γίνεται πραγματικότητα. Εκεί, αγκαλιά μέχρι να νυχτώσει για τα καλά και να αποκοιμηθεί στα χέρια του…
ΑΝΟΙΞΗ
Ο ήλιος άρχιζε να χάνεται και ο ουρανός είχε αποκτήσει αυτό το τόσο γνώριμο και αγαπημένο χρώμα που για έναν περίεργο λόγο, κάθε Μάη, θεωρούσε ότι ήταν πιο όμορφο από ποτέ. Ήταν το πρώτο απόγευμα που είχε αφήσει την μπαλκονόπορτα ανοιχτή. Η θερμοκρασία το επέτρεπε, η διάθεσή της ήταν ταξιδιάρικη κι ένιωθε ότι αν την έκλεινε, η άνοιξη θα της χτυπούσε επίμονα το τζάμι, με τους ήχους της καρδερίνας και του κότσυφα και τις μεθυστικές μυρωδιές των λουλουδιών, του φρέσκου αέρα, της φύσης ολόκληρης που ήταν στα καλύτερά της. Μαζί με την ανοιχτή μπαλκονόπορτα ήρθε στα απογεύματά της και το κρύο τσάι. Πράσινο κατά προτίμηση. Σε ποτήρι μεγάλο, με παγάκια πολλά… όχι τόσο για τη δροσιά τους, όσο για τον ήχο που κάνουν όταν κουνιέται το ποτήρι και την πλάκα που έχουν όταν ακουμπάν στα χείλη της.
Αφήνει το αγαπημένο της μολύβι στο χαρτί – μόνο με αυτό έγραφε τα γράμματά της για εκείνον – ακουμπά νωχελικά στην πλάτη της πολυθρόνας, κλείνει τα μάτια και νιώθει το τριανταφυλλένιο αεράκι να της χαϊδεύει το πρόσωπο. Παίρνει μια βαθιά ανάσα και τα πνευμόνια της γεμίζουν από αρώματα και αισιοδοξία… την ηρεμία της στιγμής τάραξε φαινομενικά μια φωνή. Η φωνή του… τ’ όνομά της… το γέλιο του, τα μάτια του, τα χέρια του ανοιχτά και έτοιμα να την κρατούν για μια ζωή.
Τούτο το σούρουπο, η άνοιξη ήταν για τα καλά παντού τριγύρω αλλά και μέσα τους. Ακολούθησαν το γεμάτο κίτρινα, κόκκινα, λευκά, πράσινα, μωβ χρώματα μονοπάτι και έφτασαν εκεί, στην άκρη της γης, στα σύνορά της με το γαλάζιο του ουρανού και το μπλε της θάλασσας. Σε απόλυτη αρμονία με όσα συνέβαιναν γύρω, το κελάηδισμα των πουλιών, τους ήχους και τα χρώματα των φυτών, την κίνηση του νερού, την υπόκλιση του ήλιου, το ξύπνημα των αστεριών, τα χάδια του αέρα, τα φιλιά της αλμύρας, έκλεισε τα μάτια και ταξίδεψε, ζώντας το όνειρό της μέσα στα χέρια του ανθρώπου που έφερε την άνοιξη στην ψυχή της ένα Νοέμβρη…
ΧΕΙΜΩΝΑΣ
Σε λίγο θα σωζόταν και το τελευταίο ξύλο. Έπρεπε να βάλει ένα ακόμη. Σε λίγο· μόλις γράψει την τελευταία σειρά του γράμματός της για εκείνον, πίνοντας παράλληλα την τελευταία γουλιά από το καυτό πράσινο τσάι που της κρατούσε συντροφιά και τη θεράπευε σιγά σιγά από το κρύωμα που την ταλαιπωρούσε όλο το Σαββατοκύριακο. Μπήκε και η τελευταία τελεία. Υπογραφή, φιλί, μια ανάσα προσμονής καθώς απλωνόταν στη ζεστή της πολυθρόνα και άφηνε την αγαπημένη της γαλάζια ζακέτα να την αγκαλιάζει καθώς την τύλιγε μέχρι τα παγωμένα της αυτιά… Ωχ… το ξύλο! Σηκώνεται αργά και κουρασμένα για να κατευθυνθεί στο σωρό με τα κούτσουρα – που ευτυχώς δεν είχαν βραχεί κατά τη διάρκεια της χθεσινής καταιγίδας. Καθώς ψάχνει στο ημίφως το μεγαλύτερο και σκέφτεται πόσο χαζή είναι που άφησε τη μπαλκονόπορτα ανοιχτή, ακούει ένα αυτοκίνητο να σταματάει στο δρόμο της, την πόρτα του να ανοίγει, να κλείνει δυνατά και τη φωνή του να σκίζει το δυνατό Βοριά και να φωνάζει με λαχτάρα το όνομά της. Αντιστέκεται στην ορμή του αέρα και καταφέρνει να πλησιάσει τα γεμάτα υγρασία κάγκελα. Ξαφνικά καλοκαίρι. Ήλιος παντού, ήλιος και ζεστασιά στην καρδιά της. Λίγα λεπτά αργότερα, βρίσκεται στα ζεστά του χέρια, αντικρίζει το παιδικό, γεμάτο χαρά βλέμμα του και το ειλικρινές χαμόγελό του. Κρύο, αέρας, υγρασία, η νύχτα να πλησιάζει αλλά αυτός να επιμένει… "Θέλω να πάμε εκεί. Εκεί που ονειρεύεσαι και αγαπάς. Έστω για λίγο".
Όχι μόνο δεν του αρνήθηκε, αλλά έκατσε εκεί μαζί του για ώρα πολλή. Δεν ένιωθε τη χαμηλή θερμοκρασία, δεν τη χτυπούσε με δύναμη ο αέρας, δεν ένιωθε την υγρασία να διαπερνά τα κόκκαλά της και την νύχτα να την τρομάζει. Έκλεισε τα μάτια και ονειρεύτηκε· με το όνειρό της να είναι εκεί και να τη ζεσταίνει με την ανάσα του.
ΧΑΛΑΡΟΣ
Καθισμένη χαλαρά στην αγαπημένη της καρέκλα, ήπιε την τελευταία λυτρωτική σταγόνα από το δροσερό τσάι που της κρατούσε συντροφιά όλη μέρα και έβαλε τελεία στο γράμμα της για εκείνον που με τόση επιμέλεια και στοργή ετοίμαζε δύο μέρες τώρα.
Ο ήλιος μόλις είχε δύσει… ήταν η ώρα της ημέρας που αγαπούσε πιο πολύ από όλες· ό,τι εποχή κι αν ήταν, όπου κι αν βρισκόταν. Ησυχία παντού. Ηρεμία παντού. Μια φωνή ακούστηκε. Η φωνή του… τ ’όνομά της… τρέχει ξυπόλητη στα δροσερά πλακάκια, βγαίνει στο μπαλκόνι της και βλέπει δυο μάτια αστέρια κι ένα χαμόγελο φωτεινό να την περιμένουν με λαχτάρα για να την οδηγήσουν εκεί ακριβώς που ήθελε. Εκεί που είχε ονειρευτεί ότι θα πάει μαζί του. Κάθισαν εκεί, δίπλα, σφιχτά, σαν ένα, με τη θάλασσα να απλώνεται παντού τριγύρω και την αγάπη να κατακλύζει όλη τους την ύπαρξη, ώσπου νύχτωσε κι εκείνη αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του, με το ανάλαφρο καλοκαιρινό αεράκι να τη νανουρίζει και το ζεστό του χέρι να της χαϊδεύει τα μαλλιά και να διώχνει μια για πάντα τις στενοχώριες και τις κακές της σκέψεις.
ΑΠΤΙΚΟΣ
Ακούμπησε την πορσελάνινη ζεστή κούπα στο ξύλινο ακατέργαστο τραπεζάκι που είχε μπροστά της και ένιωσε μια από τις ακίδες του να της γαργαλούν το μικρό της δάχτυλο. Στον αντίχειρά της έσταξε λίγο από το πράσινο τσάι που μόλις είχε τελειώσει και μετά λύπης της λέρωσε τον φάκελο που προοριζόταν να κλείσει μέσα του το γράμμα της. Χαρτί και φάκελος από το ίδιο ανακυκλωμένο χαρτί που παλιότερα ανατρίχιαζε στο άγγιγμά του αλλά πλέον το είχε συνηθίσει. Χαλαρώνει και ακουμπά στην πλάτη της παλιάς δερμάτινης πολυθρόνας, έχοντας τυλιγμένη στο κορμί της μια μακριά χοντρή ολόμαλλη ζακέτα που την τσιμπούσε στο λαιμό σε ανύποπτες στιγμές και την ενοχλούσε στιγμιαία. Σηκώνεται για να ξεπιαστεί και συνειδητοποιεί ότι το πάτωμα του σπιτιού της είναι πολύ πιο κρύο απ’ όσο μπορούσε να φανταστεί. Η χαμηλή θερμοκρασία διαπερνά με μεγάλη ευκολία τις καινούργιες βαμβακερές της κάλτσες και κάνει τα δάχτυλά της άκαμπτα. Παρατηρεί τα παγωμένα της χέρια και κατευθύνεται προς το παράθυρο… "Να κλείσω και το πατζούρι" σκέφτεται "κι ας είναι ακόμη νωρίς". Η ασφάλεια του παραθύρου της προβάλλει μια μικρή αντίσταση αλλά στο τέλος υποκύπτει. Πιάνει το – σαν παγάκι κρύο – πατζούρι και το σέρνει προς το μέρος της.
Την ησυχία της στιγμής διακόπτουν τέσσερεις ρόδες αυτοκινήτου, μια ζεστή από το ταξίδι μηχανή και μια βελούδινη φωνή· η φωνή του παραλήπτη του γράμματος. Μέσα σε δευτερόλεπτα, τα χέρια της έχουν γίνει ζεστά σαν αχνιστά φραντζολάκια, η ζακέτα της δεν την τσιμπάει πια, την χαϊδεύει και τα πόδια της νιώθει ότι πατούν σε καυτή καλοκαιρινή άμμο.
Αγγίζει τα απαλά του χείλη και τα δικά της, που πριν από λίγο ήταν μαραμένα και αφυδατωμένα, γίνονται στη στιγμή απαλά σα ροδοπέταλα. Το μάγουλό της νιώθει τη γλυκιά αγριάδα του προσώπου του, η μύτη της ακουμπά στην κρύα δική του, τα χέρια τους ενωμένα σα δυο κομμάτια του ίδιου πράγματος που επιτέλους κουμπώνουν στρωτά μεταξύ τους και τα βλέμματά τους πετούν σπίθες. Διασχίζουν το γεμάτο πέτρες και αγριόχορτα μονοπάτι. Κάποια απ’ αυτά τους σκίζουν τα από το κρύο ευαίσθητα άκρα τους, αλλά εκείνοι συνεχίζουν απτόητοι την πορεία τους προς το δικό της απαλό όνειρο. Κάθονται στη σκληρή και αφιλόξενη πέτρα, νιώθουν το υγρό άγριο έδαφος, τον αέρα να τους ξυρίζει το πρόσωπο, την αλμύρα της θάλασσας να τους τραβά το δέρμα, το κρύο να τους ανατριχιάζει πρωτόγνωρα και τη νύχτα που μόλις τους είχε ακουμπήσει, να τους φιλά για καληνύχτα.
Αφήνεται στη θερμή αγκαλιά του, στο τόσο οικείο και τρυφερό άγγιγμά του, νιώθει την καυτή του ανάσα να της ζεσταίνει το πρόσωπο και ταξιδεύει στο από ζάχαρη φτιαγμένο όνειρό της.
ΗΧΗΤΙΚΟ
Τελευταία τελεία στο γράμμα… τικ…
Τελευταία γουλιά από το πράσινο τσάι… γκλουκ…
Αεράκι να μπαίνει από τη χαραμάδα της μπαλκονόπορτας… φσσσσς…
Ένα αυτοκίνητο πλησιάζει και σταματά… γκρνγκ…
Η πόρτα του κλείνει… γντουπ…
Φωνάζει τα’ όνομά της… " Είσαι εκεί; Μ’ακούς;
Τρέχει προς το μέρος του… ταπ, ταπ, ταπ…
Τον αγκαλιάζει… αχ!
Τον φιλά… σματς!
Τα πουλιά κελαηδούν ασταμάτητα και πιο δυνατά από ποτέ … τρ,τρ… τρ,τρ…
Πιασμένοι χέρι χέρι… ααααχ!
… βρίσκονται καθισμένοι σ’εκείνη τη γνωστή πέτρα… με το κύμα να σκάει στα πόδια τους… πλαφ, πλαφ… και την καρδιά τους να χτυπά στους ρυθμούς της αγάπης τους… τικ τακ… ντουπ ντουπ… τικ τακ… ντουπ ντουπ…
Εκεί… ανάμεσα στο αχ και το πάντα… αποκοιμήθηκε στα χέρια του…ζζζζζζζζζζ…
μάρω
XΙΜΑΙΡΑ
Είναι τόσο απλό και έχει γίνει τόσο δύσκολο.Είναι τόσο δύσκολο και δεν μπορούμε να το καταφέρουμε;
Δεν το αφήνουμε όμως,θα το’χεις παρατηρήσει.
Υπάρχουν στιγμές που υποφέρω και το ξέρεις.Κάποιες άλλες,υποφέρεις εσύ και το νιώθω.
Εχουμε πιάσει ένα τεντωμένο σχοινί και τραβάμε γερά τις άκρες του.Δεν πέφτουμε.Γελάμε τις ματιές μας.
Νύχτα σε γνώρισα.Δεν υπήρξε διάθεση να μας συστήσουν.Δώσαμε τα χέρια,είπαμε ονόματα και τα μάτια μας
έλαμψαν.Τα χαμόγελα μικρά βεγγαλικά. Από τότε γελάω..
Θυμάσαι τι σου είχα γράψει; Είδες ποτέ πρόσωπο χαμογελαστό που ναναι άσχημο;Μ’αρέσεις όταν γελάς και
τρελλαίνομαι όταν με κάνεις να γελώ.
Με κοίταξες,χαμογέλασες και με αγκάλιασες. Περπατάω και ψάχνω το πρόσωπό σου.
Απορώ όταν ακούω τόσο συχνά το όνομά σου,που δεν ανήκει στα πολύ συνηθισμένα.
Μπορώ να περάσω μέσα από τοίχο,όταν χτυπάει το τηλέφωνο κι ακούγεται ο ιδιαίτερος ήχος.
Αντέχω να κάθομαι με τις ώρες να σε κοιτάω και να μη λέμε κουβέντα.
Θέλω να κάνω αρκετά πράγματα για σένα,να σου μάθω εμένα και να μπορώ για σένα.
Ξέρω ότι και εσύ μπορείς για μένα.Εχεις και μπορείς.Το είδα πολύ νωρίς γιαυτό και έμεινα.
Θα μείνω ως το τέλος.Μόνο που αυτό το τέλος δεν θα είναι για έναν.Θαναι για μας.
Αρχίζω και χαλαρώνω το σχοινί.Δεν θα σε αφήσω να πέσεις.Θα κάνω ένα βήμα πίσω.
Σε περιμένω να βρεθούμε στην ίδια ευθεία.Κανείς μπρός,κανείς πίσω.
Πίστεψέ με όμως,έρχονται ώρες που δεν το αντέχω όλο αυτό.
Πλησιάζουμε και φεύγουμε,σ’αυτή την ένθερμη αγάπη.Πονάει όλο αυτό.Και απορώ με μένα.
Που έφτασα ως εδώ,κι αν κουράστηκα ήταν για λίγο.Δεν το αφήνω στη τύχη του.Δεν θέλω να το αφήσω.
Δεν αφήνεις ούτε εσύ.Και τρελλαίνομαι…Κι αυτό το ένστικτο γαμώτο!
Ότι απέκτησα στη ζωή μου,και υπάρχει ακόμα είρθε μετά από μεγάλο αγώνα.
Εμεινε όμως μαζί μου.Εμψυχο η άψυχο..
Παλεύω με το σύνολο των έμφυτων ροπών.Απίστευτη μάχη.
Και βγαίνουν δυο χεράκια στο μέρος της καρδιάς και μου κάνουν το σήμα της νίκης.
Γιατί ο έρωτας να’ναι τόσο δύσκολος;Γιατί κανείς δεν μπορεί να το απαντήσει αυτό;
Αμέτρητες σκέψεις που ταράζονται επάνω σε χιλιάδες χτυπήματα της καρδιάς.
Ξέρω ότι σ’αρέσει να με διαβάζεις.Πλάθω με τη φαντασία μου,τη στιγμή που θα διαβάσεις αυτές τις γραμμές.
Εντελώς τυχαία.Εκείνα τα λεπτά που το σάλιο σου θαναι σε αντίθετη ώθηση με τον οισοφάγο σου.
Η καρδιά μου..λίγο πρίν το καρδιογράφημα.Θα σε κοιτώ μέχρι να συναντήσεις τα μάτια μου.
Χωρίς σύννεφα καπνού και τυχαία κυκλάκια στον αέρα.Κι αυτή θαναι η έκπληξη!
Μεταξύ μας,δεν θα μπορούσα να είμαι ένα δέμα που θαρθεις να παραλάβεις από κάποιο αεροδρόμιο.
Πές μου λοιπόν…γιατί ο έρωτας είναι τόσο δύσκολος κι εμείς οι δυο τον έχουμε κάνει δυσκολοδιάβατο;
Αν θυμάμαι καλά,κάποτε ήταν η ζωή μου έκπαγλη γιορτή που άνοιγαν όλες οι καρδιές και οι γιορτές κι όλα τα κρασιά κυλούσαν.Μια νύχτα πήρα την ομορφιά στα γόνατά μου τη βρήκα πικρή και τη βλαστήμησα.
Σαν να τη περίμενα κι απόψε..
Με κατάλαβε κι έδιωξε λίγο πιο νωρίς το φώς της μέρας.Ξέρει πια ότι δεν την αντέχω.
Φανερώνει τα πάντα.Ισως ακούει τα πάντα.Στεγνώνει τα δάκρυα στα μάγουλα μου,κι εγώ θέλω να το νιώθω εκεί.
Να κάνει λιμνούλες στα πόδια μου,να τσαλαβουτώ πάνω του και να καθρεφτίζω μέσα του πνιγμένες πίκρες,
πνιγμένους καυμούς.Εκείνη,μέσα στο σκοτάδι ατάραχη,ακούει υπομονετικά.
Αναβοσβήνει τα αστέρια στον ουρανό και με παροτρύνει να κάνω ευχές.Για ποιον,για τί και τι θα αλλάξει;
Κι αν κάνω,πέφτωντας το αστέρι την πάρει μαζί του και δεν μου την επιστρέψει ποτέ;
Αν κάποιος άλλος προλάβει τη δική μου την ευχή;Περιμένω εκείνο,που ένα χαζό στραβοπάτημα θα το κάνει
να πέσει επάνω μου.Τότε που θα νιώσω ανατριχίλα. Πάλι.
΄Εχω ξεχάσει πως αντιδρά το σώμα μου σε κάθε είδουςπρόκληση.Παραιτήθηκα.
Σε γκρί σύννεφα,μαύρα πέπλα απογοήτευσης οι ματιές μου ακολουθούν την αύρα της σκουρωπής θλίψης μου.
Δεν υπάρχει κάτι που να με ικανοποιεί.Ξύπναω,κοιμάμαι,δουλεύω,περπατάω,μιλάω που και που χαμογελώ
και ακούω τα πνευμόνια μου να ξεφυσούν όλο και πιο δυνατά.Γίνομαι ακόμη πιο μακρόπνοη..
Δεν είναι δυνατόν να έγινα εγώ έτσι.Να έφτασα τον εαυτό μου σε τέτοια απελπισία.
Εγινα εκείνη που ποτέ δεν ήθελα να είμαι.Που ποτέ δεν ήμουν στην ουσία.Κι όμως έγινα.
Εγώ που έκλαιγα από τα γέλια,που οι γύρω μου έλεγαν σταμάτα πια θα σπάσει το στομάχι μας.
Γέλαγα και χαιρόμουν.Δεν με αφορούσε τίποτα και νοιαζόμουν τα πάντα.Ερωτευόμουν δυνατά,μέσα στο δικό μου
θελκτικό κόσμο.Υπήρχαν κι άλλοι σ΄αυτόν τον όμορφο κόσμο.
Αγάπησα πολύ..κι αν δεν θές ν’ακούς τη λέξη αγάπη’νοιάστηκα,έδωσα.αγκάλιασα,πόνεσα,χτύπησα και
εισέπραξα πολλά από αυτά.Κάποια στιγμή,και όχι ως δια μαγείας αυτά σταμάτησαν.Πήραν τέλος.
Ψάχνω να βρώ τους υπαίτιους,που όλα τούτα τα πήρανε μαζί τους.
Ψάχνω να βρώ εκείνη,εσένα,τον άλλο,τον διπλανό μου,τη διπλανή του,τους λίγο πιο πέρα,τη λίγο πιο κάτω
τον λίγο πιο έξω..και ανακαλύπτω ότι έχω χάσει εμένα.Τι ψάχνω τους άλλους;
Μόνη μου δημιούργησα σε μένα,όλο αυτό που τώρα ξαφνικά ανακαλύπτω.
Ξύπνησα από το λήθαργό μου,ενώ τόσο καιρό κοίταγα σιωπηλά τα αστεράκια να κάνουν βουτιές στο κενό.
Δε μου φταίς εσύ,που τόσα χρόνια ενώ αντιλαμβανόμουν τι είσαι,σε άφηνα να περπατάς με βρώμικα πόδια
επάνω στο κεφάλι μου.
Ούτε εσύ φταίς,που πέρασαν οι μέρες φθάσαμε στους μήνες και δεν σου είπα ότι εδώ και άπειρα έτη
ένα και ένα κάνουν ακόμα δύο.
Αλλά κι εσύ δεν φταίς,που σε είχα συνηθίσει σε κάθε σου απαίτηση,φυσιολογική η παράλογη ανά πάσα
στιγμή και ώρα να είμαι εκεί.
Αποκλειστικά δική μου η ευθύνη.Φορεμένη επάνω μου.
΄Οχι γιατί είμαι ένας καλόψυχος και εξαιρετικός άνθρωπος.Γιατί έχασα εμένα..με έχασα και δεν με αντέχω.
Θα επανέλθω στα δικά μου επίπεδα.Εκείνα που βάδιζα.Τίποτα λιγότερο,τίποτα περισσότερο.
Στο μέτρο που η δική μου ψυχή μπορεί να αντέξει. Χωρίς την αίσθηση ότι περπατάω σε κινούμενη άμμο
Η οποία έμοιαζε να με καταπίνει.
Αισθάνομαι ιδιαίτερα ευτυχισμένη για τα προνόμια που έχουν δοθεί στους ανθρώπους.
Να αντιλαμβανόμαστε τη στιγμή που είναι ο χρόνος για εμάς..και για τους άλλους ενίοτε!
Τα λάθη είναι δικά μας.Οι στιγμές πάλι δικές μας είναι.Η κατάργηση ανήκει σε όλους.
Το μεγαλείο της ψυχής μας ,είναι μοναδικός μηχανισμός.
Σε σένα που μου τηλεφώνησες όταν έγραφα αυτές τις γραμμές και ήσουν ταραγμένη.
Απλόχερα όλα τα παραπάνω.
Σε σας που τώρα με ακούτε και λίγες μέρες μετά ίσως να μην ειδωθούμε ξανά…
Ξημερώματα,μισοξαπλωμένη στο κρεβάτι μου,κι ένα κερί αργοκαίει.Παράθυρα διάπλατα.
Στη συντροφιά μου,τα βατραχάκια από το ποτάμι.Ενα τριζόνι,ένας γρύλος ..ελάχιστα ξάγρυπνα πουλιά
συνθέτουν τη τέλεια ορχήστρα.
Αύριο δεν θα είμαι στην ίδια θέση.Δεν έχει σημασία που θα βρίσκομαι.
Σημαντικό θα’ναι,αν έστω και λίγο μπόρεσα να σας μεταφέρω την ατμόσφαιρα.
Όταν θα βρεθώ πάλι εδώ,ίσως μοιραστώ τούτο το σκηνικό με καλή παρέα,η μια όμορφη αγκαλιά.
Με χαμόγελα,χαλαρή διάθεση,κρασάκι να κυλάει στα ποτήρια κι ορθάνοιχτες καρδιές..με αλήθεια!
Το κερί έσβησε.Η νύχτα μυρίζει γιασεμί..Ελαφρύ θρόισμα φύλλων.
Χρυσές λεπτές γραμμές διαγράφονται στο μαύρο ουρανό.Είναι η ώρα που τα αστέρια κάνουν βουτιές.
Ελαφρύ γλυκό χαμόγελο και μάτια που κλείνουν…!!!
παραλλαγές
1.
Τεταρτος οροφος,με θεα την Ακροπολη και ενα ολογιομο φεγγαρι πανω απο τους δρομους
της Αθηνας. Η Στελα,η Ιωαννα,η Μαρω και η Δημητρα καθονται στο ξυλινο σκονισμενο
τραπεζι,στις γεματες ακιδες σανιδες και περιμενουν την υπολοιπη παρεα.
Ωρα για παρτι. επιμαχο το θεμα της κουβεντας…αντρες!
Μας λειπει η Γιωτα,η οποια δεν καταφερε ναρθει τελικα.Ηρθε ομως ο Χρηστος και μετα ο
Παναγιωτης. Αυτο που δεν εφευγε με τιποτα,ηταν η μουσικη.Τραγικη!
Απο τις γυναικες στους αντρες,απο τα σεμιναρια στη ζωη,απο παιδια μεγαλοι κι απο
μεγαλοι παιδια. Πιναμε τα ποτακια μας,οσα δεν ειχαν σταχτη μεσα και καταφεραμε ομορφα ναρθουμε πιο κοντα.
Ο Χρηστος ηθελε να χορεψει. Προσπαθησε με τη Στελα αλλα
οχι για πολυ. Ο Γιωργος δεν ηρθε ποτε..τουλαχιστον να μας Ωραιος χωρος η
ωραια θεα…μας εμεινε και μια απορια: Αυτη η σιδερενια μαζα απεναντι μας,σε τι αποσκοπει;
2.
Αναμεσα σε μηνυματα και τηλεφωνα,κανονισαμε ενα βραδυ να παμε σένα ανοιξιατικο παρτι στο κεντρο της πολης.
Μια τετραδα γυναικων μαζευτηκε πρωτη,κανανε αναγνωριση
χωρου ωσπου αρχισαν να ερχονται και οι υπολοιποι σιγα σιγα.Δεν μπορεσαν ναρθουν ολοι.
Καποιοι μας ειπανε γιατι,καποιους αλλους τους περιμενουμε να απαντησουν.
Καθισμενοι σε υποτυπωδη τραπεζι, πιναμε και κουβεντιαζαμε τα δικα μας
κοιτωντας τη πανσεληνο που απειλητικα οργωνε τον ουρανο. Καπως ετσι γλυτωσαμε να
κοιταμε στην ευθεια,εκεινη την αμορφη σιδηροκατασκευη μα δεν γλυτωσαμε οσο κι αν
προσπαθησαμε τη κακογουστη μουσικη. Καποιοι το χαρηκαν και χορεψανε.
Ας ειναι καλα.Ηπιαμε στην υγεια τους..
3.
Ανοιγει η πορτα και μπαινουμε στο χωρο της μαζωξης.
-Γεια σου Γιαννη,η μουσικουλα δεν χαμηλωνει;
-Γεια σου και σενα.Οχι βεβαια,προχωρα!
Προχωρησαμε οι φιλεναδες και πιασαμε μπαλκονι. Απεναντι η Ακροπολη,απο πανω το φεγγαρι,
απο κατω η κινηση της Αθηνας. Πιασαμε στασιδι. Πηραμε ποτα.
Σανιδες,παγκος,σκονη.Αρχιζει η κουβεντα. Η γνωστη των γυναικων..
Καποιοι τη γλυτωσαν και δεν ηρθαν. Εφθασαν και οι τελευταιοι. Ποτα τσιγαρα σταχτες
μπλα μπλα.Ειρθε η ωρα του χορου. Ποιου χορου; Εισαι τρελος. Σηκωθηκε η μια κι οπως
πηγε ηρθε. Αυτο το σιδερενιο πραγμα,τι ειναι απεναντι;
Μη το κοιτας,μια αηδια ειναι. Ισως ειναι parking..
4.
-Δεν μ’αρεσει κανενας!
-Εγω ειμαι με καποιον..Ειμαι δεν ειμαι;
-Να σας πω για εναν τυπο της διωξης αλλοδαπων που μου την επεσε;
-Το φεγγαρι που ειναι γιατι δεν φαινεται;
-Αν σηκωθεις θα το δεις.
–Ναι,καλα..
-Βλεπεις την Ακροπολη;
-Οχι βλεπω μια εκκλησια.
-Το αστεροσκοπειο ειναι.
-Το ξερω.
-Εχει γινει το καλσον μου απ’τις σανιδες μαυρο χαλι.
-Εγω που δεν φοραω κιολας..
-Θα ξερασω μ’αυτη τη μουσικη. Ειναι αηδια.
-.Ας επαιζε latin. Πας για ποτο;
-Ναι,να σου φερω;
-Καλε αυτο με τα σιδερα τι ειναι; Οι γερανοι;
-Παμε να χορεψουμε;
-Τι να χορεψω με το μπουμπουκιασμενο φουστανακι.Νυσταζω!
-Εισαι καλα που θα πιεις αυτο με τη σταχτη;
-Αποκλειεται ναρθει. Μηπως πιο αργα;
-Εγω τον εχω για ξενυχτη.
-Μπα πιο χαλαρο τον εχω εγω και οχι για τετοιες συγκεντρωσεις.
-Δεν ξερω αν ειναι γλυκο η ξηρο το κρασι.
-Να σου παρω ενα τσιγαρο;
-Η αλλη στελνει μηνυμα να μαθει πως περναμε..
5.
Βραδυ Σαββατου,με την ομορφη εικονα της Ακροπολης και μια πανσεληνο που χωρις να
το θελει φωτιζει τα κακως κειμενα της πολης.
Κανουμε πως δεν τα βλεπουμε κι αφηνουμε τους εαυτους μας ελευθερους στην παρεα.
Δεν καταφεραμε να βρεθουμε ολοι μαζι. Καποιοι μας λειπουν,σε καποιους αλλους δεν
λειπουμε εμεις. Μεταξυ ποτου,καπνου και μουσικης που δεν ειναι για ολων τα γουστα
κουβεντιαζουμε τις σκεψεις μας,τα θελω μας..εμας!
Αναλυουμε και οτι δεν αναλυεται ισως,σκεφτομαστε,γελαμε..θελουμε να μαθουμε ο ενας τον αλλο.
Ειναι η ωρα του χορου για καποιους. Οι υπολοιποι στη κουβεντα.
ενας ενας,δυο δυο, η παρεα πηρε τελος και ευχηθηκαμε στα καλυτερα
6.
Τεσσερις αιθεριες υπαρξεις συναντιουνται για να ομορφυνουν ακομα περισσοτερο τη βραδια τους.
Οι δυο μαυροντυμενες ,η μια λουλουδιασμενη,η αλλη με το ενα ποδι στην
ανοιξη. Πισω μας η Ακροπολη.Το φεγγαρι εχει παρει φορα,να αποτελειωσει οποιον εχει
σεληνιαστει. Καπου παραπερα,κατι αθλια σιδερενια σπιρτοκουτα.
Εφτασαν κι αλλοι δυο που περιμεναμε. Ποτο εδω,ποτο εκει και σταχτη παραπερα..
Πες ο ενας,πες ο αλλος κουνιουνται οι σανιδες,κρατησου απτο τραπεζι.
Οι αλλοι μας την εκαναν.Το ενα προσωπο ενημερωσε.
Το αλλο,το μαυροντυμενο την εκανε με ελαφρα..
Μας αφησε να κοπανιομαστε στην εξαιρετικη’ για οσους δεν εχουν ακοη,μουσικη!
Τα ειπαμε,ισως συμφωνησαμε κι αν διαφωνησαμε θα στρωσουμε ξανα το τραπεζι…
ΣΑΣ ΓΡΑΦΩ ΑΠΟ ΕΝΑ ΤΟΠΟ ΜΑΚΡΙΝΟΟΟΟΟ
Φύσαγε πολύ εκείνη τη μέρα.Είμουν πίσω από το τζάμι και κοίταγα έξω.
Πίστευα ότι θα βρέξει,αν κι ουρανός δεν έδειχνε τα σημάδια του.Ανοιξα το παράθυρο και βγήκα στο μπαλκόνι.
Ο αέρας και η μανία του.Εκατοντάδες φύλλα σε φόντο μικροσκοπικών κομματιών χώματος.
Γυρίζω πλάτη σ’όλο αυτό μα σκοπό να γλυτώσω τα μάτια μου από αυτή την ταλαιπωρία.
Πάνω στον ώμο μου,έχει ξαποστάσει ένα φύλλο.
-Εσύ τώρα,τι κάνεις εδώ;
-Σκέφτηκα να σε πάρω να πάμε μια βόλτα.Θέλεις;
Δεν πρόλαβα να σκεφτώ,ούτε να απαντήσω.Είχαμε ήδη ξεκινήσει..Συγκλονιστικό,μαγικό.
-Που πάμε;
-Μη μιλάς.Απόλαυσε τη διαδρομή.
Δεν ήξερα που να κοιτάξω.Ηταν τόσο περίεργα όλα.Μπορούσα να ξεχωρίσω σχεδόν τα πάντα.Βλέπω θάλασσα.
Ηρεμη θάλασσα.Εδώ δεν έχει έρθει ακόμα ο άνεμος.
Εκεί κοντά μια παιδική κατασκήνωση.Παιδιά,πολλά παιδιά,μαμάδες μπαμπάδες και σχεδόν ολόκληρος ο εξοπλισμός του σπιτιού τους,Μα καλά,πόσο καιρό κάθονται τα παιδιά στις κατασκηνώσεις;
Ενας μεγάλος δρόμος..πολλά αυτοκίνητα,μεγάλες ταχύτητες και νεύρα πολλά νεύρα.Τι καταλαβαίνουν και θυμόμουν,κορνάρουν..αφού κάθε μέρα τα ίδια και τα ίδια.
Α..εδώ είναι ωραία.Ψηλά δέντρα,ησυχία.Πως να μην έχει ησυχία.Μνήματα βλέπω.
-Για κατέβα λίγο προς τα κάτω.
-Που πάτε εσείς;
-Μια βόλτα.Εσύ ποιος είσαι;
-Είμαι μια ψυχή.Εκείνοι εκεί κάτω,κλαίνε για μένα και πραγματικά δεν καταλαβαίνω το λόγο.
Προσπαθώ να επικοινωνήσω μαζί τους αλλά μάταια.
Αφήσαμε τη ματαιότητα και κείνη τη ψυχή γεμάτη απορία. Βουβή πορεία για αρκετή ώρα.
Το μυαλό μου τρέχει πιο πολύ από τούτη τη βόλτα.Η σκέψη κόβει ταχύτητα.
Ακούω φωνές πάλι.Χαρούμενες,Κάποια κλάματα.Κόσμος πολύς.Δυό δυό,τρείς τρείς,ένας.Ενταση υπάρχει.
Ενα μεγάλο σχολείο.Περίοδος εξετάσεων.Παιδιά αμήχανα.Γονείς που έχουν χάσει τη γή κάτω από τα πόδια τους. Γκρεμίστηκαν τα όνειρά τους.Εμείς όπου φύγει φύγει.Απλά χαμογελάσαμε τη κενοδοξία τους.Φτάσαμε και στα ωραία.Σε μιά αμπελοφυτεία.Χιλιάδες τσαμπιά,λογής λογής σταφύλια.Πόσο θα’θελα να είχα ένα τέτοιο κτήμα.
Κρασί,γλυκό κουταλιού,να μαδάω ρόγα ρόγα..
Μετά το πλούσιο σε παραγωγή κτήμα,μπροστά μου απλώνεται μια όμορφη πυκνοφυτεμένη πλαγιά.Μια μαγεία.
Παίρνω πίσω αυτό που είπα.Η μαγεία κρατά λίγο.Ενα τεράστιο λευκό πανό γράφει «ΠΡΟΣΕΧΩΣ ΜΕΖΟΝΕΤΕΣ». Κι ένας αριθμός τηλεφώνου,Περιμένει τον αέρα..Απελπισία.
Σκέφτομαι ότι έχει αρχίσει να χάνεται η μέρα.Εχει μείνει λίγη ώρα που ο ήλιος θα παραδοθεί πίσω από τα βουνά, κι έχω συναντήσει μια εκπληκτική χρωματοπυξίδα.Ενα όνειρο το παιχνίδισμα των χρωμάτων της μέρας προς τη νύχτα.
Η διαδρομή μας είναι πάνω από την εθνική οδό.Κοντά στα διόδια.Εχει αναποδογυρίσει μια νταλίκα και τόνοι πορτοκαλιών,αφήνουν ακάλυπτα ελάχιστα γκρι κομμάτια της ασφάλτου.
Αναρωτιέμαι γιατί πληρώνουμε διόδια;Γιατί πληρώνουμε το θανατό μας;
Απάντηση δεν παίρνω.Αφήνομαι στο σύθαμπο ταξίδι μετά το ηλιοβασίλεμα.
Φώτα,φωτάκια,λάμπες,λαμπάκια στους δρόμους στα σπίτια στα αυτοκίνητα.Η νύχτα ντύθηκε..
Αρχίζω να βλέπω πολύ κοντινά μου όλα αυτά,η ιδέα μου είναι;
Ψάχνω το φύλλο και δεν είναι πουθενά.Ούτε στον ώμο μου,ούτε γύρω μου.Εχω προσγειωθεί χωρίς να το καταλάβω και πατάω μάρμαρα.Οχι,δεν είναι του Παρθενώνα.Είμαι στο κέντρο της Αθήνας.
Στροφή γύρω από τον εαυτό μου. ΔΗΜΑΡΧΕΙΟΝ.
Οταν κοιτάς από ψηλά,μοιάζει η γή με ζωγραφιά.Οταν αντικρίζεις στην ίδια ευθεία,σε απόσταση αναπνοής..
εκτός από μαύρο τι άλλο μπορείς να χρησιμοποίησεις;
Σώματα διπλωμένα,σώματα πονεμένα,δέρματα καρφωμένα,σκόνη διαλυμένη,πληγές ανοιχτές,ψυχές με κηλίδες
Μειονότητα,μειονεξία,Νιγηριανά σώματα που περιμένουν να πληρωθούν τον έρωτά τους.
Ντρέπομαι που πατάω στα μάρμαρα.Θα’θελα να πάρω ένα κομπρεσέρ,να τα σπάσω και να αφήσω το τσιμέντο. Να ταιριάζει στην ατμόσφαιρα,στην οδύνη.Της θλίψης,του πόνου,της απογοήτευσης.
Του άσπρου αίσχους τους…
Φεύγω πρίν ξημερώσει. Θέλω να βρώ ένα φύλλο και να γράψω επάνω του.
Απροκάλυπτα!!
Καλημέρα…
χαρά
Τριλογία
Αυτοπροσδιορισμοί…
i. Ομοιώματα Αθωότητας
Αλεξάνδρα και Ηλίας. Δυο παιδιά, δυο ευτυχισμένα παιδιά, εκφραστικά και χαρούμενα, που ξεχείλιζαν από ενέργεια. Τα προσωπάκια τους έχουν χαραχθεί ανεξίτηλα στη μεσήλικη μνήμη της. Ήταν οι σταθεροί σύντροφοι των πρώτων παιδικών της χρόνων.
Η Αλεξάνδρα, ως πρωτότοκη, υπέστη τα μεγαλύτερα ζόρια. Ευτραφής και χαριτωμένη, με ροδαλά μάγουλα, καστανόξανθα, μακριά μαλλιά και σαρδόνιο χαμόγελο, έτοιμο για σκανταλιά. Στεκόταν απέναντί της, με αυτή τη μόνιμη πονηρή έκφραση, που την προκαλούσε να τη φροντίσει, να τη νανουρίσει, να τη βασανίσει ή να την μαλώσει, ανάλογα με τη διάθεση της στιγμής. Την έντυνε, την έγδυνε, την έλουζε, την έπλενε, γεμίζοντας τον τόπο σαπουνάδες, τη χτένιζε ακούραστα, μέχρι που την κάτσιασε για τα καλά, ώσπου δεν απέμεινε, παρά μια τρίχα όλη και όλη. Η Αλεξάνδρα ανεχόταν καρτερικά την τυραννία που της επέβαλε, λες και καταλάβαινε ότι, όφειλε να το επιτρέπει…
Λίγο αργότερα, στην κοριτσίστικη ζωή εισέβαλε ο Ηλίας, μέσα σ’ ένα όμορφο, πράσινο, μεγάλο κουτί, τυλιγμένο με μια εντυπωσιακή κόκκινη κορδέλα. Το κουτί είχε το ίδιο χρώμα με τα ρούχα του, που –προς μεγάλη του ευτυχία- δεν έβγαιναν. Ήταν ένας ξανθός, χαμογελαστός κοντοπίθαρος, με ένα φασαριόζικο καπελάκι, που δέχθηκε όλη της τη μανία, αφού ήταν το μόνο πράγμα επάνω του, που μπορούσε να μετακινηθεί. Κάποια φορά, ο Ηλίας την λαχτάρησε απίστευτα. Κόντεψε να πνιγεί στη λιμνούλα του Ζαππείου, πάνω στην ερωτοτροπία του με έναν κύκνο. Το κοριτσάκι αγχώθηκε υπερβολικά. Τότε, δεν ήξερε γιατί… Ευτυχώς. Τον έσωσε ο παππούς της και από τότε, η μικρή δεν τόλμησε να ξαναπαίξει με τη ζωή του. Φεύγοντας από το Ζάππειο, αφηγήθηκε όλη την ιστορία του παρ’ ολίγον θανάτου του στον οδηγό ταξί που τους παρέλαβε, ο οποίος μάταια προσπάθησε να την καθησυχάσει…
Δεν άργησε να τους κάνει πρωταγωνιστές στην καθημερινότητα, μέλη της οικογένειας, καθρέφτες της. Έπλαθε ατελείωτες ιστορίες, σε συνέχειες, σε διάλογο με τη νονά της, ζωντανεύοντας ό,τι ένιωθε, ό,τι ονειρευόταν ή απεχθανόταν.
Κάποτε, χάθηκαν μυστηριωδώς. Παραχώρησαν διακριτικά τη θέση τους στη νέα πραγματικότητα, παρατηρώντας τη δράση της ακίνητοι, χωμένοι βαθιά σε κάποια κούτα, με ένα σωρό άχρηστα βάρη επάνω τους.
Ξεπροβάλλουν από καιρό σε καιρό και της θυμίζουν να ζει με εκείνη την αθωότητα, την ωθούν να μην ξεχνά θαμμένη εκεί μέσα την παιδικότητά της…
ii. Εικόνες Εαυτού
Αστροναύτης, Πιλότος, Φωτογράφος, Πολιτικός, Συγγραφέας… Διάφορες εικόνες, διαδοχικές επιθυμίες, που δεν αντικατοπτρίζουν, παρά διαφορετικές στιγμές εξέλιξης, διάφορες φάσεις συναισθηματικής ανάπτυξης.
Πρώτη φορά αναρωτιέμαι, εάν υπάρχει κάτι κοινό σε όλα αυτά που ονειρεύτηκες κάποτε να κάνεις, αλλά και σε αυτό που επέλεξες να ασκήσεις, ως επάγγελμα.
Δηλώνει, άραγε, Κάτι, αυτό που κάνουμε, σε σχέση με αυτό που είμαστε, αυτό που κουβαλάμε μέσα μας;
Πόσο ελεύθερη επιλογή είναι το επάγγελμα;
Οι απαντήσεις ίσως ποικίλουν. Οι επιλογές, πάντως, δείχνουν. Δηλώνουν ανάγκες, επιθυμίες, προσδοκίες – συνειδητές ή ασυνείδητες. Όλοι την έχουμε αυτή τη γνώση. Όλοι καλούμαστε να αποφασίσουμε για τα εφόδια της επαγγελματικής ζωής, σε ηλικία ακατάλληλη. Τότε που ελάχιστα γνωρίζουμε για τον εαυτό μας και η εσωτερική φωνή συχνά καθοδηγείται από τις εικόνες του περιβάλλοντος, εικόνες που γίνονται δικές μας, χωρίς να είναι, καθορίζουν τη ζωή μας, χωρίς στην πραγματικότητα να μας εκφράζουν.
Τυχεροί, όσοι αποφασίζουν ελεύθερα, αν σκεφθούμε, πόσες ζωές παραμένουν άνυδρες, άχρωμες, εξαιτίας άστοχων επιρροών.
Τώρα το βλέπεις. Ξεκάθαρα. Όσα κατά καιρούς επιθύμησες, απεικονίζουν όσα είχες μέσα σου, όσα εξακολουθούν να σε συνοδεύουν σήμερα, προσαρμοσμένα πλέον στις συνθήκες που διαμόρφωσε το τυχαίο.
Είναι αυτά που ονειρευόμαστε να γίνουμε, κομμάτια του εαυτού μας; Εμφανίζονται, αναλόγως των συνθηκών και ύστερα χάνονται κάπου βαθιά μέσα μας;
Ταξίδι στ’ αστέρια, στο άπιαστο, στο άπειρο, στο όνειρο, πόσα ακόμη παιδιά επηρέασε η εποχή της απόβασης στη Σελήνη…
Πέταγμα στον ουρανό, «όταν κοιτάς από ψηλά, μοιάζει η γη με ζωγραφιά…», ελευθερία, ομορφιά, απόλαυση, για πολύ καιρό αναρωτιόσουν ασταμάτητα, πώς θα μάθεις να πιλοτάρεις!
Αγαπημένα Πρόσωπα, Όμορφες Στιγμές, στην εφηβεία σου και αρκετά αργότερα, διαρκώς επεδίωκες να τα αιχμαλωτίζεις στη φωτογραφική σου μηχανή, θαρρείς και έτσι, δεν θα σου έφευγαν ποτέ…
Αναζητήσεις γύρω από τα συλλογικά, περιέργεια για την ελληνική και την ευρύτερη, διεθνή κοινωνία και επικοινωνία, μια έλξη για εξερεύνηση και επαφή με άλλους ανθρώπους και πολιτισμούς, σε ώθησαν αβίαστα σε αντίστοιχα μονοπάτια γνώσης.
Αποτύπωση στο χαρτί, κάθε συναισθηματικής χίμαιρας, από μικρό κορίτσι και όμως, καθόλου δεν σκεφτόσουν να γίνεις συγγραφέας.
Μια αέναη διαδρομή, σε διαδοχικές φάσεις, που σε οδηγεί να συνθέτεις όλες τις πλευρές, για να γίνεις Ακέραιος, Ολόκληρος, Άνθρωπος…
iii. Όχημα Ζωής
27 Ιανουαρίου 1983. Η ημερομηνία που απέκτησε το δίπλωμα οδήγησης. Πριν καλά-καλά κλείσει τα 19 της χρόνια. Έμαθε τα απαραίτητα με τον δάσκαλο, δίσταζε όμως να ξεχυθεί στην άσφαλτο, με το τιμόνι στα χέρια. Το αυτοκίνητο του πατέρα της ήταν μεγάλο, δυσκίνητο και αρχαίο, με τις ταχύτητες επάνω, δίπλα στο τιμόνι, εκείνη είχε διδαχθεί σε μικρό, ευέλικτο και σύγχρονο μοντέλο και αυτό την προβλημάτιζε. Πώς θα συνήθιζε; Θα τα έβγαζε πέρα με τη «μαούνα»;
Ο πατέρας της, πάλι, ευχαριστημένος, φαινόταν να διασκεδάζει με τις ανησυχίες της και την ωθούσε να δοκιμάσει, ενθαρρύνοντάς την διαρκώς. «Δεν σε φοβάμαι καθόλου», τη διαβεβαίωνε και συμπλήρωνε: «Άσε που, άμα μάθεις με αυτό το αμάξι, όλα τα άλλα θα σου φαίνονται παιχνιδάκι».
Όταν θα το διαπίστωνε, εκείνος θα είχε φύγει από τη ζωή. Δεν θα μπορούσε πια να του ομολογήσει, πόσο δίκιο είχε…
Σύντομα, χάρη στην επίμονη άρνησή του να τη συνοδεύει, έστω στις πρώτες απόπειρες, ξεπέρασε τους φόβους της και κίνησε να οργώνει την πόλη, άλλοτε μόνη, άλλοτε με τους φίλους της και πάντως, απολύτως κυρίαρχη πλέον.
Απολάμβανε ιδιαίτερα την εντύπωση που προκαλούσε στους γύρω της, τόσο νέα εκείνη, μέσα σε αυτό το παλιό, αλλά γοητευτικό αμάξι, της δεκαετίας του ‘50. Είχε χρώμα γαλάζιο μεταλλικό, έλαμπε και προσέλκυε τα βλέμματα, φροντισμένο και κομψό καθώς ήταν πάντα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που αναρωτήθηκε, αν οι ματιές στον δρόμο, αφορούσαν εκείνη ή το αυτοκίνητο…
Ύστερα από μερικά χρόνια, άρχισαν τα προβλήματα. Τη μια κόλλαγε η πόρτα, την άλλη το παράθυρο, τα ανταλλακτικά έπρεπε πλέον να παραγγέλνονται από το εξωτερικό, καύσιμα χρειάζονταν συνεχώς και κόστιζαν πολύ και το χειρότερο: δεν μπορούσε πια να το εμπιστευτεί, αφού συχνά αναγκαζόταν να παλεύει να το βάλει μπρος, σε απίθανα μέρη και απίθανες ώρες, τροφοδοτώντας έτσι την παρέα με ατελείωτες αστείες ιστορίες.
Μόλις είχε τελειώσει τις σπουδές, έψαχνε ακόμη για δουλειά και βρέθηκε εμπρός σε ένα μεγάλο δίλημμα. Οικονομικά δεν άντεχε να το διατηρήσει, Συναισθηματικά δεν άντεχε να απαλλαγεί… και εκείνος δεν ήταν πια εκεί να την βγάλει από τη δύσκολη θέση. Οι φίλοι την ωθούσαν να το αντιμετωπίσει «ρεαλιστικά», η οικογένεια είχε μια περίεργη, σιωπηλή, σχεδόν ενοχοποιητική στάση, που την δυσκόλευε ακόμη περισσότερο. Δεν ήξερε, τι να κάνει. Έπρεπε να αποφασίσει και μάλιστα σύντομα, αν ήθελε να επωφεληθεί αποτελεσματικά από τα πρόσφατα μέτρα της Πολιτείας. Υπήρχε μια ενδιαφέρουσα προσφορά, για πώληση σε καλή τιμή, ως αντίκα. Ο υποψήφιος θα το προωθούσε στη Γερμανία για διαφημιστική χρήση και πλήρωνε μετρητοίς. Έμεινε αρκετές νύχτες άγρυπνη, προσπαθώντας να ισορροπήσει την καρδιά με τη λογική, μα ένιωθε όλο και χειρότερα. Τι, δηλαδή; Είχαν τιμή τα αισθήματά της; Όσο μεγάλο ήταν το ποσό, τόσο μεγάλωνε η ενοχή της…
Όμως, κάτι την έσπρωχνε να προχωρήσει. Ήταν βεβαία. Αν είχε χρήματα, δεν θα έδιωχνε ποτέ αυτό το αμάξι, όσο και αν τη ζημίωνε. Αλλά, αφού οι συνθήκες το επέβαλαν, έπρεπε να ξεκολλήσει από το παρελθόν και να κάνει το βήμα.
Την ημέρα της πώλησης, λίγο πριν την άφιξη του αγοραστή στο σπίτι, βάλθηκε να το φωτογραφίζει. Ένα ολόκληρο φιλμ τράβηξε. Εκείνο να ποζάρει πάντα γυαλιστερό, εκείνη άχρωμη και θλιμμένη. Μόλις τελείωσε με τις φωτογραφίες, έκανε μια βόλτα στο τετράγωνο, μήπως και γλιτώσει τα δάκρυα. Όταν έστριψε στη γωνία, ξέσπασε σε αναφιλητά. Ξαφνιάστηκε. Τέτοιος σπαραγμός για ένα μάτσο λαμαρίνες; Όχι. Δεν είχε μάθει έτσι. Εκείνη, πάντα και μόνο οι άνθρωποι και τα αισθήματα την ενδιέφεραν…
Μα, Ναι, αυτό ακριβώς ήταν. Ένα κομμάτι της ψυχής της. Ταυτισμένο με τον πατέρα της, με την ιστορία της οικογένειάς της, με τα παιδικά της χρόνια, με τα πρώτα της ενήλικα βήματα, με χαρές και λύπες και ταξίδια σε διάφορα λιμάνια αγωνίας και ελπίδας.
Τώρα, ήταν καιρός να εγκαταλείψει το τιμόνι του και να οδηγήσει αποφασιστικά τη ζωή της.
Το καινούργιο αμάξι που αγόρασε της φάνηκε πράγματι «παιχνιδάκι». Η ζωή πάλι, της επεφύλασσε πολλά παιχνίδια, που της θύμιζαν διαρκώς, να οδηγεί πιο άφοβα, ώστε να φθάνει κάθε φορά στον προορισμό της…
Χίμαιρα
Την παρατηρώ να βαδίζει. Με αργά, βαριά βήματα, να αφήνει ίχνη γερά, βαθιά στη γη. Περισσότερο κοντοστέκεται, παρά περπατά. Πάντα σκεπτική. Χωρίς παιχνιδίσματα. Χωρίς περιστροφές. Θαρρείς και η ελαφρότητα την απειλεί να πέσει, να σκοντάψει. Τα πόδια της, σαν δεμένα με αλυσίδες. Την εμποδίζουν να τρέξει, δεν τολμά παρά να συγχρονίζεται με τον συνοδοιπόρο. Η ματιά της ενώνεται με το βλέμμα του. Θολώνει και χάνει το μονοπάτι. Και παραμένει στάσιμη. Έπειτα, η ματιά της καθαρίζει πάλι και ξαναβρίσκει το δρόμο της. Τώρα ο ορίζοντας διευρύνεται.
Αλλά αργεί. Αργεί πολύ να φθάσει στον προορισμό της…
Την παρατηρώ να παλεύει. Ο Νους και η Γνώση μάχονται την Αβεβαιότητα. Κουράζεται, αλλά υπερισχύει. Η συνείδησή της νικά τη χίμαιρα, τη μετατρέπει σε δύναμη ζωής. Τώρα το βήμα της είναι τολμηρό, αποφασιστικό. Περπατά πιο ελεύθερα. Απολαμβάνει τη διαδρομή. Διακρίνει καθαρότερα, βρίσκει τον προσανατολισμό της. Τώρα ξέρει. Η σύνεση ελαφρύνει το βήμα, λειαίνει τη διαδρομή, ανανεώνει την ελπίδα.
Και το βάδισμα ξαναρχίζει…
Σας γράφω από έναν τόπο μακρινό
Σας γράφω από έναν τόπο μακρινό, η ανθρώπινη γνώση δεν τον φθάνει, μοναχά η φαντασία. Όποιος το καράβι του προσάραξε εδώ, ποτέ πίσω δεν γύρισε, να αφηγηθεί, τι αντίκρισε, πώς ένιωσε, τι μύρισε, πού βάδισε, τι άκουσε… Είναι ένας τόπος μοναδικός, αφού ανήκει στον καθένα και σε κανένα, ζωντανεύει μόνο μέσα του, υπερβαίνοντάς τον.
Ομίχλη βασιλεύει, πλησιάζοντας. Υδρατμοί σε τυλίγουν, γκρίζα σύννεφα παντού, υγρασία, βαριά ατμόσφαιρα. Σκοτεινή και η υγρή επιφάνεια, τίποτα δεν καθρεφτίζεται πάνω της. Αόρατη μοιάζει η διαδρομή που άφησες πίσω, αόρατη και αυτή που ανοίγεται εμπρός σου.
Με κόπο ρίχνεις άγκυρα, δεν τολμάς να χωθείς στο έρημο μισοσκόταδο… Όμως, κάτι αδιόρατο, βίαια σε σπρώχνει. Κάνεις να απλώσεις το πόδι σου, μα έντρομος διαπιστώνεις ότι, δεν υπάρχει πια. Το σώμα σου σε έχει εγκαταλείψει, μα ακόμη νιώθεις, τώρα είσαι ολόκληρος ένας νους.
Αιωρείσαι πάνω από το σκοτάδι, την ομίχλη, το υγρό στοιχείο, με άγνωστη κατεύθυνση. Σιγά – σιγά το τοπίο καθαρίζει. Ο εφιάλτης εξαφανίζεται. Φως. Παντού άπλετο φως. Δεν χορταίνεις να θαυμάζεις την απέραντη λάμψη. Πλημμυρίζεις αγαλλίαση, νιώθεις απόλυτη ελευθερία, γεμίζεις γαλήνη, μια πρωτόγνωρη πληρότητα. Τίποτα γνώριμο στον ορίζοντα, μα όλα τόσο οικεία, σαν να υπήρχαν μέσα σου από καιρό…
Μια νέα ζωή ξεπροβάλλει…
Μια εξομολόγηση που χρωστάω
Τώρα νομίζω πως μπορώ να το εκφράσω. Να το εκφράσω σε μένα πρώτα και άρα και σε σένα. Και, τέλος πάντων, και σε όποιον άλλον το έχει υποστεί. Αυτό που αδυνατώ να πράξω, για να εξυψωθείς, όταν νιώθεις εξουθένωση, είναι ακριβώς το δικό μου έλλειμμα, η δική μου ενοχή. Η αλήθεια είναι, πως νιώθω την επίδρασή σου τόσο καταλυτική επάνω μου, ώστε χάνω τη δική μου ματιά, τη δική μου χαρά, βυθίζομαι και εγώ στη θλίψη σου. Έτσι αποτυγχάνω να δράσω αποτελεσματικά, ακριβώς την ώρα που με χρειάζεσαι πιο πολύ…
Ή, τουλάχιστον, έτσι μου φαίνεται : ότι αργώ να προκαλέσω την πράξη εκείνη, που θα σε ενθαρρύνει, θα σε βγάλει ξανά στην επιφάνεια, για να συμπορευτούμε πάλι. Επινοώ το πρόσχημα ότι, ίσως έτσι βάζω τα όριά μου. Ίσως. Όμως, στην πραγματικότητα, δεν τα καταφέρνω, αφού εξακολουθώ να νιώθω ανίσχυρη. Εσύ νιώθεις ότι συμπαραστέκομαι, το λες και ανακουφίζομαι. Όμως εγώ, δεν νιώθω εγώ, ούτε εγώ και εσύ μαζί, παρά μόνο όταν δρω. Και δρω, μόνο όταν παραμένω ευάλωτη…
Αν θυμάμαι καλά, κάποτε ήταν η ζωή μου έκπαγλη γιορτή που άνοιγαν όλες οι καρδιές και όλα τα κρασιά κυλούσαν. Μια νύχτα πήρα την ομορφιά στα γόνατά μου και τη βρήκα πικρή και τη βλαστήμησα.
Τότε, τα φώτα της γιορτής έσβησαν και έγινε σκοτάδι. Κρύφτηκαν οι καρδιές και μόνο η χολή της βλαστήμιας απέμεινε να ρέει. Έγειρα και εγώ μέσα της και σφάλισα τη ζωή μου. Κύλησε, έτσι, πολύς καιρός μέχρι να βγω στην επιφάνεια και να αφουγκραστώ ξανά τους παλμούς της καρδιάς μου. Κάποτε η ομορφιά επέστρεψε, άνοιξα τα χέρια μου και την υποδέχθηκα στην αγκαλιά μου. Γεύτηκα τη γλύκα της, μέθυσα με τους χυμούς της. Με κάλεσε, τότε, να τιθασεύσω την έπαρσή μου, για να χαρώ τη μαγεία της. Και κάπως έτσι η ζωή μου έγινε πάλι έκπαγλη γιορτή.
παραλλαγές
Απλή γραφή
Το αποφάσισε μέσα σε μια στιγμή. Δεν επρόκειτο να κάτσει να μαραζώνει άλλο, χωρίς μάλιστα να είναι καλά-καλά σε θέση να κατανοήσει απόλυτα την αιτία της θλίψης του. Δέχθηκε με χαρά την πρόταση του φίλου του, για ένα ποτήρι τσίπουρο και μια παρτίδα τάβλι, δίπλα στο κύμα. Άλλωστε, η άνοιξη έφθανε στο τέλος της και το σπίτι δεν τον σήκωνε.
Του πρότεινε, με μια παράξενη ευκολία, να την αράξουν σε μια παραλία, που μέχρι πριν από λίγη ώρα, είχε ξεχασμένη…
Ελαφρώς ζαλισμένος από το ποτό, την κουβέντα και τη νίκη του στο παιχνίδι, διέκρινε μια γνώριμη, γυναικεία φιγούρα, κάπου στο βάθος, ανάμεσα στις παρέες που περπατούσαν πλάι στη θάλασσα, απολαμβάνοντας το δροσερό, βραδινό αεράκι. Έκπληκτος την είδε να τον πλησιάζει, με ανοιχτά τα δυο της χέρια, έτοιμα να τον αγκαλιάσουν. Σηκώθηκε απότομα και ανταποκρίθηκε με όλη του τη δύναμη στην τρυφερότητά της. Τρία χρόνια είχαν περάσει και όμως ένιωθε σαν να ήταν χθες…Η οικειότητα, που τόσο φοβόταν ότι είχε πια χαθεί, ήταν ακόμη εκεί, απαράλλαχτη και παραμόνευε, να του αλλάξει, επιτέλους τη ζωή…
Οπτική γραφή
Κοίταξε το είδωλό του στον καθρέφτη, να στέκεται αδρανές και καμπουριασμένο δίπλα στο παράθυρο, καθηλωμένο στην κομψή, παλιά πολυθρόνα. Έριξε μια κουρασμένη ματιά γύρω του. Τα έπιπλα και τα αντικείμενα του δωματίου φαίνονταν όλο και πιο γκρίζα, σχεδόν ομιχλώδη. Ξανακοίταξε τον καθρέφτη και το βλέμμα του, μονομιάς, έλαμψε. Φόρεσε το πιο πονηρό του μειδίαμα, του ανοιγόκλεισε με νόημα το μάτι και γύρισε να επιθεωρήσει ξανά το χώρο. Ξάφνου, όλα φωτίζονταν από τον άπλετο ανοιξιάτικο ήλιο. Τι ήταν αυτό που θόλωνε την καθαρότητα της ματιάς του, μέχρι εκείνη την στιγμή; Με ανακούφιση αντίκρισε το χαμόγελο του καλού του φίλου στο κατώφλι. Εκείνο το γελαστό πρόσωπο, του ταίριαξε αμέσως ως συντροφιά, για μια βόλτα μέχρι τη θάλασσα. Οραματίστηκε με λαχτάρα την αγαπημένη του παραλία, το χρώμα της θάλασσας, το διάφανο, παγωμένο ποτήρι με το τσίπουρο και το τάβλι, διάπλατα ανοιχτό μπροστά του, να τον προκαλεί στη μαγεία του παιχνιδιού.
Απόλαυσε την εναλλαγή των ανοιξιάτικων χρωμάτων στον ορίζοντα, ξεκούρασε το βλέμμα του, κοιτάζοντας πέρα μακριά την ανοιχτή θάλασσα, θαύμασε τον ασυννέφιαστο μωβ και πορτοκαλί ουρανό με το σούρουπο, πάλεψε να νικήσει στο τάβλι, μέχρι που τα μάτια του σχημάτισαν πούλια, χάζεψε τις παρέες και έπλασε ιστορίες, για κάποιους από τους ανθρώπους που περπατούσαν αμέριμνοι, ανιχνεύοντας προσεκτικά την όψη τους, μέχρι που ένιωσε ελαφρώς ζαλισμένος. Και τότε την είδε. Αχνά στην αρχή, μα όσο τον πλησίαζε, την διέκρινε ολοκάθαρα και η ταραχή του μεγάλωνε. Καθώς την κοιτούσε να κοντοζυγώνει, ένιωθε απαράλλαχτη, αν και τρία χρόνια μετά, την οικειότητα που τους έδενε. Παρατηρούσε τα εκφραστικά της μάτια, το ζεστό χαμόγελο, τα μεσογειακά χαρακτηριστικά, το νωχελικό περπάτημα, τις αργές κινήσεις, τα άνετα, ανοιχτόχρωμα ρούχα, όλα αυτά που γνώριζε τόσο καλά. Είδε τα χέρια της ανοιχτά να τον καλούν και βρέθηκε με δυο βήματα στην αγκαλιά της. Δεν χόρταινε να την κοιτάζει βαθιά στα μάτια, ατενίζοντας μια νέα σπίθα ζωής μπροστά του…
Οσφρητική γραφή
Καθόταν αδρανής στην πολυθρόνα, δίπλα στο παράθυρο, αδιάφορος. Περιέργως, ούτε η μυρωδιά του καφέ κατάφερνε να τον ξυπνήσει σήμερα. Αντιθέτως. Θαρρείς και η μύτη του συνωμοτούσε με την κακή του διάθεση, έμοιαζε να τον ενοχλούν τα πάντα. Η οσμή των παλιών επίπλων, της παντόφλας, της κουζίνας, μέχρι και μυρωδιά μούχλας έφθανε, στο σημείο που βρισκόταν. Άνοιξε το παράθυρο, μήπως και ανακουφιστεί. Έκανε διάνα. Η άνοιξη σκόρπισε το άρωμά της μονομιάς. Τα ανθισμένα κρινάκια και ο βασιλικός μοσχομύριζαν. Αλλά και το στιφάδο που μαγείρευε η σπιτονοικοκυρά του, με τη μυρωδιά του κρεμμυδιού να δεσπόζει βαριά, τον πήγε ανάλαφρα πολύ πίσω, στα παιδικά του χρόνια, τότε που τον ξυπνούσε η προετοιμασία του αγαπημένου του φαγητού, τότε που ορμούσε όλος λαχτάρα στην κουζίνα της μάνας, να αναπνεύσει και να γευτεί το μεστό έδεσμα. Η διάθεσή του έφτιαξε σε μια μόνο στιγμή. Μα πού είχαν εξαφανιστεί όλα αυτά που του μύριζαν τόσο δυσάρεστα, μέχρι πριν από λίγο; Μέχρι και ο φίλος του, όταν έφθασε, φαινόταν να κουβαλάει την άνοιξη στο πετσί του, καθώς ευωδιαστά, έσκυψε κοντά του να τον παρασύρει σε μια βόλτα στη θάλασσα.
Δεν άργησαν να τον συνεπάρουν το άρωμα του ιωδίου, καθώς και οι λαχταριστές μυρωδιές του τσίπουρου και των θαλασσινών, που προετοίμαζαν τον ουρανίσκο του για στιγμές θριάμβου και τη διάθεσή του για μια γερή επικράτηση στο τάβλι. Ώσπου, ελαφρώς ζαλισμένος, μύρισε κάτι διαφορετικό... Σε λίγο, ένιωσε το γνώριμο άρωμά της στον αέρα να τον μεθά, όπως τότε, τρία χρόνια πριν. Ανταποκρίθηκε στο αγκάλιασμά της με όλη του τη δύναμη, ενώ η μυρωδιά της τον τύλιγε απαλά και ζεστά. Τόσο οικεία, όσο και τότε, απαράλλαχτα. Ένιωσε να αναπνέει ξανά…
Απτική γραφή
Με χαλαρά τα δάχτυλά του να χαϊδεύουν το μπράτσο της πολυθρόνας και τα υπόλοιπα να κρατούν γερμένο το φλιτζάνι με τον καφέ, ένιωσε ξάφνου ένα κάψιμο στο γόνατο. Η κακή διάθεση είχε προκαλέσει έναν ωραιότατο λεκέ στο παντελόνι του. Σηκώθηκε εκνευρισμένος και έσυρε τα βήματά του στην κουζίνα, μήπως και περισώσει κάτι, όσο ακόμη αισθανόταν το σημείο υγρό. Περίεργο. Αν και το περιστατικό θα μπορούσε κι άλλο να τον πλακώσει, θαρρείς και σήκωσε από το στήθος του ένα βάρος. Η διάθεσή του έφτιαξε σε μια μόνο στιγμή. Άρπαξε το πόμολο του παραθύρου, το άνοιξε διάπλατα και άγγιξε τα γεράνια, όσο έφθανε με το χέρι του, έτσι, για να νιώσει, επιτέλους, να τον ακουμπά η άνοιξη, που κόντευε πια στο τέλος της. Σε λίγο, κατέφθασε και ο φίλος του. Εκείνο το ζεστό χτύπημα στον ώμο, του έδιωξε κάθε δισταγμό και υπέκυψε αμέσως στην πρόταση για ένα ποτήρι τσίπουρο και μια παρτίδα τάβλι, δίπλα στο κύμα.
Έβρεξε τα πόδια του στο νερό, γέμισε τις χούφτες του με άμμο, δέχθηκε με ανακούφιση τη θαλασσινή αύρα στο δέρμα του. Με χέρι παγωμένο από το ποτήρι, χτύπησε τα πούλια δυνατά στην ξύλινη επιφάνεια και με περίσσιο ενθουσιασμό, το πήρε το παιχνίδι. Ώσπου, ελαφρώς ζαλισμένος, ένιωσε ένα γνώριμο άγγιγμα στον ώμο του... Ήταν εκείνη! Την τύλιξε με λαχτάρα στην αγκαλιά του και απόλαυσε την οικειότητα, που τόσο φοβόταν ότι θα είχε χαθεί, τρία χρόνια μετά. Όχι. Ήταν ακόμη εκεί, απαράλλαχτη. Το ένιωθε στους κραδασμούς του…
Ακουστική γραφή
Ο βίαιος ήχος του κομπρεσέρ, από τις εργασίες στη διπλανή πολυκατοικία, τον ξύπνησε απότομα. Ήταν αρκετός για να του επιδεινώσει τη διάθεση. Όσο έβραζε το νερό για τον καφέ, άνοιξε το στερεοφωνικό, προσπαθώντας απεγνωσμένα να διώξει την ενόχληση. Από τη μια στιγμή στην άλλη, μόλις το δωμάτιο πλημμύρισε με ήχους της φύσης, στη διαπασών, από το αγαπημένο του δισκάκι, όλα άλλαξαν. Η άνοιξη κόντευε στο τέλος της και εκείνος ούτε που την είχε νιώσει. Ήταν βέβαιος ότι, είχε βρει την κατάλληλη λύση, με αυτό το δισκάκι, που τόσες φορές στις «μαύρες» του, τον είχε ανακουφίσει. Άλλωστε, εάν άνοιγε το παράθυρο, ο διαπεραστικός ήχος θα εισέβαλε ξανά. Το χτύπημα του κουδουνιού ολοκλήρωσε τη λύτρωσή του. Ήταν ο φίλος του, που όρμησε μέσα, βρόντηξε την πόρτα πίσω του και, σχεδόν τσιρίζοντας, τον παρέσυρε για ένα ποτήρι τσίπουρο και μια παρτίδα τάβλι, δίπλα στο κύμα.
Τα τιτιβίσματα από τις παρέες, τα τραγούδια των πουλιών από τα δέντρα, το κύμα που έσκαγε στην ακροθαλασσιά, οι παραγγελίες «φέρε άλλη μια πράσινη», «πιάσε ένα ακόμη καραφάκι», τα δυνατά χτυπήματα από το τάβλι, δεν άργησαν να δημιουργήσουν ένα ευχάριστο βουητό στο κεφάλι του. Ώσπου, ελαφρώς ζαλισμένος, την άκουσε από μακριά να τον φωνάζει, με εκείνον τον τόσο γνώριμο τρόπο. Όταν ζύγωσε, ανταποκρίθηκε με λαχτάρα στο αγκάλιασμά της. Δεν χόρταινε να ακούει τη φωνή της και να διαπιστώνει στους κυματισμούς της την οικειότητα, που τόσο φοβόταν ότι θα είχε χαθεί, τρία χρόνια μετά. Όχι. Ήταν ακόμη εκεί, απαράλλαχτη. Το ένιωθε στο τύμπανό του…
Γευστική γραφή
Άκεφος ρούφηξε μια γουλιά από τον καφέ. Τράβηξε και μια τζούρα από το τσιγάρο. Δυο καλοί σύντροφοι. Χρόνια τώρα, η επίδρασή τους έφθανε βαθιά στα σωθικά του. Σήμερα, όμως, ούτε αυτοί κατάφερναν να του φτιάξουν τη διάθεση. Η άνοιξη κόντευε στο τέλος της και αυτός δεν την είχε ακόμη γευτεί. Άνοιξε το παράθυρο, μύρισε τα λουλούδια, τη ζεστή ατμόσφαιρα και το στιφάδο που μαγείρευε η σπιτονοικοκυρά του και το στόμα του γέμισε γλύκα. Ένιωσε το στομάχι του να διαμαρτύρεται. Το μυαλό του έτρεξε σε καλοκαιρινά εδέσματα και γεύσεις θάλασσας. Σε λίγο κατέφθασε ο φίλος του. Εύκολα τον παρέσυρε σε μια βόλτα στη θάλασσα, για ένα ποτήρι τσίπουρο και μια παρτίδα τάβλι, δίπλα στο κύμα.
Ανακουφίστηκε από τη γεύση της θαλασσινής αύρας. Καθησύχασε τον ουρανίσκο και το στομάχι του με τους αγαπημένους του μεζέδες. Μούδιασαν τα μέλη του, μόλις ρούφηξε μια σταλιά τσίπουρο, αλλά συνέχισε ακάθεκτος να πίνει. Είχε ξεσυνηθίσει, τόσον καιρό εκτός αθλήματος… Ώσπου, ελαφρώς ζαλισμένος, την είδε από μακριά να πλησιάζει. Όταν ζύγωσε, ανταποκρίθηκε με λαχτάρα στο αγκάλιασμά της. Τα χείλη του ακούμπησαν το λαιμό της και κατάπιαν το γνώριμο άρωμα, ανακατεμένο με αλμύρα. Αυτό το δευτερόλεπτο του φάνηκε αιώνας. Τον πλημμύρισε με την οικειότητά τους, που τόσο φοβόταν ότι θα είχε χαθεί, τρία χρόνια μετά. Όχι. Ήταν ακόμη εκεί, απαράλλαχτη. Την είχε μόλις γευτεί…
χρήστος
Μια
εξομολόγηση
που
χρωστάω…
Εσύ πανύψηλε, που ακουμπάς μα και ζεις σε άλλο στερέωμα, τόσο κοντά και μακριά μαζί στους ουρανούς φλεγόμενους! Ή μήπως διαβαίνεις κάπου ενδιάμεσα όλων; Εσύ που χρόνια και αιώνες και τροχιές αστέρων έχουν περάσει από πάνω σου. Έχοντας χάσει το φως μου, όλα πλέον τα διακρίνω καθάρια στα βαθιά χαράγματα του σώματός σου. Μαζί με ήχους, κύμβαλα από σκόνη χρυσή, τα άπειρα παιδιά σου να τραγουδάνε τα χρώματα της φωνής των φεγγαριών πριν εκπέσουν, άγγελοι από το στερέωμα. Δεμένος καλά με τη ζωή, κι όμως να πετάς, και εγώ να μένω να αφουγκράζομαι τα δικά μου σκοτεινά νερά και τις πόλεις που πεθαίνουν αργά, αργά, αργά.
Τώρα, γυμνός εμπρός σου μένω να σε θωρώ σιωπηλά και να σε θαυμάζω χωρίς αγνότητα ή και καλοσύνη. Απλά. Χωρίς κάποιο ξεχασμένο πάθος. Το κεφάλι μου σηκώνω έρποντας, όμοιος ερπετό, και ελπίζοντας να φτάσω στη χάρη των δικών σου κρυμμένων ψιθύρων. Μα πέφτω και πάλι και γίνομαι κομμάτια αστρικά που έπειτα γίνονται μεμιάς λόγος και πιο μετά γκρίζα σκόνη, πάλι.
Τα μάτια μου, σκοτεινές δίνες, γυρνούν προς τα πάνω και μετά μπροστά και γράφουν κύκλους φτιάχνοντας σχήματα φασματικά, ενώ ελπίζουν να δουν τα δικά σου όταν οι θεοί είναι πια νεκροί. Γιατί με γνώση μη δοθείσα εν απλώ, ξέρω πως, η ώρα πλησίον εμού είναι ίσως.
Πόσος καιρός πέρασε, και ακόμα η αγκαλιά μου μοιάζει τόσο μικρή για εσένα. Πάντα θα είναι έτσι αλλά όχι άλλο. Ακόμα και τώρα που θέλω να σε αδράξω με κάθε μου ιστό ελάχιστο σε ένταση που τρέμει. Αν μπορώ, αν μπορώ να πάρω αυτό το κομμάτι του παγωμένου χρόνου σου! Μπορώ;
Άκουσε με, όχι ως άλλο ένα παράπονο, αν μπορείς. Αλυχτώ λύκος δίπλα σου και ξέρω από το μύθο πως έχεις τη μεγαλοσύνη να μπορείς να με ακούσεις.
Εσένα μιλάω με τα λόγια της ανεστραμμένης μου καρδιάς που κατήλθε ύψους, και έπεσε σε δύσεις ήλιων πορφυρών.
Εσένα καλώ να με αγκαλιάσεις με τη σοφία σου διαλύοντας τα μάτια που μου δοθήκαν, μια και καλή και σε όλους τους αιώνες πριν και μετά.
Μετά από τόσα χρόνια μακριά σου, πλανώντας τα όνειρα των βημάτων μου σε ατραπούς φανταστικές και χρώματα χωρίς φως, ελπίζοντας πως τα καθάρια και κρυστάλλινα και τόσο ψεύτικα αλλά εκκωφαντικά και πρέποντα στα πλευρά μου στίγματα έτοιμα να πληγωθούν περισσότερο και να ματώσουν βαθύτερα θα ανοίξουν λουλούδια όλο άρωμα. Κάποτε δέχτηκα και έστειλα πέτρες, πάντα με στόχο ακριβή και υπολογισμένο, προς καθετί. Πίστευα, βλέπεις στον άνθρωπο και την αθωότητά του, παράγωγο και προαγωγό ιστορίας, γνώσης και φαντασίωσης παρανοϊκής σε επάλληλες στρώσεις αγαπησιάρικης φενάκης.
Όμως τώρα είμαι σε εσένα δίπλα με όλη τη θλίψη των πραγμάτων και των φαντασμάτων ζώντων. Εσένα, ζωής γη, ελπίζω στο άγγιγμά και την αγκαλιά σου. Αν και σε εσέ κάτι ποτέ δε έδωσα μέχρι τώρα, ή χειρότερα, το παρέδωσα όλα σε νύχτες δίχως όνειρα.
Σε αγκαλιάζω και σε ακούω στον βαθύ σου χτύπο καρδιάς απόμακρη τρομπέτα να δίνει το ρυθμό, πιο πολύ και πιο ζωντανά. Πιο σκοτεινός είσαι και είμαι έτοιμος να σε δεχτώ στην απλότητά την υπέροχή σου. Πνίξε με στον ρόγχο σου, εσύ, πνίξε με στη πιο βαθιά σκιά σου!
Και πέφτοντας στη γη, ικεσίας λόγο πάλι, λόγω εν τη αρχή του αρθρώνω:
Ήταν μια εποχή που κορόιδεψα τη κίνηση των αστεριών – φύλλα στα κλαδιά σου, παγώνοντάς τα.
Άλλοτε μέθυσα χωρίς αιδώ με τους δικούς σου χυμούς, και σε ξέρανα.
Σε στιγμές, σκάλισα την καρδιά μου πάνω στο σώμα σου και σε άφησα με τις πληγές δικές μου επάνω σου.
Και προσπάθησα, ο αχρείος, να σώσω εσένα από την καταστροφή, και πόσο γέλασες! Ήμουν τόσο υπερόπτης και αλαζόνας που τίποτε δεν είδα, τότε.
Εσένα Δέντρο, σε έκανα εικόνα και σε ονειρεύτηκα, εσένα Δέντρο σε έκανα ήχο και σε τραγούδησα, εσένα Δέντρο σε έκανα άνεμο και σε μύρισα, εσένα Δέντρο σε έκανα τροφή και σε γεύτηκα, εσένα Δέντρο σε έκανα δεν ξέρω πλέον τι, αλλά απλά σε έκαψα στάχτη φωτίζοντας σου τις σκοτεινές και μύχιες σου πλευρές.
Όλα αυτά ήταν όμως πλάνη. Όπως και πολλά άλλα. Τώρα πλέον ξέρω πως απλά θα ήθελα να γίνω ένα από τα χίλια κλαδιά στις ρίζες σου. Να γίνω σταλίδα από τους χυμούς σου. Να χορέψω μαζί με το χορό των φύλλων σου. Να αγγίξω αυτό που μόνο εσύ μπορείς να φτάσεις, γιατί δεν σε έχει ξεχάσει ποτέ ο Δρόμος.
Μου έχουν πει πως, σαν το αίμα μου βρει τους δρόμους τους δικού σου, τότε θα σε αγαπήσω και πάλι. Δεν ξέρω αν μου έχει απομείνει έστω και ελάχιστο από το κόκκινο εκείνο υγρό, αλλά τώρα δα με κίνηση απόφασης και αγάπης κόβω με το ιερό μαχαίρι το σημείο πάνω μου και σου δίνω προσφορά ότι έχω.
Δέξου ότι μου έχει μείνει και ας είναι ελάχιστο!
Άκου τη φωνή μου και ας είναι όμοια με ψίθυρο!
Δες με από την κορυφή σου και ας είμαι τόσο μικρός εμπρός σου!
Νοιώσε με και ας σε πόνεσα!
Δώσε μου τη χάρη της Γνώσης σου.
Να γίνω ένα με Εσένα, κομμάτι του Αιώνα σου για πάντα.
Ένα, δύο τρία , τέσσερα και άλλα βήματα (…be just and fear not…)
«Αν θυμάμαι καλά κάποτε ήταν η ζωή έκπαγλη γιορτή που άνοιγαν όλες οι καρδιές και όλα τα κρασιά κυλούσαν. Μια νύχτα πήρα την ομορφιά στα γόνατά μου και τη βρήκα πικρή και βλαστήμησα…»
Μια εποχή στην Κόλαση, Α. Ρεμπώ
(πράσινα – ραγισμένα – λέξεις – μύγες – αναληθές – ξέρεις – τη σιωπή)
Ήχος 01 – Current 93 / So this empire is nothing
(να ακουστεί όλο)
…και δίχως πλέον άλλη ιδιάζοντος τοξική, και πρέπουσα στην παρανόηση της όποιας λογικής και συναισθήματος σκέψη, θέλησα να κοιτάξω στα δια Του μάτια, να χαθώ σε Εκείνο το άγραφο και μαζί βαθιά ωκεάνιο και άμορφό τραγούδι ενός παραμυθιού που μένει να γράφεται εδώ και αιώνες. Είδα τις λέξεις του φτιαγμένες πορφυρά γράμματα διαττόντων αστεριών να χορεύουν σε διαστάσεις πρωτόγνωρες, χορούς εκστατικούς και μέσα σε δίνες από φωνές να ηχούν σε γλώσσες ξεχασμένες και απερίγραπτα γλυκές στην σκοτεινή τους υλικότητα…
(χρόνος – αλλού – ξεχασμένοι – ο χώρος διάθλαση – αιώνες να τραυλίζω – τρέμω στο φως – γλυκός – γλυκιά – γλυκό – όλο και τίποτα – πέρα από παιγνίδι)
…το μονοπάτι από ζώσες σκιές μπροστά μου ακολούθησα δίχως φόβο και με περισσή απόφαση προχώρησα προς την πηγή Του. Δίχως πισωγύρισμα, γεμάτο με λαμπρές προσμονές και υποσχέσεις έκφρασης πόθων μη ανθρώπινων αλλά για τούτο ίσως βαθύτερα ανθρώπινων από κάθε άλλο τι. Ακολούθησα σκαλοπάτια που έφθαναν σε ορίζοντες πριν από πύλες χώρας μυθικής και αποτρόπαια πραγματικά ονειρικής, κάπου σε ένα στίγμα εκτός κάθε χάρτη και δίχως την πυξίδα κάποιας ακόμα βεβαιότητας…
(μύθος με αγγέλους – ομιλίας – ζωές – έκφραση της πτήσης – είσοδος στη σιωπή – ανάμεσα στο μέσα – έξω πάντα)
…λίγο πριν, το τέλος της αρχής, είδα να στέκει, εκεί, πάνω σε χρυσό και σκαλισμένο μονοπάτι το άγαλμα αλαβάστρινο Τιτάνιο, εκείνο του Έρωτα του νυμφευμένου με το Θάνατο, το ζευγάρι αγκαλιασμένο να θωρεί την αλήθεια στα μάτια της θείας ένωσής τους, τον βαθύτερό μας φόβο με χαμόγελο πιο βαθύ από τους πιο απόμακρους γαλαξίες του ουρανού. Παραδομένος στη σαγήνη τους, έμεινα σκυφτός και με χέρια ικεσίας ανοιχτά έδωσα το αίμα μου ζωή στην μορφή τους και λυτρώθηκα, αλλά μόνο προς στιγμή…
(δίνω – σιωπής αποστήματα – όνειρο – επτά πέπλα – δεν μπορείς - ο φόβος – τυλίγεται – κατασπάραξε με)
Ήχος 02 – Soysong 1 / Kabuki shop
(ακούγεται στο background μέχρι τον ήχο 03)
…ο ήχος εκείνος με ράγισε εντός μου τρομερά, όμοιος με κραυγή από αμέτρητες θρηνωδίες, θυμίζοντας μου κείμενα - άνθρωποι που μίλησαν, με θάρρος, για εκείνο που έβλεπαν πίσω από του αγγίγματος τη θαλπωρή του πέπλου. Το όνειρο πείραξα με χιονισμένες εικόνες χρυσαφιού που τρεμοπαίζανε εκεί όπου έκανε την εμφάνιση η μορφή του φόβου και τις φωνές τους άκουσα καθαρά και βροντερά όμως ψίθυροι έγιναν μέσα στα σκιρτήματα των άκρων τους που πήραν μορφές συμβόλων ωσάν φίδια φιλικά, προστάτες ενός βήματος που θέλησα να ακολουθήσω μαζί με το γλυκό τους άγγιγμα από δηλητήριο…
(τρέμουλο – φως – σκοτάδι – ζωή - χτύπος – χορεύοντας στο ναι)
…και βρέθηκα εκεί μπροστά Του, και άνοιξα τις πύλες βαριά κλειστές σε Αυτό που θα έπρεπε να μείνει πίσω εκεί για πάντα, καλά κρυμμένο από μάτια και δηλώσεις, για ασφάλεια του καθένα και εμένα. Και είδα πέρα από το φως και το σκοτάδι, εκείνη τη μια μικρή φωτιά καρδιάς να φέγγει ανάμεσα στις παλλόμενες ματιές Εκείνου με τα χίλια μάτια και τα χίλια χέρια και χαμόγελα όμοια του κενού στη θαλπωρή που δεν ομολογείται, και του δόθηκα με χορευτικά περισσή προσμονή και άνοιγμα όμοιο με αυτό της δημιουργίας…
(έκλαμψη – απερίγραπτο – το άλλο – σκιές – ολοκαύτωμα σάρκας)
…και τι να είναι αυτό που δεν μπορώ να πω πως είδα, εκείνο το μικρό και υπέρτατα χρωματιστά και τραγελαφικά αστείο από ατελείωτους κύκλους πόνου και με κυψέλες από μέλισσες τρεφόμενες με αίμα να τραγουδούν ολούθε τα μυστικά της δημιουργίας. Δεν ήταν ο παράδεισος και δεν ήταν σίγουρα η κόλαση. Ήταν μόνο τα μεταλλικά πουλιά που πέταγαν και τα ιπτάμενα σάρκινα καράβια που ταξίδευαν σε διαστάσεις ασημογάλαζες και ουράνιες και χθόνιες μαζί με τα πιτσιλωτά πρόβατα με τα δόντια μεγάλα ωσάν λύκου, έτοιμα να ξεσκίσουνε τα αθώα, δήθεν, θύματα. Το μακελειό ήταν απερίγραπτο γιατί οι υποψήφιοι αμέτρητοι…
(καπνοί, τρέλα, αντίθεση σε τι – ομοιότητα σε τίποτα – ανεστραμμένος ουρανός)
…και είδα τις σάρκες της κάθε σιγουριάς να καίγονται προσφορά σε χρυσά διακοσμημένους τύμβους καλοσύνης, και τους νόμους να γίνονται βορά σε δήθεν μάγους νομοθέτες του ψεύδους… χέρια παιδικά να σφάζουν με περισσή χαρά την αθωότητα των άλλων… γυναίκες και άντρες να παντρεύονται το Θείο Πέος δοξάζοντας συνάμα την αγνότητά τους….λόγια αγάπης για τη γη να την καταστρέφουν με την αγνή και ελπιδοφόρα εγωτική καλότητά τους…Και πάνω από όλα, είδα εμένα σε γυμνότητα τρομακτική να αφουγκράζομαι το ψεύδος μου με ικανοποίηση περισσή και να του μιλώ ωσάν να ήταν η αλήθεια…
(τώρα – τώρα – τττττττττττττ – ωωωωωωωωωωωωωωω – ρρρρρρρρρρρρ- ααααααααααα – τι-τι τι – ποοοοοοοο – τα – το άλλο - το άλλο – το άλλο – το άλλο – το άλλο – άλλο)
Ήχος 03 – Forms of things Unknown – Full Black Candles
(μαζί με το κείμενο ως background)
Τις σκιές του άλλοτε καλωσόρισα με χαρά και σθένος περισσό και έγιναν οι φίλιες εικόνες που γελούσαν και έκλαιγαν με όλα και περισσότερο με τον κόσμο που έτρεμε καθώς έχανε τα ψεύτικά του πόδια. Τα χέρια μου όμως μοιάζουν με ανεμομύλους, κινούνται σε φορά απόγνωσης και στριφογυρνούν σε άνεμους τυχαίους και τώρα ξέρω πως έχω αγγίξει εκείνα και όλα και περισσότερα, που δυστυχώς λένε κάποιοι. Νεκρός και νεκροί, όλοι, κάτω από ένα ουρανό που χάνει φλοίδες τα χρώματά του. Το φως είναι ψεύτικο, και είναι ψυχρό και μαζί του όλες οι ελπίδες, μετά από μια πρωινή προσευχή. Δεν θυμάμαι τίποτα, το σώμα μου θυμάται το τίποτα και το δικό σου χορεύει επίσης στο τίποτα. Τους θεούς τους διαλύσαμε ή απλά τους ξεχάσαμε και τι έγινε και αν τους βρήκαμε; Μαζί τους, χωρίς εμάς, επιτέλους ή όχι είμαστε; Δεν είμαστε ακόμα ελεύθεροι, παρά τον ναό που στέκει εκεί φτιαγμένος για τα ομοιώματα και τις αλήθειες τους. Αλλά τι θα γίνει αν και μόνο εάν γυρίσουμε τη γέννησή μας λίγο πριν και δούμε το συμπάν πάλι; Την πλάνη ίσως δούμε, το τελευταίο παιγνίδι με τα επτάεδρα ζάρια. Ας ρίξω λοιπόν για την επόμενη στιγμή και ας δω το επόμενο βήμα να γράφεται στα ασημένια σύννεφα της καρδιάς μου. Δεν είναι καταδίκη, είναι η ελευθερία εκεί στον κήπο με τα χρυσά και κόκκινα και ασημένια λουλούδια που κρέμονται μυθικά και όμορφα στον αστερισμό του Σείριου του αέρα και των Θεών που είναι εδώ, όλων όσων έτσι και αλλιώς θα ‘θελα να ψιθυρίσουν…όχι, όχι λόγια αλλά χέρια ανοιχτά στον ουρανό και πόδια βυθισμένα καλά στη γη.
Ήχος 05 – The Threshold House Choir Boys - So young it knows no maturing
(Περιμένουν και οι 2 φωνές 2 λεπτά και αρχίζουν να απαγγέλουν ταυτόχρονα.
Η 2η φωνή μιλάει από το τέλος προς τα μπροστά αλλά και οι δυο προφέρουν αργά και δίχως χρώμα την κάθε λέξη)
Όταν- κανείς – άγγελος- δε - θα - υπάρχει - κάτω - από - τα - νερά - της – ζωής – και- τίποτα - δεν - θα - μας - ταξιδεύει - πιο - πέρα - από - τη - βαθιά – θάλασσα – εκείνη - τη - σκοτεινή - και – τη - ζωντανή - και - την - αιμάσουσα - στιγμή - τότε - θα - ακουστεί - η – κραυγή - και - θα - μιλήσουμε - αλήθεια!
Όταν- κανείς – άγγελος- δε - θα - υπάρχει - κάτω - από - τα - νερά - της – ζωής – και- τίποτα - δεν - θα - μας - ταξιδεύει - πιο - πέρα - από - τη - βαθιά – θάλασσα – εκείνη - τη - σκοτεινή - και – τη - ζωντανή - και την - αιμάσουσα -στιγμή - τότε - θα - ακουστεί - η – κραυγή - και - θα - μιλήσουμε - αλήθεια!
Θεώρημα περί έρωτος (revisited)
Χάθηκε απότομα, όπως και εμφανίστηκε. Κανείς δεν έχει ακούσει κάτι για αυτόν από τότε. Είναι σα να μην πέρασε ποτέ από τη μικρή αυτή πόλη. Ένας μύθος φανταστικός, μια αλλόκοτη εξιστόρηση που θα έπρεπε να χαθεί από τη μνήμη όσων έζησαν τα γεγονότα εκείνα. Ελάχιστοι ψίθυροι, κάποια μισόλογα γεμάτα από υπαινιγμούς και συχνά μια αχλή φόβου ως προς κάτι αήθες που έλαβε χώρα κάποτε, καλύπτουν τις ελάχιστες αναφορές σε εκείνο το ζεστό Ιούλη.
Το σπίτι μοιάζει να φυλάει κάτι αόριστο, μόνο του τώρα στην άκρη του λόφου, εκατό μέτρα σχεδόν από τα άλλα σπίτια της μικρής πόλης. Είναι άδειο από κάθε ίχνος ανθρώπινης ζωής. Μόνο κάποιοι ήχοι σιωπής, τα μισοξεραμένα δέντρα της μπροστινής αυλής, τα σκουριασμένα μέταλλα ολούθε, οι ξεφλουδισμένες από χρώμα επιφάνειες ή και ο αέρας που χορεύει τους δικούς του ρυθμούς είναι ότι το περιτριγυρίζει σήμερα. Και όλα αυτά εκεί όπου κάποτε ζούσε εκείνη η καθ’ όλα ευτυχισμένη οικογένεια, γνωστή για τις ειλικρινείς και ζεστές σχέσεις των μελών της, τουλάχιστο πριν έρθει αυτός.
Είναι ακριβώς αυτές οι ιστορίες που έκαναν την περιέργειά μου να με γαργαλάει τόσο έντονα και να με γεμίσει με επιθυμία ανυπέρβλητη να πάω και να επισκεφθώ το σπίτι. Ήξερα πως δεν το φιλάει κανείς, στην πραγματικότητα ένοιωθα πως ήθελαν να το διαγράψουν από το χάρτη της πόλης τους, κάτι σα χώρο όπου ζούσε ένας εν δυνάμει άκρως μεταδοτικός και καταστροφικός για τη ζωή της πόλης και τους κατοίκους της ιός. Έτσι δεν ήταν δύσκολο να περπατήσω μέχρι εκεί και ακόμα πιο εύκολο να μπω μέσα του, δίχως να χρειαστεί να παραβιάσω καν την πόρτα. Ήταν ανοιχτή σε κάθε επίδοξο ή τουλάχιστο θαρραλέο επισκέπτη.
Η σκόνη στο εσωτερικό του σπιτιού, αν και πυκνή, δεν μπορούσε να κρύψει το υψηλό γούστο και την ευμάρεια των κατοίκων του. Έπιπλα προσεκτικά επιλεγμένα σε στυλ και από υλικά που φανέρωναν γνώση και αισθητική καλλιέργεια. Ήταν τοποθετημένα με τρόπο που φανέρωνε διάθεση για συνεύρεση, χαλάρωση και ανθρώπινη επαφή. Σε διάφορα σημεία βρίσκονταν μερικές φωτογραφίες με κεντρική εκείνη σε ένα χαμηλό τραπεζάκι δίπλα στο τζάκι που έδειχνε όλη την οικογένεια. Η φωτογραφία αυτή μου τράβηξε αμέσως την προσοχή, και παίρνοντας τη στα χέρια μου την κοίταξα για αρκετή ώρα.
Στο βάθος, ως φόντο έστεκε το σπίτι αυτό, ενώ μπροστά είχαν πάρει θέση ο Πατέρας, η Μητέρα, η Κόρη και ο Γιος. Όλοι τους ήταν χαμογελαστοί, και με έντονα τα σημάδια της χαράς και της ζωτικότητάς αποτυπωμένα πλέον στο χαρτί. Ο πατέρας, ένας ψηλός άντρας γύρω στα 50, καλοστεκούμενος και προσεγμένος έδινε, επιπλέον, την αίσθηση της σιγουριάς, εμφανές δείγμα επιτυχίας στη ζωή. Η μητέρα, λίγο πιο νέα, ντυμένη με απλό και λιτό υπόλευκου χρώματος φόρεμα έλαμπε από τη χαρά της γυναίκας που ζει την εκπλήρωση της ευτυχίας που πάντα θα ήθελε κάθε γυναίκα από τη ζωή της. Η κόρη, μια 20χρονη με καλλιτεχνικό και εναλλακτικό ταπεραμέντο από ότι φαινόταν από εξωτερικά τουλάχιστο στοιχεία όπως το ακανόνιστα κομμένο και έντονα κόκκινο μαλλί της και το σοφιστικέ της ντύσιμο σε αρμονία πάντα με τη σειρά από σκουλαρίκια και στα δυο της αυτιά. Και ο γιος, ένας έφηβος στα 15 που έλαμπε από αγορίστικη ζωτικότητα, κοίταζε προς το φακό με περισσή αλλά λογική για την ηλικία του αυθάδεια και σιγουριά. Προς στιγμή ήταν σα να σταμάτησε ο χρόνος καθώς έμεινα να θαυμάζω τη φωτογραφία αυτή, δείγμα, έστω φωτογραφικό αυτού που ονομάζει κανείς ευτυχισμένη οικογένεια. Και ξέχασα τις φήμες και ιστορίες, μένοντας να ρεμβάζω την στατική αλλά τόσο ζωντανή ομορφιά της. Όμως η διάθεσή μου διαλύθηκε μονομιάς όταν πρόσεξα κάτι περίεργο στη φωτογραφία. Στην μπροστινή αριστερή της γωνία υπήρχε μια σκιά. Ήταν μια ψιλή, λιγνή, αντρική σκιά, προφανώς ο φωτογράφος. Ήταν καθαρό πως η γωνία λήψης της φωτογραφίας ήταν τέτοια που η σκιά του αποτυπώθηκε στο κάδρο. Αλλά δεν ήταν μόνο η σκιά που μου έκανε εντύπωση. Μια μικρή αφιέρωση στο κάτω δεξί μέρος της φωτογραφίας γραμμένη με μολύβι ίσα ίσα που φαινότανε. Με προσπάθεια κατάφερα να τη διαβάσω, και εκείνες οι λέξεις έμειναν βαθιά εντυπωμένες στο νου μου να περιμένουν ακόμα και σήμερα την εξήγησή τους.
« Από αυτόν που θα αγαπάτε. Μέχρι τέλους», έλεγε η αφιέρωση.
Δίπλα από τον χώρο όπου βρισκόμουν ήταν το γραφείο του πατέρα. Μπήκα μέσα. Ήταν γεμάτος βιβλία για τη φιλοσοφία, την τέχνη, πολλά ακαδημαϊκά συγγράμματα, σε διαφορετικές και ορισμένες σπάνιες γλώσσες. Ήταν εμφανές πως ο πατέρας ήταν ένας επιτυχημένος πανεπιστημιακός. Στο μεγάλο και βαρύ εβένινο τραπέζι-γραφείο στο κέντρο του δωματίου έλαμπε, παρά τη σκόνη και το μισοσκόταδο μια χρυσή πένα. Αμέσως όμως μόλις συνήθισα το μισοσκόταδο, διέκρινα ένα μαύρο δερματόδετο μικρό βιβλίο να είναι κλειστό στο κέντρο του επίπλου-γραφείου. Πλησίασα, τράβηξα με προσοχή τη βαριά καρέκλα δίνοντάς μου το χώρο για να καθήσω με άνεση και άνοιξα τον βιβλίο. Αμέσως κατάλαβα πως ήταν ένα είδος ημερολογίου που κρατούσε ο πατέρας. Ανοίγοντας το στην αρχή του, συνειδητοποίησα πως η πρώτη ημερομηνία καταγραφής ήταν την εποχή που οι φήμες ήθελαν τον άγνωστο να φθάνει στην οικογένεια, εκείνο το καλοκαίρι. Άρχισα να το διαβάζω με περιέργεια.
«1η Ιουλίου 19... Σήμερα το πρωί εμφανίστηκε ο ... και ζήτησε δουλειά. Τον είδα να έρχεται πεζός προς το τραπέζι όπου ήρεμα παίρναμε το πρωινό μας. Η εμφάνισή του μου έκανε αμέσως ιδιαίτερη εντύπωση. Νομίζω πως την ίδια εντύπωση μοιραστήκαμε όλοι μας, μαζί με μια ομολογουμένως ασυνήθιστη αίσθηση. Δεν θα τον έλεγα ιδιαιτέρως όμορφο, με τυπικούς τουλάχιστο όρους. Όχι. ‘Έχει όμως πάνω στο πρόσωπό του μια λάμψη ξεχωριστή που δεν είμαι σίγουρος αν οφείλεται στα κοντά ξανθά μαλλιά του, στα μάτια του που λάμπουν από ζωτικότητα ή σε κάτι άλλο. Σταματήσαμε να τρώμε για να τον ακούσουμε. Και ήταν πολύ λιτός και συγκεκριμένος αλλά πάντα ευγενής στα λόγια του. Μας είπε πως λέγεται .... και πως ταξιδεύει εδώ και κάποια χρόνια και πως θα ήθελε να του δίναμε την ευκαιρία να εργαστεί για ένα μήνα για εμάς, με λίγα χρήματα, φαγητό και στέγη ως αντάλλαγμα, μόνο. Κάτι σαν διακοπές στο μακρύ του ταξίδι. Κοιταχτήκαμε με τη γυναίκα και τα παιδιά μου. Η αλήθεια είναι πως με την άκρη του βλέμματός μου διέκρινα σε όλους ένα ασυνήθιστο και δύσκολο να καταλάβω μειδίαμα, αλλά δεν του έδωσα και μεγάλη προσοχή. Ίσως γιατί σκεφτόμουν το τι να πράξω, αν θα δεχτώ τον νέο αυτόν ή όχι να ζήσει για ένα μήνα μαζί μας. Τώρα που έχει περάσει η μέρα, είμαι σίγουρος πως κάτι άλλο προσπαθούσα και εγώ να καταλάβω. Ο άγνωστος νέος, δίχως να ξέρω από που έρχεται, με έναν πρωτόγνωρο όμως τρόπο και με πειθώ που δεν χωρά σε λογικές ή άλλες εξηγήσεις ήταν σα να είχε αποσπάσει το ‘ναι’ μου από την πρώτη στιγμή που πλησίαζε στο οικογενειακό τραπέζι. Ήταν σα να τον ήξερα από παλιά και δίχως να το πολυσκεφτώ ένευσα καταφατικά μαζί με όλους μας στην πρότασή του. Θα μείνει ένα μήνα μαζί μας. Δεν είμαι σίγουρος για ποιο λόγο, θα κάνει κάποια δουλειά, ίσως μας βοηθήσει όλους μας σε κάτι. Φαίνεται ταλαντούχος και με ζωντάνια νέος, έτσι και αλλιώς»
Συνέχισα να διαβάζω τις επόμενες σελίδες και σύντομα βρέθηκα μπροστά σε μια σειρά από συμβάντα που ακροβατούν ανάμεσα σε ιστορία υπερφυσικού και ρομαντικού ειδηλίου. Γεγονότα που με έκαναν να συνειδητοποιήσω ότι τα μισόλογα και μυθεύματα που ακούγονται για τον άγνωστο νέο και την τύχη της οικογένειας δεν ήσαν παρά μια αλήθεια, αλλόκοτη και ανεξήγητη όμως, αλλά αλήθεια, πάντως. Το ημερολόγιο δεν είναι παρά η απρόσμενη επιβεβαίωση πως τίποτε πιο αληθινό δεν υπήρξε από τις μικρές ιστορίες που θα σας αφηγηθώ στη βάση του υλικού που με προσοχή συνέλλεξα.
Μητέρα
Η μητέρα από την πρώτη στιγμή που είδε το νέο άντρα άρχισε να αλλάζει συμπεριφορά. Εκείνη η καλή και όλο φροντίδα για την οικογένειά της αλλά και γνώση για τα θέλω μιας γυναίκας του δικού της επιπέδου, άρχισε γρήγορα να αλλάζει σε κάτι απρόσμενα διαφορετικό. Μια δυο μέρες μετά την άφιξη του νέου, άρχισε να έχει περίεργους εφιάλτες πάντα με το ίδιο περιεχόμενο. Μια σκιώδης ανδρική φιγούρα ερχόταν στον ύπνο της και τη βασάνιζε με έναν τρομακτικό τρόπο. Η ίδια ισχυρίστηκε πως έμοιαζε με το νέο αλλά την ίδια στιγμή της έδινε την αίσθηση πως επρόκειτο για ένα αλλόκοτο και δαιμονικό, σκοτεινό πλάσμα, έτσι είπε σε μια επιστήθια φίλη της. Και ήθελε, κατά τα λεγόμενά της να κάνει έρωτα μαζί της. Εκείνη, αν και στην αρχή αντιστεκόταν, λίγα βράδια μετά παραδόθηκε στη δαιμονική παρουσία του εφιάλτη της και έκανε έρωτα μαζί του. Η μητέρα, κάθε πρωί φαινόταν όλο και πιο κουρασμένη, και το μόνο που σιγά σιγά άρχιζε να κάνει αλλά με προοδευτικά μεγαλύτερη συχνότητα και διάρκεια ήταν να κοιτάζει το νεαρό με έκδηλα τα σημάδια του πόθου, αρχικά, και της τρέλας στη συνέχεια. Άρχισε να βγαίνει σχεδόν γυμνή στην είσοδο του σπιτιού και η ματιά της καρφωμένη πάνω στο νέο που έκανε δουλειές στον κήπο πρόδιδαν με τρόπο πέρα από κάθε αμφισβήτηση τα θέλω της. Αυτά τα θέλω βρήκαν ένα μεσημέρι την απάντησή τους από το νέο. Η συνεύρεσή τους είχε πρωτόγνωρο για τη γυναίκα πάθος, ο νέος δε, ήταν όμοιος με το δαίμονα που την έβρισκε κάθε βράδυ στους γνωστούς της πλέον εφιάλτες. Βρεθήκανε μαζί τρεις φορές σε ισάριθμα μεσημέρια. Ήταν πλέον η τελευταία εβδομάδα του Ιουλίου, όταν η γυναίκα, με έκδηλα τα σημάδια της τρέλας, μισόγυμνη και φωνάζοντας πως είναι μια πουτάνα έτρεξε προς την εκκλησία της πόλης, άνοιξε την πόρτα και σωριάστηκε μπροστά στο ιερό. Στα πόδια της διακρίνονταν φρέσκο αίμα μαζί με σπέρμα, σημάδια έκδηλα μιας άγριας ερωτικής πράξης. Σε ένα μονόλογο παραλήρημα προς τον εσταυρωμένο λέγεται πως είπε:
«Πώς θα με συγχωρήσεις, εμένα το γύναιο τούτο, τη βρώμα της Βαβυλωνίας, το βδελύγμα, την αμαρτία ζώσα; Με πήρε τόσες φορές, δεν θυμάμαι πόσες, με ξέχασα στα χέρια του, άγρια χέρια πόθου ανείπωτου. Έγινα δική του, εκείνου, του δαίμονα. Θεέ μου πως χάθηκα έτσι; Τα άφησα όλα πίσω, όλα όσα με τόση αγάπη αγάπησα και έγινα η πουτάνα του. Δεν υπάρχει λύτρωση πλέον, είμαι βρώμικη όσο ένας υπόνομος, μια που πρόδωσα και παραδόθηκα από τη σάρκα μου που πλέον είναι άρρωστη! Είμαι η πουτάνα της Βαβυλώνας και μήτε εσύ Αγία Μητέρα δε με προστάτευσες, γιατί;»
Η μητέρα άρχισε να μιλάει σε μια ακατάληπτη γλώσσα, έπιασε το χρυσό σταυρό που υπήρχε στη Αγία Τράπεζα και με μανία τον έμπηξε στην κοιλιά της τρεις φορές, αργά και μεθυστικά όλο πόνο σα να πηδιόταν μέχρι θανάτου με αυτό το ιερό σκεύος.
Το ιδιότυπο αυτό χαρακίρι συνοδεύτηκε με τα εξής λόγια:
«Έτσι πρέπει, έτσι θα γίνω πάλι η αγία, έτσι θα γίνω πάλι η Αγία Μητέρα. Σκοτώνω τον καρπό της κοιλιάς μου, όλους τους καρπούς κάθε κοιλιάς, τις ελπίδες μας… όλα τα ξεκαθαρίζω μια και καλή, μια και πολύ-πολύ καλή και για πάντα στους αιώνες των αιώνων, αμήν»
Η Κόρη
Η 20χρονη, σπουδάστρια σε γνωστό κολλέγιο κινηματογράφου είχε επίσης περίεργη και σίγουρα θλιβερή τύχη. Από τις πρώτες κιόλας ώρες της παρουσίας του νέου στο σπίτι ένοιωσε μια έλξη προς αυτόν. Είχε κάτι το γοητευτικό και άκρως καλλιτεχνικά εμπνευστικό πάνω του. Εκτός αυτού, η κοπέλα άρχισε γρήγορα να τον φαντάζεται και ως ήρωα σε μια ταινία. Μια εβδομάδα είχε δεν είχε περάσει όταν το σενάριο και μαζί ο πόθος της για το νέο έφταναν σε κορύφωση και ήθελε απεγνωσμένα κάτι να του πει για όλα αυτά. Ένα βράδυ λοιπόν του μίλησε για τα σχέδια της, την αγάπη της για το σινεμά. Γρήγορα του δήλωσε πόσο της άρεσε. Ήθελε να γίνει το αγόρι της. Ο νέος, απλά άφησε τη στιγμή να δώσει τη δική της δυναμική και σύντομα οι δύο νέοι βρέθηκαν να κάνουν έρωτα στο πίσω μέρος του σπιτιού, κάπου ανάμεσα σε χόρτα και τα αστέρια ως σκηνικό. Η κόρη άφησε να περάσει ένα δίλεπτο μετά τον οργασμό της και αφού άναψε ένα τσιγαριλίκι άρχισε να του εξιστορεί το σενάριο της ταινίας του με πρωταγωνιστή εκείνον. Ήταν το πιο σημαντικό σενάριο, του εκμυστηρεύτηκε. Αυτός δεν αντέδρασε, έμεινε σιωπηλός, και μετά από λίγο σηκώθηκε και έφυγε δίχως να αντιδράσει. Τις επόμενες ημέρες η κόρη συνέχιζε να κάνει έρωτα με το νέο, με όλο και περισσότερο πάθος και ένταση. Και πάντα του μίλαγε για το σενάριο της ταινίας της, επίσης με μεγαλύτερο πάθος, κάτι που έκανε την ασυνήθιστη σιγή του να την ταράζει σύμβαθα όλο και πιο πολύ. Έως που νύχτα του εκμυστηρεύεται ένα άλλο φινάλε για την ταινία της. Οι δύο ήρωες θα πεθαίνανε μαζί, απόδειξη της βαθιάς τους, παντοτινής αγάπης. Ο νέος την κοίταξε με βλέμμα παγωμένο, τη φίλησε στο μέτωπο και έφυγε.
Την επόμενη μέρα η κόρη σηκώθηκε ταραγμένη. Άρπαξε την κάμερα και βγήκε έξω θέλοντας να αποθανατίσει το νέο και αγαπημένο της. Βρίσκοντας τον εστίασε και πάτησε το rec. Αλλά τότε έγινε κάτι που προς στιγμή τη φόβισε γιατί απλά, όσο και αν τον έβλεπε εκεί μέσα από τα μάτια της, την ίδια στιγμή στην οθόνη της κάμερας, ο νέος δεν υπήρχε. Δεν μπορούσε να τον βάλει στην μνήμη της κάμερας με κανέναν τρόπο. Άρχισε να φωνάζει «μα πού είσαι, πως είναι δυνατόν να χάνεσαι;» Η μόνη της απόκριση ήταν άδεια πλάνα. Γύρισε την κάμερα προς το πρόσωπό της, έκανε μια σειρά από μορφασμούς και μετά προσπάθησε να δει αν κάτι έγραφε η κάμερα. Μόνο το φόντο είχε γραφτεί. Πέταξε την κάμερα κάτω γύρισε γρήγορα στο δωμάτιό της και άδραξε μια πολαρόιντ. Κατρακυλώντας έξω άρχισε να βγάζει φωτογραφίες πότε τον νέο πότε την ίδια. Το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο, ένα φόντο που απλά άλλαζε ανάλογα με τη ματιέρα της. Έσπασε με μια κίνηση τη μηχανή και έτρεξε κάτω από τον ήλιο μέχρι την κοντινή λίμνη. Έσκυψε να δει το πρόσωπό της αλλά δεν είδε παρά την αντανάκλαση του μεσημεριανού ήλιου. Δίχως δισταγμό, έπεσε στο νερό και σαν κάτι να άδραξε τα πόδια της παρασύροντας τη στο βυθό της λίμνης με τα πράσινά του χρώματα.
Ο Γιος
Από το παράθυρο του δωματίου τον έβλεπε μισόγυμνο να χτυπάει τη γη οργώνοντας την με τρόπο που έδειχνε αγάπη. Άνοιγε μικρές τρύπες και μέσα τους ακουμπούσε άλλοτε μικρά φυτά, και πάντα του φαινότανε πως τα χάιδευε καθώς τα τοποθετούσε προσεκτικά μέσα στη γη. Μια μέρα είδε το νέο να κολυμπάει στα νερά της κοντινής λίμνης. Ήταν γυμνός και το σώμα του έλαμπε ασυνήθιστα φωτεινό κάτω από ένα θαμπό ήλιο. Φαινόταν σαν να είχε χρυσόσκονη πάνω του. Κάτι ένοιωσε να σκιρτά, σίγουρα δεν ήταν το μυαλό του. Ήξερε από τον πατέρα του πως κάποιες σκέψεις είναι καλό να τις ξεχνά, αλλά δεν ήξερε τι να κάνει όταν το σώμα του αντιδρούσε έτσι. Έκλεισε την κουρτίνα πίσω από το παράθυρο και χώθηκε κάτω από το σεντόνι. Δεν μπόρεσε να τον ξεχάσει μέχρι που πηχτό υγρό κύλησε ψηλά στο πόδι του.
Είχαν περάσει δέκα μέρες από την άφιξη του νέου και ο γιος έγραφε μικρά ποιήματα για το νέο κάθε μέρα.
Ήταν η δύση του ήλιου όταν βρέθηκαν και οι δυο τους σε μια γωνιά δίπλα σε ένα δέντρο που απείχε ελάχιστα από τη λίμνη. Άρχισαν να παίζουν μεταξύ τους ένα παιγνίδι κάπως περίεργο που έμοιαζε με το κρυφτό. Μόνο που όποιος έβρισκε τον άλλο έπρεπε να τον σφίξει στην αγκαλιά του και να του πει ‘φτου ξελευτερία σε κάθε φόβο’. Ο νέος έπιασε τον έφηβο αλλά αντί να του μιλήσει τα λόγια εκείνα, του ψίθυρε: « Νοιώθεις το φως του φεγγαριού μέσα σου; Το νοιώθεις να σου μιλάει με ψιθύρους; Εκεί στη ματιά, ακούς τη μικρή φωτιά να μιλάει στη γλώσσα της; Κάτι σα παλμός μέσα σου, κάτι ασημένιο μέσα σου; Κάτι που δεν θα βρεις ποτέ αλλά το έχεις κιόλας βρει;»
Ο γιος, λένε οι ιστορίες πως έκανε έρωτα με το νέο πολλές φορές. Μόνοι αυτό λένε. Ο γιος σήμερα, κανείς δεν ξέρει που είναι. Το σίγουρο είναι πως κάποιοι τον είδανε λίγες μέρες μετά το συμβάν να βαδίζει στο δρόμο προς τις άλλες πόλεις. Δεν είχε τίποτε άλλο μαζί του.
«30 Ιουλίου 19... Δεν έχω κάτι άλλο να κάνω πλέον. Κάθε σιγουριά, κάθε ψήγμα γνώσης έχει χαθεί σε αυτόν και μέσω αυτού. Δεν ξέρω ποιος είναι αλλά πλέον δεν ξέρω καν εγώ ποιος είμαι. Και όμως βρήκα κάτι νέο για εμένα μέσω αυτού. Είναι ιερός ή ανίερος; Θεός ή δαίμονας. Δεν ξέρω. Μπροστά μου απλώνεται μια θάλασσα που πρέπει να περπατήσω γυμνός στην επιφάνειά της. Αλλά για να φτάσω εκεί, η έρημός μου με περιμένει και μαζί της η ανάσα της άρνησής μου. Καίει από πόθο και τίποτα και διάλυση και τρόμο. Είναι άλλο κάτι αυτό εκτός από τη γέννησή μου; Αυτός όμως ήταν πάντα εκεί, περιτριγυρισμένος από το μεγάλο φίδι, σίγουρος για τη δύναμή του και τη δική σου. Εδώ και αιώνες. Δημιουργός και καταστροφέας μαζί, παιδί της νύχτας και του φωτός μαζί. Ο ξεχασμένος, λένε. Δε μου φάνηκε όμως έτσι. Δεν έχω τίποτα, δεν ξέρω που είναι οι άλλοι. Έχω καιρό να τους δω. Αλλά δε με νοιάζει, γιατί βρήκα εσένα. Είσαι ο μόνος για εμένα πλέον. Και τώρα ξέρω που θα σε βρω, σίγουρα όχι μέσα σε αυτά τα βιβλία, σίγουρα όχι εδώ, όχι. Δώσε μου μόνο το θάρρος που μου πήρανε κλεφτά και με εξυπνάδα τότε. Και άσε με να πάρω τη μορφή της δύναμής σου, γιέ της Χώρας δίχως γέννηση ή και θάνατο. Φεύγω τώρα κιόλας για να σε βρω, συνάντηση εκεί στην γνωστή μας άκρη. Ανυπομονώ τόσο να σου δοθώ και δε με νοιάζει άλλο τι από εσένα. Είμαι ελεύθερος, τα διέγραψα όλα.»
Το αυτοκίνητο του πατέρα βρέθηκε μια μέρα μετά. Ήταν σταματημένο σε ένα απόμερο γκρεμό. Στη θέση του οδηγού ήταν νεκρός, ο πατέρας. Το περίεργο ήταν πως φόραγε γυναικεία ρούχα και ήταν με τέχνη βαμμένος. Είχε ανοικτά τα μάτια. Δεν είχε σημάδια που να πρόδιδαν κάποια σύγκρουση ή δολοφονική ενέργεια. Όσοι τον είδαν λένε πως το πρόσωπό του έδειχνε κάποιον που πέθανε χαρούμενος και πως τα μάτια του σα να ταξίδευαν κάπου λαμπρά και όμορφα. Έτσι λένε!
στέλλα
χίμαιρα
με ενοχλουν οσοι λενε σκια αντι για σκι-α
και μπαλονι αντι για μπαλονι
η πιο σπαρακτικη κραυγη που εχω ακουσει ποτε ηταν ενός μικρου κοριτσιου
δεν ηθελε να γυρισει σπιτι και προσπαθουσε να ξεφυγει από τον μεγαλυτερο αδερφο της που εκτελουσε οδηγιες μαμας..
εκλαιγε και τσιριζε βοηθεια τοσο δυνατα που ηθελα να την κρυψω κατω απ'τη φουστα μου μεχρι να ξεφυγει και μετα να την αφησω να με παει βολτα..
το προβλημα δεν είναι εκει.. είναι παντου..
πλακα που θα εχει μια φορα να ξυπνησεις και γω να εχω δει στο ονειρο μου τη ζωη σου και συ τη δικη μου και μετα να σκοτωθουμε μεταξυ μας..ποτε δεν θα καταλαβω τη διαφορα μεταξυ ενεργητικης και παθητικης φωνης..οπως επισης δεν θα καταλαβω ποτε γιατι οι περισσοτερες φιλες μου μετα από καποιο καιρο θελουν να μαρανουν ο,τι
λουλουδι κουβαλαω πανω στα φορεματα μου..φοβαμαι τις μελισσες..και σε τσιμπανε και πεθαινουν μετα..
μπα νομιζεις πως κανεις λαθος.
κανεις λαθος γιατι:
ένα πιατο για να φαω και ένα για να σπασω σε περιπτωση αναγκης..
πολλα μαυρα φρουφρουδιαρικα εσωρουχα και πεντε κοκκινα ,απλα, για την περιοδο..κοκκινο επι φρου φρου ισον επιπλεον..και ότι επιπλεει φαινεται..
ένα στρωμα για να καθομαι και μια καρεκλα για να κοιμαμαι που? και που?
ένα φωτιστικο οροφης και ένα δαπεδου για τη σπανια περιπτωση του να κατεβω απ'το ταβανι στο πατωμα..
ένα ζευγαρι μοβ μακρια γαντια..και ένα ζευγαρι κοκκινα για τις φι-λι-κες χειραψιες..
εκατομμυρια φορεματα με λουλουδια για να τα απλωνω στο πατωμα και να τα παταω..και καμια φορα να τα φοραω κιολας..βραδυ..για να φωτοσυνθετουν..
καποτε θα τα ριξω όλα σε ένα κουτι και θα τα πεταξω από μια ταρατσα..εφετζιδικο..
ένα τσιγαρο απ'όλα χωρις χασις..
ένα μαυρο φορεμα για τις χαρουμενες κηδειες..
μια μπυρα σε γυαλινο μπουκαλι γιατι εχει πλακα να την ανοιγω χωρις ανοιχτηρι και να με κοιτανε ολοι σα να εχω βγει απ'την κρεαταγορα..
καμία κουζινα, ένα γκαζακι..ενα γκαζακι σε περιπτωση αναγκης..
μια μικρη τσαντα γιατι βαριεμαι να αλλαζω το εσωτερικο της συνεχεια και λογω μεγεθους χωραει μονο οσα της είναι απαραιτητα..ευτυχως..
φαντασου ποσο ευκολα χανεις την ισορροπια σου για να βαζεις καγκελα στο μονο κομματι του σπιτιου που ανηκει στο εξω..τη βεραντα..
στα 12 κρεμιοσουν αναποδα απ'τα δεντρα ενώ εγω αλλαζα τις πρωτες μου σερβιετες..
ομορφια..νομιζω πως θα βαψω μαυρα τα μαλλια μου..εχει πλακα στο κομμωτηριο..μου αρεσει να κανω την κομμωτρια να νιωθει θεα..της λεω ότι δεν εχω ιδεα για το τι θελω να κανω..και αρχιζει να μου προτεινει..τοτε είναι που μπαινουν και οι υπολοιπες μαλλιαρες στο παιχνιδι..και στο τελος διαλεγω κατι ασχετο , αφου τις κανω να πιστεψουν πως εκεινες διαλεξαν για μενα...αλφα βητα υψιλον χι..μαλλι της γριας..παει καιρος από τοτε που ειχα φαει τελευταια φορα..αυτη η ασπρη κολαση με το απαισιο ονομα που χαλαει τα δοντια και η υφη του γλυκου τιποτα στο στομα..ο,τι καλυτερο μπορει να ταϊσει κανεις έναν ανθρωπο..μου αρεσει να κλαιω χωρις λογω και μετα να γελαω χωρις λογω..μονο τοτε εχει πλακα..και μετα:
είναι κριμα να αγοραζεις λουλουδια.
ποσο ωραια μπορει να δειχνουν μεσα σε ένα βαζο με φιογκο να προσπαθει να τους κλεψει τη δοξα και πλαστικο περυτιλιγμα να θελει να καλυψει τη μυρωδια και την αισθηση των αγκαθιων και της υγρασιας τους..Μαλακα.
μου πηρες λουλουδια.και εγω τα πηρα και στα πεταξα στο κεφαλι.ανθοστολισμενε μου.ετοιμος για την τελευταια σου κατοικια.σου πηρα λουλουδια.δεν θελω να μου τα αγορασεις..θελω να παμε καπου και να μου τα δειξεις.να μου τα μυρισεις και να στα μυρισω.στο χωρο που τους αρμοζει..εσενα ποιος χωρος σου αρμοζει αραγε?..και όχι κυριε Μου τα δυο τηλεφωνα τη μερα είναι εμετικα πολλα..το μονο που δεν εχει αλλαξει 89 χρονια τωρα είναι η λατρεια που εχω στους αντρες..μπορω να τους φροντιζω και να τους παραμυθιαζω αιωνια αρκει να μη μου το ζητησουν..
θυμαμαι πως :
ενα μηνα πριν φουνταρεις με το βιολι σου αγκαλια βαφομασταν σαν τον τζοκερ και χορευαμε roxy music το if there is something..(τοτε μου εμοιαζε με τσιφτετελι..δεν νομιζω πως θα αλλαξω ποτε γνωμη)..εσυ μιλουσες γερμανικα και εγω μονο αγγλικα και περιπου ελληνικα.και τρεχαμε στο καταστρωμα..Γιατι δε φουνταρες τοτε???ποιο θεαματικο.
αυτοκτονησες στα δεκατεσσερα όταν εγω ημουν 12..και βρεθηκα τωρα εγω από τη σουπερ κατερινα να διαβαζω ο,τι βιβλιο ψυχολογιας εχει ο πατερας μου..
φυσικα κρατησε λιγο..
...στα 14..ειδα ένα αναμμενο φως την προηγουμενη κυριακη..
Και τρομαξα.
Το εσβησα γρηηγορα και εφυγα.??να δουμε τους εαυτους μας και να κανουμε διαλογο??.μια χαρα μονολογο κανω. για φαντασου να εκανες συνεχεια διαλογο.αρλουμπες θα ελεγες..(αστεια λεξη:αρ-λου-μ-πες)..
Δεν υπαρχει διαλογος χωρις μονολογο..
Ε και στο
κατω
κατω
πλακα εχει..
Κατω..
ενα δωματιο γεματο φουσκες , πουπουλα και χρυσοσκονη.. εγω να πεταω καπου εκει μεσα να με γαργαλανε τα πουπουλα και να φτερνιζομαι..ειναι ομορφο να σου αρεσουν τετοιου ειδους αχρηστα, ανουσια και μισητα από τον βαθια σκεπτομενο ανθρωπο πραγματα..θυμαμαι..
Ααααα πως μεγαλωσες.. πως ωριμασες..ε βεβαια..τα κοριτσια είναι αλλιως παιδι μου.που να ξερες κυρια με το πεπονακι στο κεφαλι..πως οσο εσυ προσευχοσουν να μην πεθανεις γρηγορα στον θεουουουληη..τοτε που ημουν 7 χρονων με γρατζουνιες παντου.δεν προσευχομουν? να μου γιατρεψει τις πληγες, αλλα να μου δινει και αλλα μπαλκονια, βραχια ,γωνιες και λακκουβες να τρωω τα μουτρα μου..με χρυσα κουταλια..θυμαμαι τοτε που ημουν εκει γυρω στα 70 κατι (και δεν ζουσε ο θεουουουουλης) πηγα εκκλησια κυριακη πρωι.όπως κάθε δευτερα.φορεσα το ταγερακι με το λουλουδι στο πετο και τη φουστιτσα μεχρι το γονατο.βρηκα τις άλλες κυριες του κυκλου για να τις κερασω γλυκο του κουταλιου κιδωνι .και παρακολουθησα την προσευχη τους .+άλλη μια μερα+..και γω υπηρχα στο χωρο και ευχαριστουσα το θεουουουουουληη για τους γκρεμους που μου εφτιαξε και τις τουμπες που του χαρισα..και μετα πεθανα εκει γρια και ανωριμη με γλυκο του πιρουνιου κιδωνι στα χειλη και τις καμπανες να παιζουν το if there is something.μια μονη λεξη ηταν εκει με μια μονη προταση και μου ελεγε να παω στο +διαολο+...με την ευγενικη χορηγια του θεουουουουλη..
Και οι δωδεκα κατασκευαστες θεοτητων συνιστουν devil..
Για καθαροτητα που διαρκει..
Τωρα ας υποθεσουμε ότι ειμαι 18.
Που σημαινει ότι πριν ένα χρονο τελειωσα το λυκειο.
Πριν 7 το δημοτικο και πριν 13 το νηπιαγωγειο.
Όλα τα ειχα μια χαρα χωρισμενα μεχρι που στις 14 φεβρουαριου ακριβως την ημερα των γενεθλιων μου,την ημερα που γινομουν 49.. θυμηθηκα γιατι ..
Θυμηθηκα ακριβως.ησουν μαλλον το μονο ατομο κοντα στην ηλικια μου.το μονο που ειχα επιλεξει να είναι κοντα στην ηλικια μου..
Ολοι οι αλλοι με περνουσαν τουλαχιστον 5 χρονια.εσυ μονο 2 ημουν πενηντα8 και εσυ 80πεντε..
Τι ωραια που περνουσαμε. ποτε κανενας άλλος δεν ειχε αυτοκτονησει τοσο υπεροχα.για εμας ησουν ο 13ος απ τους δωδεκα κατασκευαστες θεοτητων.ησουν ο devil.και πιστεψε μας η καθαροτητα σου ειχε διαρκεια πολύ μεγαλυτερη των δωδεκα σου χρονων..
διηρκησε μεχρι εκεινη τη χι-η(μαι)ερα της ωρας που κλειδωσα και τις 45 κλειδαριες της πορτας του σπιτιου μου..και αναρωτηθηκα..απο τι? μπορει να θελει να προστατευθει ενας κλειδωμενος..ενας? κλειδωμενος που σιχαινεται τις κλειδαριες..
ειμαι κακη ψευτρα..αληθεια? σου λεω..
η πιο αυθορμητη αποφαση που πηρα ποτε ηταν να ζησω(?)..σα μελισσα..(που (θα) μπορουσε) να παιζει βιολι..και να βαφεται σαν τον joker..
Ξενερωτα Μεσημεριανα Ονειρα
Καληνυχτα?(???)
παραμύθι
ειναι ο ηρωας. ειναι ηρωας γιατι καποια στιγμη θα Πεθανει.
το μονο που θελει είναι να μην πενθησει κανεις για τον θανατο Του..
η ζωη τον εμποδίζει .βοηθος του ηρωα στον πολεμο του με τη ζωη Είναι.
ολη η γη είναι καλυμμενη απο μαυρες τουλιπες με μυρωδια Κανελας.
ο ηρωας ξαπλωνει στις τουλιπες γυμνος και νοιωθει το βελουδινο αγγιγμα τους ,ακουμπαει τη μυτη του στην καρδια τους και εισπνεει ολη την κανελα του κοσμου σαν κοκα..βοηθος του Ηρωα στον πολεμο του με τη ζωη Είναι..
ο ηρωας περπαταει στις ραγες ,τις ζωσμενες από γαλαζιες χρυσοσκονε Τουλιπες..
εκει συνανταει την ωραια κοιμωμενη ξυπνια.ειναι εκει για να αυτοκτονησει..ο πριγκιπας της λερωσε το φορεμα με το σπερμα του.τραγουδαει: Φαντασου εναν τυφλο να θελει να ακουσει Και να μην Μπορει.
μπορω να σε ακουσω σαν να ειμαι τυφλος και να μη μπορω να Αγγιξω
μπορω να μιλησω σα να ειμαι μουγκος και να Βλεπω
αυτο που δεν θα μπορεσω να κανω ειναι να ειμαι κουφος και να μη Μιλαω
μπιπιτι
μπορω να κοιταξω εκει όταν ειμαι Εδώ
μπορω να ειμαι εκει όταν ειμαι Αλλου
δεν μπορω να ειμαι και εδώ και να Σκεφτομαι
εδώ σκεφτομαι και αλλου Εφαρμοζομαι
οτι εφαρμοζει εχει φτιαχτει για συγκεκριμενο Σκοπο
εσυ εφαρμοζεις αλλα εισαι λιγο πιο μικρος από το σημειο Εφαρμογης
αυτος εφαρμοζει και αλλαζει καλουπι στο σημειο Εφαρμογης
μποπιτι
συνδεεις την πριζα με το Καλωδιο
σβηνεις το φως και μπαινεις στο Δωματιο
η λεκανη είναι οβαλ και ο κωλος σου Τετραγωνος
το γοβακι της σταχτοπουτας είναι γυαλινο και διαφανο και καθαρο για να φαινονται τα σκουπιδια που Παταει.
αντε γεια τωρα Βαρεθηκα
και να σου πω ότι Χαρηκα???
παραεισαι ευγενικος για τα φορεματα Μου...
ΜΠΟΥ
εκεινη την παρα πολύ στιγμιαια στιγμη περασε η αμαξα κολοκυθα της σταχτοπουτας εκοψε την ωραια κοιμωμενη σε κομματακια και την ξυπνησε μια για Παντα.
ο ηρωας συνεχιζει να ισσοροπει στις ραγες με τις γαλαζιες τουλιπες μεχρι που παραπαταει, πεφτει πανω τους και τα πεταλα τους τραγουδανε την πορνογραφια του χατζιδακι.βοηθος του Ηρωα στον πολεμο του με τη ζωη Είναι...
ο ηρωας περπαταει στο δρομο από πληκτρα πιανου και φτανει στη διασταυρωση με τις χορδες του Βιολιου.
εκει θυμαται..πως εχει παρει το σωστο Δρομο .
δυστηχως είναι πολύ αργα για να παει στον λαθος.εμφανιζεται η καθολου κλασσικη κατά την αποψη της μουσικη.πετυχε το στοχο του.συναντησε την μαυρη Τουλιπα.
βοηθος του ηρωα στον πολεμο του με τη ζωη Είναι...
σε αγαπω σε ακουω σε Πενθω
πενθος μου Γλυκο
σε ακουω να τσιριζεις απ'τον πονο και μου φαινεται σα Χαδι
σου εχει κολλησει μαρουλακι στο δοντι και μου φαινεται Χαριτωμενο
σε αγαπω όπως ο ταφος το πτωμα με γαρνιρισμα Σκουλικιων
σε πενθω όπως οι κουνιες τα παιδακια που Μεγαλωσαν
σε λυπαμαι γιατι δουλευεις Λιγο
δουλευεις λιγο τον Κοσμο..
Καημενε.
αλλα σε λυπαμαι πιο πολύ γιατι περισσοτερο απ ολους σε δουλευω Εγω..
με επιμελεια και ακριβεια και οργανωση και μια συνοχη στη σκεψη που ουτε τα αεροπλανα δεν εχουν με τον ουρανο Τους..
αχ καθομαι γυμνη στην μαυρη μου πολυθρονα,βλεπω τον ανδαλουσιανο σκυλο στον τοιχο και τρωω γλυκο του κουταλιου κυδωνι ,καπνιζω, πεταω τις σταχτες σου στο τασακι, σε Κορνιζαρω και σε κρεμαω πανω απ το τζακι,αριστερα απ τον μπαμπα μου και ακριβως πανω απ τα δαχτυλιδια και τα κραγιον που Εσυ μου εκανες Δωρο.
και Σκεφτομαι.
τι ωραια που είναι να ανηκει κανεις στην εργατικη Ταξη.
βοηθος του ηρωα στον πολεμο του με τη ζωη είναι ο φονος του απ τη μαυρη τουλιπα και η Ηρωινη..
τα γυαλινα γοβακια του ραγισαν και Ξανακολλησαν......
.......ραγισαν αυτά καλα και εμειναν διαφανα Καλυτερα.
καλημερα και ονειρα Ηρωϊνικα
το πιο σημαντικο αντικειμενο που εχασα ποτε
οσο υπαρχει ουρανος και ξερω ότι μπορω να κρυφτω μεσα του, κοιμαμαι ησυχη τα πρωϊνα]
οσο υπαρχει βιβλιο που δεν θελω να διαβασω ηρεμω ,γιατι ξερω ότι μπορω ακομα να επιλεξω]
οσο υπαρχει μουσικη να μου φτιαχνει ιστοριες ,δεν μπαινω στον κοπο να φτιαξω τις δικες μου]
οσο υπαρχει παρασταση που θα ηθελα να παιξω, δεν ασχολουμαι με προβες]
οσο υπαρχει τανγκο που δεν εχω χορεψει ,ευχομαι να μην ξεχασω να ακουω]
οσο η θαλασσα ευχεται να απαλλαγει απ'την αμμο της, θα καταριεμαι τον πατο της]
οσο υπαρχει βιβλιο που θελει να χασει τον τιτλο του ,θα μισω το περιεχομενο του]
οσο τα δακρυα σου θελουν να πνιξουν το προσωπο σου, θα σκιζω τα χαρτομαντηλα ]
οσο το ποδηλατο θελει να φρεναρει ,θα δημιουργω κατηφορες\
\
\]
οσο η Mary Poppins θελει να χασει την ομπρελα της ,θα ειμαι ο παπαγαλος στο χερουλι της]
οσο το στομα σου θελει να χασει το μυαλο σου ,θα λυπαμαι γιατι εχεις ξεχασει]
οσο υπαρχει μαγος που θελει να μαθει καινουργια κολπα , θα του θυμιζω την πραγματικοτητα]
οσο η γη θελει να χασει εσενα ,άλλο τοσο θες και συ να χασεις τη γη]
οσο η αλφαβητα θελει να χασει το αλφα ,δεν θα την αφηνει το ωμεγα]
οσο η εκκλησια θελει να χασει το θεο της ,δεν θα την αφηνουν οι παππαδες]
οσο ο ζωγράφος θελει να χασει τα ορια του, θα καιω ολους τους πινακες]
οσο η φασαρια θελει να χασει την ενταση της ,θα κανω περισσοτερη ησυχια]
οσο ο ανθρωπος? θελει να χασει το σωμα του ,δεν θα τον αφηνουν τα γεννητικα? του οργανα]
οσο η Μπρενθις είναι μαυρη πεταλουδα ,δεν θα πενθω]
οσο ο Τσαρλς πινει μπυρα ,θα τον διαβαζω νννννει(η)φffααααααααλοιοιοιοιοιοι(ι)αα?]
οσο ο κυριος εψιλον εις το τετραγωνο με παρουσιαζει σα γερο με λουλουδια στο κεφαλι ,θα μενω νεα]
οσο ξεχνας χανεις]
χασε βλεφαριδες
δυο
Εδιμβουργο
ξυλινο σπιτι
πεντε
φουξια περουκα
επτα
μηλοπιτα με πολύ κανελα_τσαϊ στην κουπα που εσπασε και μετα ηπια
δεκα
[εχασες να θυμασαι
οσο και να θες τωρα δεν κανω τιποτα
περναει ο χρονος? - σκεφτομαι πως εχω κατι να κανω.
αλλα τι?
θυμησε μου
[ ]
σας γραφω απο εναν τοπο μακρινο
χαραξα τη γραμμη του προσωπου σου, καποιοι ποροι με ρουφηξαν, καθαρισα την οραση σου θολωνοντας τη και μετα μπηκα στα αυλακια κατω απ'τις χαραμαδες της μυτης σου, κυλησα γρηγορα τον κατηφορο πανω απ'τα χειλη σου, μεχρι που τα χαϊδεψα και ενιωσα τη ροζ γλωσσα σου να με μυριζει και να ρουφαει την αλμυρα μου.τη ροζ γλωσσα σου που εμοιαζε με φυλλο τριανταφυλλου.
κυλησα και κυλησα.εφτασα μεχρι τη σχισμη του σαγονιου σου και εκανα τσουληθρα στο λαιμο σου.. αγγιξα το στερνο σου..μεχρι που με απορροφισε το χαρτι που με περισσεια χαρη χαϊδεψες ολη τη διαδρομη που ειχα κανει..με παρατησες πανω στο τραπεζακι που εχεις στο μπαλκονι σου και εφυγες..πριν προλαβω να αφυδατωσω τη διαδρομη σου....φυ...ση......ξε...
και αποφασισα να φυσηξω και εγω.
φυσηξα γιατι ημουν ελαφρυς ενω εσυ βαρυς.
ξεκουραστηκα στο αστερι που φωτιζεις καθε νυχτα απ'το μπαλκονι σου..το γυαλισα με την υγρασια σου και το φωτισα με την αλμυρα μου..
αποφασισα να μεινω για παντα εκει, να σε βασανιζω και να σου φωτιζω τα δακρυα που χαϊδευεις μακρια απ'το προσωπο σου και κρατας μεσα στα ματια σου..κρατας τα φυκια και τους αστεριες της θαλασσας ..αν παλι θελησεις ποτε να με ξαναβρεις, πες σε αυτους που θα πενθησουν για σενα να μη σου κλεισουν τα βλεφαρα μεχρι να διαλυθουν απ'το κυμα που θα ελευθερωσουν και θα τα πνιξει..
και υστερα κοιταξε προσεκτικα..και βρες με..δε θα σου ειναι δυσκολο..γιατι τωρα πια εχεις φτιαξει εναν ολοκληρο ουρανο απο δακρυα, μια ολοκληρη θαλασσα πανω απ'τη γη..
....Σε φιλω αλμυρα στα χειλη..η διαδρομη σου ειμαι ματια μου...
η διαδρομη που φτιαχνει μια βροχη αστερια, εναν λυγμο απο σταλακτιτες.μια βροχη απ'τα αστερια που εχεις καταδικασει να κρεμονται σα δακρυα στο προσωπο και τις γραμμες του ουρανου.δακρυβρεχτη βροχη..οταν χανεται ο ηλιος και δεν μπορει να στεγνωσει κανενα αστερι.δεν μπορει να στεγνωσει καμια διαδρομη..
...και το προσωπο λαμπει καθαρο και αλατισμενο..
εξομολόγηση
Μερικες εξομολογησεις γινονται χωρις να το καταλαβεις.
Αλλα μηπως.λεω μηπως..πολυ τσιρκο για το τιποτα?
Και μηπως..λεω μηπως...θα ηθελα πολυ να σε ειχα γνωρισει πριν προλαβει να σε παρει μακρια..
Πριν σου πω..
Ισως και να μην ηθελες..να μη σου εμενε τιποτα να θυμασαι μετα τη γνωριμια μας..
Γιατι μετα?
Μου λειπεις χωρις να σε εχω δει ποτε.χωρις να μου εχεις μιλησει ποτε..
Πιστευεις πως αγαπω περισσοτερο οσους δεν αναπνεουν αλλα η αναπνοη ξερεις..δεν ειναι τιποτα..ειναι αερας..
Μπορει να σου χρωσταω και δε θα το μαθω ..
Αλλα δεν επρεπε..ισως να μην επρεπε..
Ετσι δε λενε αυτοι που αναπνεουν για ο,τι δεν καταφερνουν?
Λενε : δεν επρεπε και πολυ τσιρκο για το τιποτα..
Επρεπε και μπορουσε ομως ειχες εναν συνοδοιπορο που πεθαινε για σενα..το aids..
Ειναι ασχημο και φρικτο και κακο και τραγικο να θες να κλαψεις και να μην μπορεις γιατι δεν εχουν γιορτασει καν τα πρωτα σου γενεθλια..
Προσπαθω να καταλαβω αν είναι καλυτερο να χανεις την αναπνοη σου απ'το να κρατας την προσπαθεια για αναπνοη διπλα σου..
Μηπως ετσι επρεπε?
Ειναι καλυτερα ετσι.
Ξερεις ετσι λενε οσοι αναπνεουν για ο,τι δεν μπορουν να αντεξουν..λενε ετσι επρεπε και πολυ τσιρκκο για το τιποτα..
Όμως το τσιρκο ειναι πολυ απο μονο του..αρα οταν γινεται και πολυ και τσιρκο γινεται κατι σα ναρκωτικο .
Το ναρκωτικο ειναι η αρρωστια του σωματος και η υγεια του μυαλου?
Μηπως??ετσι δεν επρεπε??
Εκεινη παντως δεν ξερει τιποτα..
Και ετσι επρεπε να γινω..
Αλλα για να γινεις πρεπει να εισαι..σωστα?γιατι δεν απαντας?
Εκεινη δεν ηταν και ουτε θα γινει ποτε..
Θυμαμαι εκεινη την απαισια εγγλεζικη μπυροκοιλια που κρεμοταν απο καποιον αντρα γυρω στα 65.
ΕΠΡΕΠΕ να ημουν 15.
Και εκεινη τη στιγμη που με βρηκαν και με πηραν μακρια του..προλαβαν και δεν την ακουμπησε..αλλα και μονο που θυμαται ΕΚΕΙΝΟ το χερι να της σφιγγει τον ωμο..αηδιαζω και ξερεις δεν ειχε καταλαβει..αλλα ευτυχως..προλαβαν..ειμαι καλα..
Μονο που.να μωρε..καθε φορα που χαζευει τα συννεφα τα σιχαινομαι γιατι σχηματιζουν κοιλιες..
Όταν μισεις δεν κλαις..μενεις να χανογελας , να διατηρεις και να ποτιζεις ενα χαζο ηλιθιο, μονοτονο και εκνευριστικο υφος..
Δεν λυπαμαι για τιποτα αλλο περα απο τα συννεφα..απο τα συννεφα που καθε φορα που θα τα κοιταει θα τα σιχαινεται..
Ισως δεν επρεπε..και πολυ τσιρκο για το τιποτα..
Ξερεις ετσι λενε εκεινοι οταν δεν τα καταφερνουν..
Απο τοτε που αντικρισε αυτη την κοιλια..επαιζε πιανο και εγω δεν την ακουγα, σταματησε να παιζει ακορντεον και παρατησα το βιολι μου σε μια παραλια..δεν ειχε προλαβει να μαθει..δεν ειχε προλαβει να το γρατζουνισω..
Το ακορντεον της εμοιαζε με κοιλια που αναπνεει, το πιανο ειχε κοιλια που ανοιγει.
.....αλλα το βιολι της..το βιολι μου.
Ειχε κρυμμενη κοιλια,,,και της το ελεγα.να μην το παρατησει..
Μου απαντησα: επιστημονικη πραγματικοτητα και βεβιασμενη γενικευση ενος σχηματισμενου ασχημου σχηματος με πολυ πιπερι , μπυρα και μια κοιλια αντι για ματια.
Και μετα σε εψαχνε..και μου ζητησε να σε βρω και να σου εξηγησω οτι :οταν λεει δικο μου, εννοει δικο της γιατι αυτη τη στιγμη σου κλαιμε δυο ατομα.και προσεξε..
Αυτα που σου κλαψαμε σημερα δεν τα γνωριζει κανενας αλλος..
Μηπως??
Και σε ρωταω: ξερεις???
Και μου απαντας: ετσι επρεπε και πολυ τσιρκο για το τιποτα..ετσι λενε οι ανθρωποι οταν οι κοιλιες τους ακουμπανε τον ουρανο..
Ελπιζω εκει που εισαι να κανεις κατι καλυτερο απ'το να αναπνεεις..
Σαγαπαει πολυ.
παραλλαγές
1.ασπρο δωματιο.αδειο δωματιο.σε μια απ'τις πεντε γωνιες του ειναι τοποθετημενη μια τηλεοραση.
στο πανω μερος της εχει μια καμερα η οποια καταγραφει και προβαλλει στην οθονη τον τοιχο απεναντι της.
το δωματιο ανηκει σε αυτον που περιμενει καλεσμενους και φοραει συνεχεια την ιδια ασπρη μπλουζα με το ιδιο ασπρο τυπωμα.περιμενει τον Μαρκο..
εχουν χρονια να ειδωθουν.
Στο δωματιο βρισκεται συνεχεια η καθαριστρια του.
Ο Μαρκος μπαινει στο δωματιο χαιρεταει τον φιλο? του και καθεται στο πατωμα μπροστα στην τηλεοραση.
-οπ!ρε φιλε τι ειναι αυτο?παλι κουμπωμενος εισαι?χαχα!καλη φαση!
Ο φιλος τσαντιστηκε ειπε κατι χαμηλοφωνα και πεταξε τον Μαρκο εξω απ'το δωματιο.
2.ειχα να τον δω μακρια δυο χρονια τωρα.μπαινω στο δωματιο.μπαινω στο δωματιο αυτο με τον Καπα..
στην αρχη νομιζα πως μου εκανε πλακα.
καααααθομαι στο πατωμα μπροστα στην t.v.
ακου τωρα τον τρελο..
ειχα βαλει στην εκτη γωνια την ολη βλακεια.
καμερα στο πανω μερος της τηλεορασης να προβαλλει τον τοιχο και τις μουρες μας.
και τον ρωταω: ρε Καπα..τι ειναι αυτο?σε τι χρησιμευει?
και ο ψυχακιας ρε συ κατι μουγκρισε και με πεταξε εξω!
ποιος ξερει τι θα ειχε πιει παλι...
3.καθαριζω συχνα το σπιτι του.δηλαδη ποιο σπιτι του?απο τα 6,5 δωματια με βαζει να καθαριζω αυτο.αυτο το ασπρο, το αδειο.
μονο αυτο το πραγμα μες τη μεση.
την τηλεοραση του.
οσο τον περιμεναμε μου ειπε να μην φυγω για να καθαριζω ο,τι ακουμπαει ο καλεσμενος του.
περιμενα και γω.
και να σου τον.
μπαινει μεσα, καθονται μπροστα στην τηλεοραση και του λεει ο φιλος του:μεγαλυτερη μαλακια δεν μπορουσες να κανεις?
κατι του απαντησε ο κυριος Καπα που δεν καταλαβα και υστερα τον οδηγησε ευγενικα προς την εξοδο.
ε?τι και?
μετα καθαρισα και εφυγα.
4.τ-ο-ο-ο-ο-ν φοβαμαι.ειμαι εκει συνεχεια πανω του και..ουφφφφφφφφφφφφφφ.
αχ ειμαι δυστυχισμενος!δεν μπορω να μιλαω αλλο γι'αυτον..και την προηγουμενη φορα..μπαινει αυτος και καθεται μπροστα και-αι-αι τον ρωτησε γιατι φοραει ασπρη μπλουζα.και οτι του φαινεται καλη φαση..και αααααααααααα δεν μπορω..και..ουφφφφ..τσαντιστηκε και του εξηγησε οτι.ειπε οτι.δεν ειναι ασπρη.εχει εμενα.εχει σταμπα.και αχ δεν μπορω..παει και αυτος.τον εδιωξε.
5.ειμαι ο πεμπτος τροπος για να ακουστει αυτη η ιδια ιστορια..
συμπεραινουμε πως για να χρειαζεται πεντε διαφορετικους τροπους δεν θα εχει λογο υπαρξης μονη της..την κακομοιρα..σαν τροπος που ειμαι θα γινω ξεδιαντροπος και θα πω στους αλλους τεσσερις πως το μονο που ενοχλουσε τον Καπα και εδιωξε τον Μαρκο ηταν οτι του χαλουσε τη διαταξη των ανυπαρκτων επιπλων του.
ευχαριστω για την προσοχη σας.
Με καλοσυνη,
Τροπος Ξεδιαντροπος
6.και τους το ειχα πει.δεν θελω κανεναν τους...κανω μια μαυρη σταμπα στην μαυρη μου μπλουζα.το μαυρο τρενο μου με εμενα στη θεση του μηχανοδηγου και απο κατω με τεραστια μαυρα γραμματα γραφω το ονομα μου.και οοοολα αυτα γιατι??? για να τον ευχαριστησω.
ερχεται ο αηδιας στρογγυλοκαθεται στο πιανο μου και μου μαυριζει την ουρα του.υστερα καθεται μπροστα στην τηλεοραση που εχω στο ταβανι και βλεπω τη μουρη του στον τοιχο μου..
εκεινη τη στιγμη πνιγηκα απ'τη μαυρη τουλιπα που καταπινα και προσπαθησα να του πω.να του εξηγησω.οτι-οτι ..οτι ολα ταιριαζουν με εμενα.ομως εγωωωωω με κανεναν αλλο περα απ 'τον τοιχο μου.και-και-και.οτι-οτι-οτι.μου τον κρυβει.μου κρυβει τον τοιχο μου.και οτι ειμαι.ΕΙΜΑΙ ο Μαρκος..ειμαι-ΕΙΜΑΙ ο ΜΑΡΚΟΣ.και-αι-αι ο τοιχος μου τωρα ειναι κοκκινος και-αι-αι να πανε στο διαολο οι αλλοι 15 τροποι!στο διαολο!!η ιστορια ειναι δικια μου και μπορει να ακουστει μονο με εναν τροπο.
ντουκ- ντουκ-ντουκ-ντουκ-ντουκ-ντουκ
ελπίδα
Αγαπημένο παιδικό παιχνίδι
Νεογέννητη σκέψη κοιμόσουν στη μολυβένια κούνια.
Νανούρισμα σου οι εικόνες,
Πλούσιες, έντονες, ζωντανές..
Έξυνες το μολύβι πάνω στα όνειρα σου κ
Με πείσμα υπέγραφες τα θέλω σου.
Κάθε βράδυ στο καρεκλάκι της μοναξιάς σου
Μουτζούρωνες τις σελίδες του θυμού σου!
Κι όμως έκανες υπομονή.
Λαχτάρα ο πρώτος στίχος
Στην πανσέληνο της μοναξιάς σου
Έφτιαχνες ποίηση για να καλωσορίσεις
Τα συναισθήματά σου!
Φαντασία η ηρωίδα σου, απόδραση από τη σιγουριά η πλοκή σου!
Βιαζόσουνα να μεγαλώσεις, ήθελες να γραφτούν πάνω σου πολλές σελίδες!
Νέκταρ αμβροσίας οι στιγμές
Σε δρόσιζαν κάθε που διψούσες!
Είχες ανάγκη να παίξεις, να χορέψεις, να συνθέσεις
Κι όμως εσύ γέμιζες λευκές σελίδες
Μουντζουρώνοντας γεμάτες.
Χανόσουν αλλά όταν επέστρεφες η παρουσία σου
Δάμαζε τα άγρια ένστικτα του μυαλού σου
Ελευθερώνοντας την ανεξίτηλη πένα
που ποτέ δε θα πάψει να τραβάει τη φαντασία από το χέρι και
να τη σέρνει στο χορό της ελπίδας!
Τι ήθελα να γίνω όταν θα μεγάλωνα
Στο βατήρα της ζωής μου ρίσκαρα τους στόχους μου
Και πάντα η ίδια εντολή, λάβετε θέσεις.
Έτοιμη για το όνειρο; Έτοιμη για την κούρσα;
Έτοιμη να τρέξεις, να κερδίσεις, να φωνάξεις, να συγκινηθείς;
Ο χρόνος απειλεί κι εγώ καλούμαι να τρέξω, να φωνάξω,
να κερδίσω, να συγκινηθώ.
Ακούγοντας τη σκανδάλη αρχίζω να καλπάζω.
Κάθε μέτρο και στόχος κ κάθε που περνάει μια επιτυχία…
Εμπόδια αρκετά, η πρόκληση μεγάλη κι εγώ γεννήθηκα για αυτά…
Κάθε πέρασμα με γεμίζει αισιοδοξία,
η δύναμή μου μεγαλώνει, το χαμόγελο μου το ίδιο.
Αποστολή εξετελέσθη.
Η νίκη με αγκαλιάζει και η χαρά μου πνίγει κάθε κόπο,
πίεση και άγχος, δίνοντας το φιλί της ζωής
στην απόλαυση της προσπάθειας μου.
Το βάθρο στολισμένο για την απονομή, μετάλλιο η περηφάνια
του θέλω και μπορώ, στο άκουσμα του ύμνου
η ψυχή μου πέτυχε την κάθαρση.
Και η ιστορία έγραψε:
Η ελπίδα ονειρεύτηκε να τρέξει, να κερδίσει,
να φωνάξει, να συγκινηθεί και το πέτυχε.
Η δική σας ελπίδα;;;
Ερωτική εξομολόγηση
Θέλω τόσα να σου πω και όμως χάνω τις λέξεις. Μικρό γυάλινο παραθυράκι με ορατότητα σιωπηλή. Γεύση από καρπούζι και όλη τη μέρα στο σπίτι ελεύθεροι γυμνοί. Από την πρώτη στιγμή που σε είδα χαμογέλασα… αυτό το βλέμμα σου πάτησε τη σκανδάλη & διασκόρπισε παντού μικρές ελπίδες.. ελπίδες παντού! Τι όμορφα που είναι… δεν έχω μάθει να εξομολογούμαι κ ήρθες εσύ και έφερες μαζί σου το σάκο με τα δώρα.
Μαμούνια στο στομάχι μου χορεύουν πεντοζάλη.. κ η επιμονή μου κοντράρεται με το λυράρη του μυστήριου εγώ σου! Μπούρδεςςςςςςςςςς…….. τι σου γράφω; Τι έχω πάθει… Βασικά ξέρεις κάτι;;
Σε γουστάρω, μ’ αρέσεις… κάθε πρωινό ξύπνημα μαζί σου είναι ονειρεμένο! Κάνουμε έρωτα και χαμογελάω.. σε κοιτάζω και λιώνω! Έχουμε αυτό που λένε ΧΗΜΕΙΑ: Χ2Ο + Ε Ε2 + Η2Ο
Θα μπορούσα α γράψω πολλά ρομαντικά μπιχλιμπίδια αλλά αυτά τα αφήνω για άλλους! Δεν είμαστε εμείς για τέτοια.
Θέλω να με πάρεις αγκαλιά και να μου δώσεις ένα τεράστιο φιλί.
Α! Και αν κρατάς και μία σοκολάτα Lacta δε θα με χαλάσει. Και μην ανησυχείς… εσύ είσαι το πιο γλυκό κομμάτι της ζωής μου ;) γι’ αυτό μου αρέσει να σε δαγκώνω άλλωστε!
Υ.Γ sniarrrr…. Σ’ αγαπώ!
Το κουνέλι σου
Αν θυμάμαι καλά κάποτε ήταν η ζωή μου έκπαγλη γιορτή που άνοιγαν όλες οι καρδιές και όλα τα κρασιά κυλούσαν. Μια νύχτα πήρα την ομορφιά στα γόνατα μου και τη βρήκα πικρή και τη βλαστήμησα
Παρόλα αυτά συνέχιζα να τη χαϊδεύω και εκείνη πιο ξινή από ποτέ αντιδρούσε χτυπώντας τα χεριά της στο γυαλιστερό μαύρο τοίχο που υψωνόταν απέναντι της. Στεναχωριόταν που ήταν τόσο δεδομένη και κανείς μπορούσε να αντέξει την εκκωφαντική φωνή της. Σε στίχους μυστικούς έξυπνε τις χορδές του ευαίσθητου λαιμού της. Κόκκινα νύχια, διεγερτικά, μουδιασμένα από την άβολη στάση του σώματος της. "Μη μ'αφήνεις" μου είπε, "έχω πολλά να σου δώσω, αλήθεια"
"keep the light and touch the sky with your mind. Your soul just fly through the moon and give priority to your will" συνέχισε.
Έμεινα να την κοιτάζω κάμποση ώρα.. Πάντα μου άρεσαν οι ορχιδέες, σκέφτηκα! Να δώσω μερικές στις πατούσες μου να τις πάνε στο φεγγάρι.. Τι πιο όμορφο από πολλές λευκές και μωβ ορχιδέες διασκορπισμένες σε ένα άγνωστο μέρος! Κι εσύ διαβατής, ανέμελος, ελεύθερος, να μεθάς όλη μέρα από το άρωμα τους. Τότε κρασιά...τώρα χάσης, Τότε καρδιές...τώρα το ίσως.
"Πάμε?" και δεν Πάμε...
Είναι τόσο όμορφη που πως να της αρνήσεις. Και ξεχυθήκαμε στο λευκό καταπράσινο ποτάμι και κολυμπήσαμε ολόγυμνοι στη γλυκανάλατη με σαντιγί από αμύγδαλο λίμνη χωρίς ενδοιασμούς.
"Γιατί Τότε και όχι τωρα?" μου είπε και είχε δίκιο.
Το τρένο ξεκίνησε, η υπόθεση φόνου δικάστηκε, το τηλέφωνο δε χτύπησε ποτέ, η φωνή μου ακούστηκε, ο θυμός μου μίλησε...Φύγε σου λες, δε θέλω να μιλήσω! Κι αν είσαι χίμαιρα εγώ δε σε φοβάμαι. Και το δωμάτιο το κόκκινο με τα κίτρινα κουνούπια πάνω στους τοίχους κολλημένα, οι πατούσες βρίσκονται ήδη στο δρόμο, το κρεβάτι ξύλινο, έτοιμο να σπάσει από το αχαλίνωτο σεξ των ψευδαισθήσεων σου.. αρέσεις, νομίζω στο ξαναείπα.
Υπάρχει όμως κάτι που ξέχασα να σου πω:
"Μου τη σπάει που είσαι τόσο ψηλή και μου κρύβεις τον ήλιο.."
Και άνοιξα τα ποδιά μου και την πέταξα κάτω και από τότε και τον ήλιο απολαμβάνω και ανοίγοντας την κάνουλα της καρδιάς μου πίνω κρασί στην υγειά της...
Σας γράφω από έναν τόπο μακρινό…
Κάτω από λεύκες που τριγυρίζουν σαν πουλιά ξενυχτισμένα στη ρυθμική σιωπή ενός μπερδεμένου νου. Ήλιος, φως νοστιμίζει την άγευστη, μαριναρισμένη σιωπή ενός μαγευτικού δειλινού..
Μαδάω την τελευταία ροζιασμένη μαργαρίτα και κάνω τον απολογισμό: ένα κίτρινο φιλί, δύο στεγνά δάκρυα, τρεις ανοιχτές αγκαλιές, τέσσερα μεθυσμένα όνειρα από την υπερβολική δόση sex on the beach, πέντε κοινές σιωπές, έξι αγαπημένες συνήθειες πλεγμένες στον ιστό μιας ενοχλητικής αράχνης, εφτά καταπράσινες ελπίδες υπό εκκόλαψη έτοιμες να μεταμορφωθούν σε πολύχρωμες πεταλούδες, οχτώ+1 εννιά…εννιά και ναι, μ’ αγαπάει, την αγαπάω, αγαπιόμαστε!
Και η θάλασσα κοιμάται άγρυπνη υπό το φως των αστεριών που κάνουν τον ήλιο να υφαίνει τον ιστό της λάμψης του και να τυφλώνει το γυαλιστερό χάος του βυθού της. Και να τα τεράστια κοράλλια πλεγμένα στα μαλλιά της, μεταξένια υφή που θυμίζει δέρμα μωρού που χτυπά παλαμάκια κάνοντας κατόρθωμα. Τόση είναι η ικανοποίηση και η λαχτάρα ενός πλάσματος που το θέλω του κατοικεί στο ισόγειο ενός πολύμορφου κτιρίου χωρίς τέλος και αρχή.
Χαϊδεύοντας τη γύρη των πεταμένων μου αναμνήσεων καθαρίζω τις κολλημένες στάχτες που χρωμάτιζαν τόσα χρόνια κάποια κενή σελίδα του χάρτη μου. Φουντούκι αμύγδαλο καρύδα ανάμεικτα στο σέικερ ειδικά φτιαγμένα για το λαίμαργο σκιουράκι που επίμονα με κοιτά τόση ώρα απέναντι.
Στον καθρέφτη της ψυχής σημείωσα την καινούρια στάση του ανεξάρτητου και τόσο επαναστατικού βαρδάρη που με πείσμα οδηγεί την ατσαλένια βάρκα στο λιμάνι της αυτογνωσίας. Τι κ αν αράξει, τι κι αν απλά πάρει έναν επιβάτη ακόμα νοερά θα δροσίζει το ευαίσθητο στέρνο ενός ατρόμητου πολεμιστή που πολεμά χωρίς ξίφος και με ασπίδα τη θέληση κερδίζει πολλές μάχες. Πετά ψηλά και προσγειώνεται μόνο για να αρπάξει ό, τι άδικα προσπαθούν να του στερήσουν.
Αχαλίνωτη σκέψη σε πολυσύχναστους δρόμους βαδίζει και πετάει ψίχουλα από εικόνες προκειμένου να τη βρει το άσωτο παρελθόν της που χρόνια τώρα πλανιέται εδώ και εκεί. Κι εκείνη πιστή να περιμένει το ατίθασο άλογο που το ημερεύει ένας ατίθασος καβαλάρης, ταξιδιώτης μιας άλλης εποχής. Βλέμμα σκοτεινό, χαμόγελο αισθησιακό, σκέψη τολμηρή παίζει κρυφτό στην ανυπόμονη από άγριο τριαντάφυλλο έλξη με τα αγκάθια της τρυφερά να πληγιάζουν το κενό που την κάνει τόσο ανυπόφορη.
Σας γράφω από ένας τόπο μακρινό… εκεί όπου γεννήθηκε η Αφροδίτη και ο Άρης τη μάγεψε και έζησαν αυτοί καλά και έπλασαν εκείνη… φύση άγρια, στολισμένη από αέρινες σιωπές που κείτονται στην τρομαγμένη όχθη ενός ποταμού που έξυπνα παγιδεύει κάθε τυχαίο ΠΡΕΠΕΙ! Άνοιξη, Χειμώνα, Φθινόπωρο, Καλοκαίρι, αγαπά, ερωτεύεται, απογοητεύεται, γκρινιάζει, νοσταλγεί, παθιάζεται, όλα & τίποτα, εύκολα & δύσκολα, άγευστα & ζουμερά, πάνω-κάτω-δεξιά-αριστερά, ανεβαίνει-κατεβαίνει προχωρά & φτάνει… να η ψηλότερη κορυφή.. θέαμα μαγικό, σύννεφα χαμογελούν και αγκαλιάζουν το γαλάζιο ουρανό.. δίνουν παράσταση σε παραλίες εξωτικές. Κορμιά από καραμέλα σε ρυθμούς αισθησιακούς ζωγραφίζουν ρεγκετόν και χορεύουν τον έρωτα που ντυμένος στα κόκκινα δίνει μορφή στην ιδέα των αισθήσεων.
Της γράφω από έναν τόπο μακρινό… αλλά τόσο γνώριμο απλά για να της πω σ’ αγαπώ & θέλω & μπορώ να ζήσω για πάντα εδώ &
σαν τα χελιδόνια να χτίσω τη φωλιά μου ίσα για να κουρνιάζω
όταν για μέρες θα πετώ ελεύθερη ψηλά στον ουρανό!
Σ’ ευχαριστώ!
Ο πρώτος μου έρωτας
Θυμάμαι ήμουνα τεσσάρων όταν σε είδα για πρώτη φορά σάστισα!
Η πρώτη μου σκέψη να σε πλησιάσω.. να σε αγγίξω, να σε μυρίσω!
Κι έτσι κάθε μέρα στο ίδιο μέρος ερχόμουνα να σε βρω, να σε φροντίσω, να σου δώσω νερό να ξεδιψάσεις…για να μπορέσω κάποια στιγμή να σε γευτώ.
Ραντεβού στο αγαπημένο μας στέκι, σε παρακολουθούσα να μεγαλώνεις και η ομορφιά σου έκανε τον κόσμο μου πιο κόκκινο και ζουμερό
& αυτό το χαμόγελο που σχηματιζόταν στην κορυφή της κεφαλής σου μ’ έκανε να θέλω να το κόψω και να κορνιζάρω στο δωμάτιο μου! Πράσινο με πορτοκαλί… ιδανικός σχεδόν συνδιασμός σκεφτόμουνα. Και περνούσε ο καιρός κι εγώ σε λιγουρευόμουνα• και μόνο η σκέψη της τελικής παράδοσης σου σε μένα, δημιουργούσε την αίσθηση ενός τρυφερού τσιμπήματος φορώντας στη γλώσσα το αγαπημένο της σκουλαρίκι.
Και το ένιωθα πως φούντωνες κάθε που σε πλησίαζα… κοκκίνιζες και κορδωνόσουν μην τυχόν δε σε ξεχωρίσω μέσα στο πλήθος. Στρογγύλευες & κυλιόσουν πάνω στα χάδια μου ώσπου ένα απόγευμα… ήρθα όλο λαχτάρα να σε βρω
να σου πω ότι δε μπορώ άλλο να σου αντιστέκομαι αλλά εσύ δεν ήσουν πια εκέι. Πλήθος πολύ όμως εσύ… εσυυυ… pffff….
Γύρισα σπίτι βουτηγμένη στη λύπη μου, το τραπέζι με περίμενε για να εισπράξω τις καθημερινές μου θερμίδες• κοτόπουλο αλά κρεμ συνοδευμένο από χωριάτικη σαλάτα. Αρνούμαι πεισματικά να προχωρήσω και ορίστε… το ήξερα! Ήσουν εκεί, βυθισμένη στο λάδι προσπαθούσες να επιβιώσεις αλλά μάταια! Ήσουν τόσο κόκκινη και ζουμερή που δύσκολα μπορούσε κάποιος να σου αντισταθεί! Εγώ ήμουν μία από αυτούς! Τελικά, έμεινα νηστική!
Πέμπτη, 28 Μάϊος 2009
καλοκαίριασε
όποιος θέλει να διαβάσει κείμενα από το σεμινάριο της διαδραστικής γραφής, έχει πολλά να διαβάσει.
λείπουν πολλά κείμενα καθώς κάποια αρχεία δεν ανοίγουν. παιδιά, δείτε τα και στείλτε μου όσα δεν έχω ανεβάσει για να τα ανεβάσω κι αυτά. έχω ένα πρόβλημα με τη Μάρω που γράφει κεφαλαία και δεν γίνεται με τίποτα να ανέβουν έτσι. κάποιος είπε ότι μπορεί να τα μετατρέψει. please συνεννοηθείτε και στείλτε μου τα κείμενά της όσο πιο γρήγορα γίνεται.
χρωστάω συγγνώμες στα παιδιά του ραδιοφώνου για την ταλαιπωρία της Κυριακής αλλά και γιατί το σεμινάριο του ρεπερτορίου δεν συντονίστηκε σωστά. tόσο το party μας όσο και το σεμινάριο πηγαίνουν για Σεπτέμβρη / Οκτώβρη. αυτή τη φορά θα ενημερωθείτε κανονικά. συγγνώμη για το μπέρδεμα, dears.
κατά τα άλλα καλοκαίριασε και έρχονται όμορφες μουσικές και όμορφες μέρες και είναι όλα παράξενα και ζεστά.
να προσέχετε πολύ
όλοι
(και όλες)
λείπουν πολλά κείμενα καθώς κάποια αρχεία δεν ανοίγουν. παιδιά, δείτε τα και στείλτε μου όσα δεν έχω ανεβάσει για να τα ανεβάσω κι αυτά. έχω ένα πρόβλημα με τη Μάρω που γράφει κεφαλαία και δεν γίνεται με τίποτα να ανέβουν έτσι. κάποιος είπε ότι μπορεί να τα μετατρέψει. please συνεννοηθείτε και στείλτε μου τα κείμενά της όσο πιο γρήγορα γίνεται.
χρωστάω συγγνώμες στα παιδιά του ραδιοφώνου για την ταλαιπωρία της Κυριακής αλλά και γιατί το σεμινάριο του ρεπερτορίου δεν συντονίστηκε σωστά. tόσο το party μας όσο και το σεμινάριο πηγαίνουν για Σεπτέμβρη / Οκτώβρη. αυτή τη φορά θα ενημερωθείτε κανονικά. συγγνώμη για το μπέρδεμα, dears.
κατά τα άλλα καλοκαίριασε και έρχονται όμορφες μουσικές και όμορφες μέρες και είναι όλα παράξενα και ζεστά.
να προσέχετε πολύ
όλοι
(και όλες)
κι άλλα κείμενα
περιγράψτε τη δική σας χίμαιρα
ρόζα
… κράτα με σφιχτά, κράτα με συνέχεια, κράτα με και μην κουραστείς ποτέ… είσαι εσύ, αυτός που τόσα χρόνια περιμένω, αυτός που εύχομαι να συναντήσω στο δρόμο μου το συντομότερο…
… το ξέρω ότι έρχεσαι, είμαι σίγουρη γι’ αυτό… ελπίζω μόνο να μην είσαι μακριά… έλα γρήγορα… επιτάχυνε… δε μπορώ άλλο μόνη μου… έχω κουραστεί… τη βαρέθηκα τη μοναξιά μου, δεν τη θέλω άλλο, δε μπορώ άλλο να τη συναντώ μπροστά μου…
….κάθε βράδυ που πέφτω για ύπνο, κάθε πρωί που ξυπνώ, κάθε φορά που ανοίγω το παράθυρο και θαυμάζω το γαλάζιο του ουρανού και το μπλε της θάλασσας, κάθε φορά που βλέπω τα πουλιά να πετάνε ή να κελαηδούν, κάθε φορά που τα σύννεφα τρέχουν, κάθε φορά που ο ήλιος ανατέλλει και κάθε φορά που δύει, κάθε φορά που κοιτώ το φεγγάρι και χαζεύω τα αστέρια, κάθε φορά που γελώ καθώς χάνομαι στην αστερόσκονη, κάθε φορά που νιώθω τον αέρα στο πρόσωπό μου, τον ήλιο στο δέρμα μου, τη βροχή στα μαλλιά μου και το παγωμένο χιόνι στα χέρια μου, κάθε φορά που ακούω τις αγαπημένες μας μουσικές, κάθε φορά που οδηγώ με 100 km/h, κάθε φορά που ταξιδεύω με πλοίο, κάθε φορά που βλέπω τα γλαροπούλια να το ακολουθούν και τη θάλασσα να ασπρίζει πίσω του, κάθε φορά που μπαίνω σε αεροπλάνο και φοβάμαι, κάθε φορά που διαβάζω κάτι όμορφο, που βλέπω κάτι θαυμαστό ή ακούω κάτι αστείο, κάθε φορά που περπατάω στην πόλη, κάθε φορά που κάνω βόλτα στη φύση, χαζεύω την τελειότητά της και προσπαθώ να την αφουγκραστώ, κάθε φορά που τρώω παγωτό, κάθε φορά που εντοπίζω παλιές ξεχασμένες φωτογραφίες, κάθε φορά που πετυχαίνω κάτι, κάθε φορά που μαγειρεύω, κάθε φορά που βλέπω μια ωραία ταινία, κάθε φορά που αγοράζω καραμέλες ,κάθε φορά που αλλάζει η εποχή, κάθε φορά που βλέπω κάτι που θα σε θυμίζει, κάθε φορά που πάω ταξίδι, κάθε που επιστρέφω κουρασμένη από αυτό, κάθε φορά που κάνω σχέδια, κάθε φορά που ονειρεύομαι, κάθε φορά που γελάω δυνατά, κάθε φορά που κλαίω γοερά, κάθε φορά που δακρύζω από λύπη ή απλά βουρκώνω από χαρά, κάθε φορά που τρομάζω, κάθε φορά που πονάει το σώμα μου, κάθε φορά που πονάει η ψυχή μου, κάθε φορά που ματώνω, κάθε φορά που αιμορραγώ, κάθε φορά που ανατριχιάζω, κάθε φορά που τρέμω καθώς σε σκέφτομαι δίπλα μου, κάθε φορά που ονειρεύομαι, κάθε φορά που ξαπλώνω και σφίγγω δυνατά το μαξιλάρι μου, κάθε φορά που ψάχνω τη μυρωδιά σου, κάθε φορά που θα αγαπάω ότι αγαπάς και θα θέλω ότι θέλεις, κάθε φορά που θα αγαπάς ότι αγαπώ και θα θέλεις ότι θέλω, κάθε φορά που σου γράφω, κάθε φορά που σου μιλάω και ας μη με ακούς, κάθε φορά που σ’ αγαπάω και ας μην το ξέρεις, κάθε φορά που σε κοιτάω μα δε σε βλέπω…
… θέλω να μοιραστώ το κάθε μου δευτερόλεπτο, την κάθε μου ανάσα, όλες μου τις εικόνες, όλα μου τα χτυποκάρδια, θέλω συνοδοιπόρο, συνταξιδιώτη… εσένα που θα μου πιάσεις το χέρι και θα με βγάλεις στο φως, εσένα που θα μ’ αγαπάς γι’ αυτό που είμαι και δε θα σταματήσεις ποτέ να μου το λες, εσένα που θα γιατρεύεσαι από το φιλί μου καθώς εγώ θα παίρνω ζωή από αυτό…
… τη συνήθισα τη μοναξιά μου, την αγάπησα, συμβιβάστηκα μαζί της, κάναμε καλή παρέα για πολλά χρόνια… τη σιχάθηκα πια… όσο κι αν την αγαπώ, όσο κι αν την αποζητήσω, όσο κι αν είναι κομμάτι της ζωής μου και μάλιστα μεγάλο, της δίνω μια να πάει πέρα… κι ακόμα παραπέρα… και καθώς αυτή απομακρύνεται, έρχεσαι εσύ… ένα βήμα δικό της, δύο δικά σου, τρία δικά μου… λίγο ακόμα… σε φτάνω…
χρήστος
“γεννιόμαστε μόνο μέσα σε παρανοήσεις και, όσο υπάρχουμε, δεν βγαίνουμε πια απ’ αυτές τις παρανοήσεις, κι ας κοπιάσουμε όσο θέλουμε, δεν ωφελεί σε τίποτε…Μια παρανόηση μας βάζει στον κόσμο των παρανοήσεων, που τον έχουμε συναρμολογήσει μόνο από καθαρές παρανοήσεις για να τον υπομένουμε, και εμπιστευόμαστε πάλι μόνο μια μοναδική μεγάλη παρανόηση γιατί ο θάνατος είναι η μέγιστη παρανόηση, μου είπε, σκέφτηκα.”
Τόμας Μπέρνχαρντ, Ο Αποτυχημένος
«To be free one must give a little part of himself»
Hedwig and the angry inch, OST
Η ώρα είναι κοντά δώδεκα και ετοιμάζεται για το αγαπημένο του βραδινό κυνήγι. Κοιτάζεται στον καθρέφτη, δεξιά και αριστερά. Τα μάτια του ανοίγουν στις γωνίες τους βλέποντας να ξεπροβάλλουν περίεργες αλλά φίλιες σκιές. Οι κόρες του είναι ακόμα μεγάλες, ωκεανοί και πυρωμένο κόκκινο από τις ώρες του χθες. Κάπου είχε χαθεί, δεν θυμάται που, αλλά δεν έχει σημασία - κάπου φορώντας τις δερμάτινες στολές του νυχτερινού πόθου. Βλέπει και τα σημάδια στην πλάτη του, ακόμη έντονα, και του θυμίζουν εκείνο το κάτι που έζησε χωρίς πολλά πολλά. Απλά.
Φτύνει στη λεκάνη πράσινο και κοιτάζει την αντανάκλαση που σχηματίζει μια γνωστή μορφή στο βρώμικο νερό στο βάθος. Το φεγγάρι έξω έχει ανατείλει από τη δική του μεριά και για τους δικούς του λόγους – ποιος νοιάζεται; Παρόλα αυτά! Το φως του τον ελκύει με ευχαρίστηση περισσή στην αντανάκλαση στο τραπέζι. Φοράει τις μπότες, μαύρες, έτοιμες για σίγουρα βήματα. Ένα μπλουζάκι με στάμπα ένα τρίγωνο και από πάνω ένα μαύρο δερμάτινο μπουφάν.
Ο έντονος ρυθμός ενός ψιθύρου ηχεί χωρίς τέλος στην άκρη του τραπεζιού. Μια λευκή γραμμή ηθικού είναι έτοιμη να παίξει και αυτή στο νου του. Βάζει και μια γουλιά αλκοόλ στις φλέβες του για πιο άμεσα αποτελέσματα. Οι καραμέλες για το ταξίδι βρίσκονται στην τσέπη του. Ρίχνει μια τελευταία ματιά στην μπλε οθόνη του υπολογιστή και του φαίνεται πως ένας στίχος γράφεται...για να σβήσει γρήγορα μαζί με το οφ της οθόνης.
Περνάει τη βαριά μεταλλική πόρτα του κλαμπ. Πίσω του κλείνει τον κόσμο όπως ελπίζει κανείς συνήθως να είναι. Δίνει το αντίτιμο, και έτσι ακολουθεί τη γραμμή του νου του. Δύναμη, λέει ψιθυριστά στον εαυτό του.
Γεια! Γεια σου και εσένα, τι γίνεται; Πολλαπλοί χαιρετισμοί ανάμεσα σε γνωστά και μη πρόσωπα, ενίοτε ακουμπώντας τα. Περνάει ανάμεσά τους αλλά δεν τους νοιώθει. Νομίζει; Στο βάθος βρίσκεται μια γυμνή μπάρα που αναμένει την παραγγελία του. Δίνει τη ματιά του και παίρνει ένα υγρό σε πράσινο γυαλί.
Το φως ενός προβολέα μοιάζει να τον παρακολουθεί. Ιδέα του; Δεν ξέρει ποιο θα είναι το επόμενο βήμα του, και καλά κάνει. Ένας ακόμη γνωστός και ακόμα ένας και άλλος και άλλος. Πού τους ξέρει; Δεν έχει σημασία.
Η μουσική αρχίζει να περνά στο αίμα του. Οι φλέβες τινάσσονται σε ρυθμό δικό τους. Τα χείλη του αποκτούν ένα στραβό μειδίαμα και τα μάτια του βλέπουν ένα δεύτερο κέντρο πίσω από το κέντρο τους. Ένα ακόμη τσιγάρο ανάβει στα χείλη του και ένα ακόμα χέρι τον ακουμπάει στην πλάτη. Γυρνάει το κεφάλι του απότομα προς τον υπαίτιο. Ανακαλύπτει πως είναι μια ακόμα ματιά, βαθιά, φοβισμένη αλλά και συνηθισμένη. Βαριέμαι, σκέφτεται, και γυρνάει. Να ρωτήσει κάτι...ποιον και τι;
Δεν ξέρει την ώρα. Αλλά θέλει μια καραμέλα να τον γλυκάνει στο χάσιμό της. Την γλύφει γρήγορα και μαζί καταπίνει μια γουλιά υγρό για να τη βοηθήσει στην ειδική της δράση. Ακολουθεί το ρυθμό στα πόδια του. Τα μάτια του σκανάρουν όλα και καθετί και καθέναν τριγύρω του. Σιγά σιγά όλα αρχίζουν να έχουν ένα νέο περίγραμμα, πιο φωτεινό και πιο δικό τους. Βλέπει τα σώματα να τον πλησιάζουν όλο και πιο κοντά, και η ένταση του φέρνει ιδρώτα σε κάθε σημείο του σώματός του. Ξαφνικά νοιώθει σα να βρίσκεται κάποια χιλιοστά πάνω από το πάτωμα. Πετάει. Η καραμέλα έκανε καλή δουλειά!
Είναι η ώρα να χαθεί σε όλα, σε ρυθμό, σε καπνό, σε αλκοόλ, σε αγγίγματα, σε ματιές, σε χαμόγελα, σε φιλιά, σε κόκκινες διαθλάσεις, σε σπερματικά υγρά, σε φώτα, σε όσα φοβάται και σε όσα φοβάται να φοβάται! Ελπίζει σε ηδονές πρώτες και ακραίες. Θέλει να σκίσει την καρδιά του από το στήθος του και να τη δώσει δώρο, αλλά δεν ξέρει πώς και δεν ξέρει πού...Χάνεται! Και, ρε γαμώτο είναι τέλεια. Χορεύει εκτός εαυτού και παντού, ενώ στο νου του δέντρα χρυσά ή πορφυρά γεννιούνταν και εκείνος τριγύρω τους, κραυγή ζωής ή και πάντως δίχως ελπίδα για κάποιο όμορφο αύριο! Ευτυχώς! Δεν υπάρχει αύριο, μόνο τώρα ή ότι είναι αυτό τέλος πάντων!
Κενή στιγμή και τότε η ματιά του κεντράρει σε αυτή. Βρίσκεται στη γωνία εκεί κάπου στο βάθος, και τον κοιτάζει με βλέμμα χαμένο αλλά τόσο διαπεραστικό μαζί που μοιάζει σα να τρυπάει, αυτόν και τον τοίχο πίσω του. Έχει ασυνήθιστη μορφή. Συνεχίζει να την κοιτά. Προσέχει πλέον κάποιες λεπτομέρειες επάνω της. Είναι ψηλή και με μακριά μαύρα μαλλιά. Το πρόσωπό της έχει έντονα χαρακτηριστικά που ίσως να οφείλονται στο makeup, σκέφτεται. Φοράει εφαρμοστό μαύρο φόρεμα που φτάνει μέχρι τις επίσης μαύρες και γυαλιστερές μπότες της. Τα νύχια στα λεπτά της χέρια είναι βαμμένα σε βαθύ μπλε χρώμα που τονίζουν το μάλλον αφύσικο μήκος τους. Τον κοιτάζει μα το χαμόγελό της, που όμως τον μπερδεύει. Κάτι ανάμεσα σε ασυνήθιστη πρόσκληση, ειρωνικό μειδίαμα και κάλεσμα σε κάτι επικίνδυνο. Αποφασίζει να εστιάσει προς τα μάτια της και για μια στιγμή έχει την αίσθηση πως κάτι σα φλόγες ξεπηδούν από τις κόρες τους.
Τον πλησιάζει με αργό και σίγουρο βηματισμό. Με μια χορευτικά αρμονική κίνηση του προτείνει το δεξί της χέρι λέγοντας του το όνομά της. Μαράϊχαν. Αν και ξενικό, του φάνηκε πολύ γνώριμο. Δεν θέλησε να τη ρωτήσει περιττές και τυπικές λεπτομέρειες, και απλά της έδωσε και το δικό του χέρι. Εκείνη το πιάνει και το ακουμπάει στο δεξί της μάγουλο λέγοντας του:
«Θέλετε να με ξεχάσετε, τόσοι πολλοί θέλετε να με ξεχάσετε σκοτώνοντας με. Για τόσους αιώνες, με χιλιάδες μέσα, όπλα και σοφιστείες κάθε είδους. Ποτέ σας δε με ακούσατε στη βοή της ζωής που φέρνω πιο πριν από το χρόνο που ξέρετε. Ποτέ δε μου δώσατε μια ευκαιρία. Εσύ, θες να δώσεις και στους δυο μας μια ευκαιρία; Θες να σου δείξω τον κόσμο μου; Θες να γίνουμε φίλοι;»
Οι φράσεις αυτές, αν και απρόσμενες από τη γυναίκα αυτή δεν τον φόβισαν, μόνο ένοιωσε ανήσυχα Τι είχε να χάσει, έτσι και αλλιώς. Άντε μια ακόμη περίεργη που γυρνάει τη νύχτα αναζητώντας κάπου να μιλήσει. Αν και βέβαια η φράση της για τη βοή της ζωής από – δεν θυμάται πότε, του έκανε εντύπωση. Κοιτώντας τα μάτια της , ψιθυρίζει «γιατί όχι;»
Τον πλησιάζει ακόμα πιο πολύ και αγγίζοντας τις παλάμες των χεριών του τον οδηγεί σε ένα διαφορετικό χορό. Αρχίζουν να στροβιλίζονται μέσα στα σκούρα φώτα και στον καπνό, όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα έως που χάνει την αίσθηση του τι υπάρχει γύρω του. Τώρα πλέον είναι αυτός και η γυναικεία μορφή, μόνοι σε έναν χώρο γεμάτο ήχους και χρώματα και σκιές από αναρίθμητα σώματα. Ταξιδεύουν μέσα σε χώρες και διαστάσεις που δε θυμίζουν σε τίποτα τα όσα ξέρει.
Ταξίδι μαζί, και είναι όμορφο, και φτάνουν εκεί, στην άκρη, μαζί με χέρια αρνήσεων και εικόνες, και εκεί βρίσκονται και οι δύο…Στην άκρη του βράχου, λίγα εκατοστά πριν το βήμα προς ένα απερίγραπτα σκοτεινό βάραθρο, στέκει εκείνη και αγέρωχα του λέει:
«Το κενό που νοιώθεις είναι απλά το ανεστραμμένο όνειρο όλων σας. Σε αυτό όλοι είστε παγιδευμένοι, μια κατάρα που σας κυνηγά εδώ και αιώνες και για πάντα. Εκεί, όπου οι πόθοι σας αποχτούν την αστεία γλυκύτητα του ρομαντισμού σας, εκεί είμαι εγώ να σας δείξω την αλήθεια που καταστρέφετε. Αυτό που λέτε αγάπη, αυτό που ονομάζετε έρωτας ανάμεσα στα αρωματισμένα σώματά σας δεν είναι παρά οι πληγές που σας έκανα δώρο κάθε φορά που θελήσατε να με σκοτώσετε. Το δώρο μου μαζί με τη λήθη του εαυτού σας και το βάσανο για ένα κάτι που θα έρθει αλλά που ποτέ δεν το φτάνετε. Με αρνιθήκατε , με λιδωρίσατε αλλά ποτέ μα ποτέ δεν καταφέρατε να με ξεχάσετε. Είμαι μέσα σας και με αντιπαλεύεστε, τόσο μικροί και θνητοί, και εγώ σας δίνω άφθονα τα δώρα μες τα δάκρυα των ερωτευμένων σας ονείρων, μέσα στη βία των ονείρων τους, στην απουσία του άλλου που πάντα αναζητάτε, σκοπό ζωής σας. Στο ντελίριο και την τρέλα που προκαλεί το ψεύδος που σας ποτίζω απλόχερα. Δεν είναι τιμωρία, είναι απλά η λήθη, η δική σας, η προδοσία σας, η τύφλωσή σας από το φως των νέων σας θεών. Είναι ο τρόμος σας απέναντι στην αλήθεια που κρύβετε καλά...Και όμως, αν θες, εσύ, αν θες εσύ, αν θες...δες με και δέξουμε με μέσα σε κάθε σου κομμάτι - ελάχιστο. Νοιώσε την ανάσα μου, στην αρχή καυτή μετά να σε δροσίζει. Άκου το εκκωφαντικό γέλιο μου, για να ακούσεις τη μουσική των αστεριών. Άφησε το δηλητήριό μου να κυλίσει μέσα σου...και θα ξαναγεννηθείς.
Δεν θέλει να την ξεχάσει. Ποτέ του. Είναι ένα του κομμάτι του, η φίλη του, αυτή που του έδειξε ό,τι πραγματικά έχει μέσα του. Αυτή που έχουν διώξει και κατηγορήσει. Το τέρας και το ψέμα, λένε! Μαζί της όμως χορεύει σε χορό και χορούς και σε όλα. Είναι η μητέρα του, είναι εκείνη που θα φέρνει τα δάκρυα της ζωής αλλά και όχι μόνο. Σε κάθε του όνειρο θα είναι εκεί η σύντροφος και η οδηγός. Η αγάπη της είναι όχι ηρεμία, όχι σοφία, όχι θαλπωρή...Απλά αποδοχή! Παρέα με τιτάνες από άλλες εποχές και την αλήθεια της σάρκας των ερπετών, πάντα. Έξω, λυτρωμένος, λέγοντας το ναι στο τέρας που γίνεται μορφή απαστράπτουσα. Είναι η γνώση πέρα, εκείνη που λέει τη λέξη και αν και φοβίζει τραγουδάει όμορφα το καθετί.
Ας χορέψουμε μέχρι να χαθούμε. Είσαι όμορφος, είσαι όμορφη, είμαστε καθετί. Το ξέρεις γλύκα μου εσύ; Σε γουστάρω όσο δεν πάει, σε θέλω ρε συ! Δεν ξέρω τι αγγίζω. Εκεί, μετά το βήμα δεν έχει καμία σημασία. Επιστροφή...ποτέ πια όπως παλιά. Δεν είναι όνειρο, δεν είναι όνειρο!
τι ήθελα να γίνω, όταν θα μεγάλωνα
ρόζα
… φως, πεύκα, ήχοι, παραμύθια, "ελληνικό", Ζάππειο… κομμώτρια, παρουσιάστρια ειδήσεων, μπαλαρίνα, πιανίστα, δασκάλα αγγλικών, μπαλαρίνα, γέλια, εκδρομές, Κυριακές στην εξοχή, παππούς, γιαγιά, Δημήτρης, Παναγιώτα, Γιάννης, Κατερίνα, αγάπη στην καρδιά, αγάπη παντού, ήλιος, θάλασσα, βόλτες με το αυτοκίνητο, κασέτες του Πάριου και του Γιοκαρίνη, σπίτι, Tchaikovsky, Στρουμφάκια, Τρεις Χάριτες, πιγκουινάκια, "Τα παπάκια στη σειρά", έκθεση ζωγραφικής, μπαλέτο, μεταμφιέσεις, μάθημα αγγλικών, κιμωλία στον τοίχο, κιμωλία στην ντουλάπα, σκόνη στα χέρια, Άκης, Αντιγόνη, πάνινο τσαντάκι, ποτηράκι σπαστό πορτοκαλί, μυρωδιά μπισκότου, FIAT-άκι, ζωγραφιές στον τοίχο… φόβος απώλειας αγαπημένων προσώπων, τρόμος, δυνατό κλάμα, λυγμοί και αναφιλητά, σφίξιμο στην καρδιά και στο στομάχι, άγχος, ύπνος, φως της καινούριας ημέρας, ηρεμία…
… δημοτικό, εκδρομές στην Καισαριανή, κρυφτό, μήλα, σκοινάκι, καραμέλες βουτύρου, παγωτό χωνάκι, κουλούρι, παγωμένο νερό, κρύα χέρια, κασετίνα με μαγνήτη, ξύλινα μολύβια, το πρώτο μου μηχανικό, Παναγιώτα, ηρεμία, καλλιτεχνικά, τραγούδι, χορωδία, ποιήματα, γαλλικά, αλλαγές, γυμνάσιο, αλλού, μακριά, καλύτερα;?, Άλκηστη, Αγγελική, Χρήστος, ανώμαλος δρόμος, μπάσκετ, χορωδία ξανά, εκτός τάξης λόγω τσίχλας, γέλια, καλοκαίρια, 20ήμερες διακοπές, Δημήτρης, Παναγιώτα, Γιάννης, Κατερίνα, απλωτές, ξαπλωτές, ήλιος, ηλιοκαμένο δέρμα, βοτσαλάκια…
… Σεπτέμβρης, σχολείο ξανά, Χρήστος, έρωτας, αμφιβολία, χαρά, αγωνία, πόνος, συνέπεια, διάβασμα, πολύ διάβασμα, Μανώλης, ασκήσεις οργανικής, Χρήστος, Βιολογία, καύσωνας στην Αθήνα, διάβασμα, χτυπημένος αστράγαλος, πρόγραμμα, διαγωνίσματα Κυριακή, 3ωρα, ομαλή πορεία, Β’ Λυκείου, 14 μαθήματα, Γ’ Λυκείου, 13 μαθήματα, άγχος, στιγμιαίος πανικός, στομάχι κόμπος, φωτογραφία με ροζ χείλη και γαλάζιο μοχέρ ζακετάκι…
… καλοκαίρι 2000, Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών Αριστοτελείου, βαλίτσες, Τούμπα, καζαντιπί, κλάμα, Προξένου Κορομηλά, "Νερό που καίει", Δημήτρης, Άννα, Άθωνος, Αριστοτέλους, Αρμενοπούλου, 542, βιβλιοθήκη, εργαστήρια, θέμα Γεωδαισίας, παραλία, υγρασία, Βαρδάρης, Τερκενλής, μπουγάτσα, Κάστρα, αμφιβολία, Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Θεσσαλονίκη, φοβίες, πόνος, μοναξιά, κλάμα, απόγνωση, Εγνατία, Δημήτρης, ξενύχτια, ταινίες, Ξάνθη, Μύκονος, Μέτσοβο, Αράχωβα, Ισπανία, μαγειρέματα, 21, ρεμπετάδικο, Figaro, έρωτας, έρωτας, αγάπη, φυγή, δάκρυα, φίλοι πραγματικοί, ανάσα, μαθήματα ξανά, κι άλλα, εργασίες, φωνές, τάβλι, θερινό σινεμά, κουβέντες ως τις 6 το πρωί, ζεστό κρουασάν σοκολάτας, 12ωρα ύπνου, Τσιμισκή, μπαλαρίνες, βραχιόλια, Ραφήνα, καλοκαίρι, Σαντορίνη, πόνος, επιμονή, υπομονή, αγάπη, Θεσσαλονίκη, εξετάσεις, διάβασμα, αποχωρισμός, σωτηρία, μαθηματικά, Θοδωρής, ανάσα, ζωή, αγάπη, ενδιαφέρον, φως, ελπίδα, διάβασμα, πτυχίο, γλέντια, χαρές, γέλια, φίλοι, αγκαλιές, μετακόμιση, Αθήνα, ανακούφιση, κι άλλα γλέντια, αγάπη παντού, ταξίδια, εκδρομές, ηρεμία, σεμινάρια, κι άλλα σεμινάρια, δουλειά προσωρινή, Θεσσαλονίκη, Θοδωρής, σύννεφα, αγάπη, χαμόγελο, αγκαλιά, ζεστό βλέμμα, λόγια μοναδικά, Αθήνα, χαρές, ευτυχία, δουλειά, η πρώτη άδεια…
… Απρίλιος 2009 και το μόνο που ξέρω είναι ότι κάθε μέρα εύχομαι να νιώσω κάποια στιγμή ξανά όπως εκείνο το κοριτσάκι της φωτογραφίας που έχω κολλήσει πάνω από το κρεβάτι μου… που γελάει και χορεύει, ξένοιαστο και ανέμελο με χαρά μέσα του και αγάπη παντού τριγύρω. Ακόμα σκέφτομαι τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω…
… ένα το όνειρο και η λαχτάρα η μεγάλη : να γίνω σύντροφος και μητέρα. Να δημιουργήσω τη δική μου οικογένεια, να δώσω και να πάρω αγάπη… και να ζήσω από την αρχή, ξανά, καλοκαίρια, εκδρομές, 20ήμερες διακοπές, θάλασσα, αλμύρα στα χείλη… με ανθρώπους που δε θα με προδώσουν ποτέ και που θα ανοίγουν την αγκαλιά τους για εμένα όποτε κι όσες φορές τους το ζητήσω. Ουτοπία; Για το κοριτσάκι της φωτογραφίας, όχι…
χαρά
Αστροναύτης, Πιλότος, Φωτογράφος, Πολιτικός, Συγγραφέας… Διάφορες εικόνες, διαδοχικές επιθυμίες, που δεν αντικατοπτρίζουν, παρά διαφορετικές στιγμές εξέλιξης, διάφορες φάσεις συναισθηματικής ανάπτυξης.
Πρώτη φορά αναρωτιέμαι, εάν υπάρχει κάτι κοινό σε όλα αυτά που ονειρεύτηκες κάποτε να κάνεις, αλλά και σε αυτό που επέλεξες να ασκήσεις, ως επάγγελμα.
Δηλώνει, άραγε, Κάτι, αυτό που κάνουμε, σε σχέση με αυτό που είμαστε, αυτό που κουβαλάμε μέσα μας;
Πόσο ελεύθερη επιλογή είναι το επάγγελμα;
Οι απαντήσεις ίσως ποικίλουν. Οι επιλογές, πάντως, δείχνουν. Δηλώνουν ανάγκες, επιθυμίες, προσδοκίες – συνειδητές ή ασυνείδητες. Όλοι την έχουμε αυτή τη γνώση. Όλοι καλούμαστε να αποφασίσουμε για τα εφόδια της επαγγελματικής ζωής, σε ηλικία ακατάλληλη. Τότε που ελάχιστα γνωρίζουμε για τον εαυτό μας και η εσωτερική φωνή συχνά καθοδηγείται από τις εικόνες του περιβάλλοντος, εικόνες που γίνονται δικές μας, χωρίς να είναι, καθορίζουν τη ζωή μας, χωρίς στην πραγματικότητα να μας εκφράζουν.
Τυχεροί, όσοι αποφασίζουν ελεύθερα, αν σκεφθούμε, πόσες ζωές παραμένουν άνυδρες, άχρωμες, εξαιτίας άστοχων επιρροών.
Τώρα το βλέπεις. Ξεκάθαρα. Όσα κατά καιρούς επιθύμησες, απεικονίζουν όσα είχες μέσα σου, όσα εξακολουθούν να σε συνοδεύουν σήμερα, προσαρμοσμένα πλέον στις συνθήκες που διαμόρφωσε το τυχαίο.
Είναι αυτά που ονειρευόμαστε να γίνουμε, κομμάτια του εαυτού μας; Εμφανίζονται, αναλόγως των συνθηκών και ύστερα χάνονται κάπου βαθιά μέσα μας;
Ταξίδι στ’ αστέρια, στο άπιαστο, στο άπειρο, στο όνειρο, πόσα ακόμη παιδιά επηρέασε η εποχή της απόβασης στη Σελήνη…
Πέταγμα στον ουρανό, «όταν κοιτάς από ψηλά, μοιάζει η γη με ζωγραφιά…», ελευθερία, ομορφιά, απόλαυση, για πολύ καιρό αναρωτιόσουν ασταμάτητα, πώς θα μάθεις να πιλοτάρεις!
Αγαπημένα Πρόσωπα, Όμορφες Στιγμές, στην εφηβεία σου και αρκετά αργότερα, διαρκώς επεδίωκες να τα αιχμαλωτίζεις στη φωτογραφική σου μηχανή, θαρρείς και έτσι, δεν θα σου έφευγαν ποτέ…
Αναζητήσεις γύρω από τα συλλογικά, περιέργεια για την ελληνική και την ευρύτερη, διεθνή κοινωνία και επικοινωνία, μια έλξη για εξερεύνηση και επαφή με άλλους ανθρώπους και πολιτισμούς, σε ώθησαν αβίαστα σε αντίστοιχα μονοπάτια γνώσης.
Αποτύπωση στο χαρτί, κάθε συναισθηματικής χίμαιρας, από μικρό κορίτσι και όμως, καθόλου δεν σκεφτόσουν να γίνεις συγγραφέας.
Μια αέναη διαδρομή, σε διαδοχικές φάσεις, που σε οδηγεί να συνθέτεις όλες τις πλευρές, για να γίνεις ακέραιος, ολόκληρος, άνθρωπος…
το πιο αγαπημένο αντικείμενο που έχασα ποτέ
μάρω
Ηταν τελη ιουλιου του ΄97.
Αρκετη ζεστη. Θυμαμαι εκεινα τα τζιτζικια σε τρελη εξαψη. Ακομα και το βραδυ,καποια
καλοκουρδισμενα σε κανανε να σκεφτεις τι σε περιμενει την επομενη μερα.
Κατω απο το σκεπαστρο της αυλης,το μονο παρηγορο εκεινη την ωρα ηταν το λαστιχο της
βρυσης. Να το ανοιξω,και να το κλεισω ξανα…αρχες Σεπτεμβρη.
Λυπομουν κι εκεινα τα εργαλεια,αραδιασμενα στην αυλη.Ευτυχως τελειωναμε μαζι τους
κι αυτα μαζι μας. Θα τα βοηθουσαμε να μπουν στην αποθηκη,μεχρι την επομενη φορα
που θα ζητουσαμε τη βοηθεια τους.
Υπερηφανα κι αυτα μαζι μας,για την ομορφη κατασκευη που φτιαξαμε.
Μια πορτα,απο παλιο ψυγειο παγου την καναμε καθρεπτη.
Καθως μαζευα τα εργαλεια,σκεφτομουν τη χρηση του καθενος και τι θα κανω τοσα
εργαλεια,πως θα τα χρησιμοποιησω οταν καποτε δεν θα υπαρχει ο πατερας μου.
Ιδρωτας σταζει απο παντου..ποσο μαλλον οταν εισαι σε κινηση για να ετοιμασεις εκεινον
να τακτοποιησεις τις αποσκευες-για το ταξιδι που θα εκανε σε λιγη ωρα.
Ηπιαμε τον καφε μας,δοθηκαν οι τελευταιες οδηγιες κι αρχισαν οι αγκαλιες..
Αγκαλιες αγκαλιες αγκαλιες,φιλια φιλια,παλι αγκαλιες παλι φιλια.
Η αγαπη του μπαμπα για την κορη,η αγαπη της κορης για τον μπαμπα στεγνωνει τον
οποιο ιδρωτα!
-Αντε να φυγεις,θα σε βρει η νυχτα στο δρομο
σε λιγες μερες θα ξαναρθεις με τη μαμα. Κανεις λες και δεν θα με ξαναδεις ποτε!
Αγκαλιες φιλια αγκαλιες,μεγαλη λαχταρα. Κι εφυγε…
Κι ετρεξα απο την πισω μερια του σπιτιου για να βλεπω στο δρομο.
Ανεβηκα πανω σε μια πετρινη μαντρα και χαζευα το αμαξι να φευγει.
Τον χαιρετουσα,μεχρι που το αμαξι χαθηκε μεσα στο πρασινο μεσα σε κατι καρυδιες.
Καλο δρομο,ωρα καλη!!
Τα εργαλεια στην αποθηκη,για καποιο καιρο δεν χρησιμοποιηθηκαν απο κανεναν.
Δεν υπηρχε ορεξη,δεν υπηρχε διαθεση.
Τη μερα που ειδωθηκαμε ξανα,εκανα την αποθηκη φυλλο και φτερο.
Ο ασβεστης πηρε φωτια.Κατασπροι οι τοιχοι,μαυρους τους εβλεπα.Και δωστου μεχρι να
φανερωθει το ασπρο. Συστηθηκαμε απο την αρχη,αφου μ’ενα τροπο επρεπε να γνωρισουν
τη νεα τους ιδιοκτητρια. Ανακαλυψα διαφορα που δεν τα θυμομουν κι αλλα που δεν
χρειαστηκε να συναντησω ως τοτε.
Βρηκα κι ενα απο τα δυο βαλιτσακια,οταν καναμε τα βραδυνα μας ψαρεματα.
Το ανοιξα,χαμογελασα και αρχισα να κλαιω με πονο,με παραπονο.
Αρχισα να θυμαμαι..αγκιστρια,μπλεγμενες πετονιες,κουβαδες αδειοι,κουβαδες γεματοι
αλμυρα,φεγγαρι,αστερια.
-Νομιζω οτι επιασα ψαρι και ειναι μεγαλο μαλλον!
-Εγω κορίτσι μου,νομιζω οτι εχεις πιαστει στη δικη μου πετονια εδω και ωρα!
Εψαξα και το δευτερο βαλιτσακι,αλλα δεν το βρηκα πουθενα. Λες κι ειχε ανοιξει η γη και το καταπιε. Εψαξα αλλου,εψαξα παντου..Κι αρχισα να θυμωνω. Μεχρι που θυμηθηκα.Το ειχε δανεισει ο πατερας μου σε καποιον γνωστο.
ην ιδια στιγμη πηγα και τον βρηκα. Με κερασε βυσσιναδα και για λιγη ωρα κουβεντιασαμε
τα νεα μας. Του θυμισα το βαλιτσακι με τα συνεργα του ψαρεματος.
Του πηρε λιγη ωρα μεχρι να θυμηθει και με περισσεια απαθεια μου ανακοινωσε οτι το
πεταξε επειδη δεν εκλεινε καλα.
-Ηταν παλιατζουρα μορε τι το ηθελες;
Εφυγα. Το πεταξε!
Περπατουσα με τα χερια στις τσεπες και τα ματια μου σταζανε
τη βυσσιναδα,που τρεις γουλιες προλαβα να πιω. Το πεταξε,γιατι δεν εκλεινε καλα!!
Και τα’βαλα με κεινον,που πεταξε το βαλιτσακι μου.
Τα’βαλα και με μενα,που τρεχει η σκεψη μου πριν τα γεγονοτα..
«Τι θα κανω τοσα εργαλεια,και πως θα τα χρησιμοποιησω οταν καποτε δεν θα υπαρχει
ο πατερας μου;»
Αγκαλιες αγκαλιες,φιλια φιλια,γελια γελια,εικονες,στιγμες,δυσκολα,ευκολα,λογια,αγαπη
πολλη αγαπη,υπερβολικη αγαπη…
Δεν τον ξαναειδα απο τοτε.Τουλαχιστον οπως θα ηθελα.
Τελευταια φορα,αναμεσα στα φιλια,τις αγκαλιες,τον ιδρωτα..στο δρομο..
να χανεται αναμεσα στις καρυδιες.
Κι εγω πανω στην πετρινη μαντρα…!!!
χαρά
27 Ιανουαρίου 1983. Η ημερομηνία που απέκτησε το δίπλωμα οδήγησης. Πριν καλά-καλά κλείσει τα 19 της χρόνια. Έμαθε τα απαραίτητα με τον δάσκαλο, δίσταζε όμως να ξεχυθεί στην άσφαλτο, με το τιμόνι στα χέρια. Το αυτοκίνητο του πατέρα της ήταν μεγάλο, δυσκίνητο και αρχαίο, με τις ταχύτητες επάνω, δίπλα στο τιμόνι, εκείνη είχε διδαχθεί σε μικρό, ευέλικτο και σύγχρονο μοντέλο και αυτό την προβλημάτιζε. Πώς θα συνήθιζε; Θα τα έβγαζε πέρα με τη «μαούνα»;
Ο πατέρας της, πάλι, ευχαριστημένος, φαινόταν να διασκεδάζει με τις ανησυχίες της και την ωθούσε να δοκιμάσει, ενθαρρύνοντάς την διαρκώς. «Δεν σε φοβάμαι καθόλου», τη διαβεβαίωνε και συμπλήρωνε: «Άσε που, άμα μάθεις με αυτό το αμάξι, όλα τα άλλα θα σου φαίνονται παιχνιδάκι».
Όταν θα το διαπίστωνε, εκείνος θα είχε φύγει από τη ζωή. Δεν θα μπορούσε πια να του ομολογήσει, πόσο δίκιο είχε…
Σύντομα, χάρη στην επίμονη άρνησή του να τη συνοδεύει, έστω στις πρώτες απόπειρες, ξεπέρασε τους φόβους της και κίνησε να οργώνει την πόλη, άλλοτε μόνη, άλλοτε με τους φίλους της και πάντως, απολύτως κυρίαρχη πλέον.
Απολάμβανε ιδιαίτερα την εντύπωση που προκαλούσε στους γύρω της, τόσο νέα εκείνη, μέσα σε αυτό το παλιό, αλλά γοητευτικό αμάξι, της δεκαετίας του ‘50. Είχε χρώμα γαλάζιο μεταλλικό, έλαμπε και προσέλκυε τα βλέμματα, φροντισμένο και κομψό καθώς ήταν πάντα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που αναρωτήθηκε, αν οι ματιές στον δρόμο, αφορούσαν εκείνη ή το αυτοκίνητο…
Ύστερα από μερικά χρόνια, άρχισαν τα προβλήματα. Τη μια κόλλαγε η πόρτα, την άλλη το παράθυρο, τα ανταλλακτικά έπρεπε πλέον να παραγγέλνονται από το εξωτερικό, καύσιμα χρειάζονταν συνεχώς και κόστιζαν πολύ και το χειρότερο: δεν μπορούσε πια να το εμπιστευτεί, αφού συχνά αναγκαζόταν να παλεύει να το βάλει μπρος, σε απίθανα μέρη και απίθανες ώρες, τροφοδοτώντας έτσι την παρέα με ατελείωτες αστείες ιστορίες.
Μόλις είχε τελειώσει τις σπουδές, έψαχνε ακόμη για δουλειά και βρέθηκε εμπρός σε ένα μεγάλο δίλημμα. Οικονομικά δεν άντεχε να το διατηρήσει, Συναισθηματικά δεν άντεχε να απαλλαγεί… και εκείνος δεν ήταν πια εκεί να την βγάλει από τη δύσκολη θέση. Οι φίλοι την ωθούσαν να το αντιμετωπίσει «ρεαλιστικά», η οικογένεια είχε μια περίεργη, σιωπηλή, σχεδόν ενοχοποιητική στάση, που την δυσκόλευε ακόμη περισσότερο. Δεν ήξερε, τι να κάνει. Έπρεπε να αποφασίσει και μάλιστα σύντομα, αν ήθελε να επωφεληθεί αποτελεσματικά από τα πρόσφατα μέτρα της Πολιτείας. Υπήρχε μια ενδιαφέρουσα προσφορά, για πώληση σε καλή τιμή, ως αντίκα. Ο υποψήφιος θα το προωθούσε στη Γερμανία για διαφημιστική χρήση και πλήρωνε μετρητοίς. Έμεινε αρκετές νύχτες άγρυπνη, προσπαθώντας να ισορροπήσει την καρδιά με τη λογική, μα ένιωθε όλο και χειρότερα. Τι, δηλαδή; Είχαν τιμή τα αισθήματά της; Όσο μεγάλο ήταν το ποσό, τόσο μεγάλωνε η ενοχή της…
Όμως, κάτι την έσπρωχνε να προχωρήσει. Ήταν βεβαία. Αν είχε χρήματα, δεν θα έδιωχνε ποτέ αυτό το αμάξι, όσο και αν τη ζημίωνε. Αλλά, αφού οι συνθήκες το επέβαλαν, έπρεπε να ξεκολλήσει από το παρελθόν και να κάνει το βήμα.
Την ημέρα της πώλησης, λίγο πριν την άφιξη του αγοραστή στο σπίτι, βάλθηκε να το φωτογραφίζει. Ένα ολόκληρο φιλμ τράβηξε. Εκείνο να ποζάρει πάντα γυαλιστερό, εκείνη άχρωμη και θλιμμένη. Μόλις τελείωσε με τις φωτογραφίες, έκανε μια βόλτα στο τετράγωνο, μήπως και γλιτώσει τα δάκρυα. Όταν έστριψε στη γωνία, ξέσπασε σε αναφιλητά. Ξαφνιάστηκε. Τέτοιος σπαραγμός για ένα μάτσο λαμαρίνες; Όχι. Δεν είχε μάθει έτσι. Εκείνη, πάντα και μόνο οι άνθρωποι και τα αισθήματα την ενδιέφεραν…
Μα, Ναι, αυτό ακριβώς ήταν. Ένα κομμάτι της ψυχής της. Ταυτισμένο με τον πατέρα της, με την ιστορία της οικογένειάς της, με τα παιδικά της χρόνια, με τα πρώτα της ενήλικα βήματα, με χαρές και λύπες και ταξίδια σε διάφορα λιμάνια αγωνίας και ελπίδας.
Τώρα, ήταν καιρός να εγκαταλείψει το τιμόνι του και να οδηγήσει αποφασιστικά τη ζωή της.
Το καινούργιο αμάξι που αγόρασε της φάνηκε πράγματι «παιχνιδάκι». Η ζωή πάλι, της επεφύλασσε πολλά παιχνίδια, που της θύμιζαν διαρκώς, να οδηγεί πιο άφοβα, ώστε να φθάσει στον προορισμό της…
χρήστος
Εκείνο
Κεφ. 1 / Η ανιαρή βάρδια
Η ώρα δεν έλεγε να περάσει. Άκουγα τους χτύπους στο ρολόι του τοίχου. Ηχούσε σα χαλασμένο. Άλλη μια αργόσυρτη βάρδια στο τμήμα. Η ζέστη αφόρητη, σχεδόν αποπνιχτική. Το κλιματιστικό εδώ και μια εβδομάδα χαλασμένο. Η υγρασία σχημάτιζε τριγύρω μου πηχτό και ρυπαρό πέπλο. Έτσι το μισοσκόταδο αποκτούσε ακόμα πιο βαθιά αίσθηση. Χοντρές στάλες κυλούσαν αργά σε κάθε επιφάνεια, και στο πρόσωπό. Μια μόνιμη γκριμάτσα απόγνωσης. Δύσκολη νύχτα. Περασμένες μεσάνυχτα και θα έπρεπε να βρίσκομαι στη θέση μου μέχρι τις οκτώ το πρωί, αν όλα πάνε καλά. Για ώρες ακόμη! Πώς θα περάσουν;
«Η θερμοκρασία αύριο θα κυμανθεί μεταξύ 25 και 40 βαθμούς κελσίου, ενώ έντονη θα είναι η υγρασία», ηχεί η πρόγνωση καιρού που, με την ηρεμία που παρέχει στην παρουσιάστρια το autocue και τα δυνατά κλιματιστικά του studio, ακούγεται από την, ανοιχτή μπροστά στο γραφείο μου, τηλεόραση. Ευτυχώς που έχω και αυτή τη ‘φιλενάδα’. Έτσι σπάω την πλήξη μου. Τι θα έκανα αλλιώς, δεν ξέρω. Χρόνια στην υπηρεσία, και δύσκολα θα μπορούσε να συμβεί αυτό το ‘κάτι’ ή πολύ περισσότερο το ‘διαφορετικό’. Οι πιθανότητες να χτυπήσει είτε η πόρτα είτε το τηλέφωνο είναι ελάχιστες.
Αστυνόμε, έχουμε ένα συμβάν. Φόνος!, λέει ο υπαστυνόμος που μπαίνει απότομα μέσα στο γραφείο και δίχως καν να χτυπήσει τη πόρτα, δείγμα μάλλον έντασης και άγχους. Η επαγγελματική ευσυνειδησία. Αφήνω το τσιγάρο στο τασάκι, σηκώνω αργά το κεφάλι μου προς το μέρος του. Για να δούμε τι το άξιο λόγου έγινε και σήμερα, σκέφτομαι αν και ξέρω καλά πως οι ελπίδες είναι λιγοστές.
Τι έγινε υπαστυνόμε; Φόνος είπες, του ανταπαντώ. Αστυνόμε είναι φόνος, πράγματι, αλλά υπάρχει και κάτι άλλο σε αυτή την υπόθεση. Η φωνή του υπαστυνόμου δεν έχει τη συνηθισμένη χροιά μιας όποιας άλλης αναφοράς προς τους ανώτερους. Τρέμει και έχει τα σημάδια της απόγνωσης που προκαλεί το διαφορετικό, το περίεργο ή και ακόμα το αποτρόπαιο.
Είναι η πρώτη φορά που γίνεται κάτι τέτοιο, συνεχίζει. Είναι, δεν μπορώ να πω τι, δεν ξέρω!
Δεν μπορείς να μου πεις απλά, με απλά λόγια τι έγινε, υπαστυνόμε; Πες μου το γεγονός. Ήρεμα!
Έγινε ένας φόνος στο κέντρο Η Αγάπη του Παιδιού, εκεί που είναι μαζεμένα ορφανά, αν δεν κάνω λάθος. Νεκρό είναι ένα αγόρι στα 15. Βασικός ύποπτος είναι ένα άλλο αγόρι στην ίδια ηλικία, περίπου. Άγριος φόνος, λένε οι πρώτες αναφορές. Το θύμα βρέθηκε σε απερίγραπτη κατάσταση. Ο ύποπτος έχει μεταφερθεί σε μια κοντινή ψυχιατρική κλινική. Είναι σε βαριά κατάσταση. Μεταφέρθηκε εκεί σε κατάσταση αμόκ και είναι σε απομόνωση για κάθε ενδεχόμενο. Άλλοτε δεν μιλάει και άλλοτε παραληρεί. Σας αναμένουν τόσο στο Κέντρο όσο και στην κλινική.
Ο συνδυασμός αυτός ακούγεται, τουλάχιστο, ενδιαφέρον. Δύο συνομήλικοι στο Κέντρο αυτό…Μου κεντρίζει με διαστροφική ένταση την περιέργεια. Δεν φαντάζομαι όμως καν τι θα δω στην πραγματικότητα. Κάποιες φορές τα γεγονότα μας προσπερνούν, λένε κάποιοι.
Κεφ. 2 / Καθοδόν
Κλείνω πίσω με δύναμη την πόρτα του αυτοκινήτου μου. Με γρήγορα βήματα προχωράω προς την είσοδο του Κέντρου που μου ανέφερε ο υπαστυνόμος. Η υπόθεση φαντάζει να είναι κάτι διαφορετικό από άλλες που έχω εμπλακεί μέχρι σήμερα. Ότι βλέπω στην τηλεόραση από άλλες χώρες, ήρθε και εδώ, σκέφτομαι! Βία ανηλίκων με μάλλον προβληματικό παρελθόν ή κάτι παρόμοιο. Έχω ένταση καθώς περνάω τους συναδέλφους που στέκονται στην πόρτα και μπαίνω στο Κέντρο. Είμαι ψύχραιμος. Κάθε επαγγελματίας έτσι πρέπει να είναι.
Το Κέντρο Η Αγάπη του Παιδιού βρίσκεται σε μια πλαγιά όχι μακριά από την πόλη, πάνω σε ένα λόφο. Στη διαδρομή και καθώς πλησίαζα εκεί το τοπίο άλλαζε σιγά-σιγά και γινόταν περίεργα μοναδικό, με έναν όμως, όλο αλλόκοτη ένταση τρόπο. Άλλαζε με περίεργο τρόπο. Ήταν περίεργος ακόμα και για εμένα και την εμπειρία μου τόσων χρόνων. Το τοπίο της πόλης έδωσε τη θέση του αρχικά σε μια βιομηχανικής αισθητικής περιοχή γεμάτη με εργοστάσια – κάποια από αυτά παραδομένα στη σκουριά της αχρηστίας. Μετά ακολούθησα ένα δρόμο ανάμεσα σε ήρεμα και ακαλλιέργητα στο χρόνο λιβάδια. Λίγο πριν φτάσω στο Κέντρο, το τοπίο άλλαξε και πάλι. Το πράσινο έγινε γκρι-καφέ, και οι πέτρες βαθμιαία κυριάρχησαν στο χώρο γύρω μου. Το Κέντρο ήταν σε μια απομονωμένη περιοχή που μύριζε μοναχικότητα και μια ανεξήγητη αίσθηση σιωπής που όμως κάτι έκρυβε καλά.
Στο Κέντρο κυριαρχεί σιγή. Αναρωτιέμαι πού να είναι τα άλλα παιδιά, αν υπάρχουν καν άλλα παιδιά, που θα έπρεπε κανονικά να υπάρχουν. Τα παιδιά κάνουν θόρυβο γιατί είναι ζιζάνια λέει η κοινή λογική. Εδώ όμως επικρατεί απόλυτη ησυχία. Περίεργο αλλά την προσπερνώ και συνεχίζω τα βήματά μου.
Διασχίζω ένα διάδρομο δίχως καμία έκπληξη πέρα από το γεγονός πως η σιγή ακούγεται ακόμη πιο βαθιά. Περνάω από μικρές αίθουσες, δεξιά και αριστερά μου. Καθεμιά φαίνεται να έχει το δικό της ρόλο στην καθημερινότητα του Κέντρου και των παιδιών που ζουν εδώ. Η αίθουσα του παιγνιδιού, εκείνη της μουσικής ή η άλλη της εκπαίδευσης. Τώρα όλες είναι άδειες. Περπατάω προς το δωμάτιο που μοιράζονταν οι δύο έφηβοι. Κάνω μια ερώτηση σε έναν συνάδελφο που βρίσκεται σε μια γωνία γράφοντας ένα μήνυμα στο κινητό του. Πού είναι το δωμάτιο; ρωτάω. Τρίτη πόρτα στα δεξιά σας, αστυνόμε, είναι η ξαφνιασμένη απάντηση του. Προχωράω προς τα εκεί, στο χώρο του εγκλήματος. Δεν μιλάω σε κανέναν άλλο. Τους προσπερνώ όλους. Θέλω να είμαι συγκεντρωμένος όταν βρεθώ στον τόπο του εγκλήματος. Βέβαια, ακόμα και να ήθελα, λίγοι βρίσκονται στο δρόμο μου και ακόμα πιο λίγοι δείχνουν την παραμικρή διάθεση να μιλήσουν. Σιωπή και όχι μόνο. Είναι νωρίς, έτσι και αλλιώς, να κάνω τις όποιες ερωτήσεις μου. Ο χώρος του εγκλήματος έχει για μένα τη μεγαλύτερη σημασία, τώρα.
Η πόρτα του δωματίου είναι βαμμένη σε υπόλευκο τόνο. Μια απλή ξύλινη πόρτα δίχως κάτι ιδιαίτερο. Ανοίγω την πόρτα αργά, προσεκτικά. Δεν θέλω να χαλάσω την πρώτη εντύπωση. Ξέρω πως αυτή είναι συχνά η πιο σημαντική.
Κεφ. 3 / Ο χορός της φρίκης
Απερίγραπτη η φρίκη της πρώτης αλλά και των άλλων εικόνων που αντικρίζω. Χρόνια στην υπηρεσία, εκατοντάδες σύμβαντα στο ενεργητικό μου και όμως τίποτα δεν μπορεί στο ελάχιστο να θυμίσει αυτό που ξετυλίγεται στα μάτια μου. Εικόνες από την πιο άρρωστη περιγραφή των πιο ψυχωτικών δολοφόνων, όλες όμως μαζί και ακόμα περισσότερο, σα να βρίσκομαι μπροστά σα σε ένα πίνακα όλες ζωγραφισμένες με ακρίβεια μπροστά μου. Μια σύνθεση που μόνο στην κόλαση θα μπορούσε να υπάρξει. Η ανάσα μου κόβεται καθώς αντικρίζω το χώρο και μαζί νοιώθω να θέλω να βγάλω όλα τα σωθικά μου, εκείνη τη στιγμή. Με μια κίνηση, σχεδόν ενστικτώδη, βάζω το αριστερό μου χέρι στο στόμα. Να κρύψω την κραυγή μου ή ότι άλλο.
Είναι ένα μικρό δωμάτιο, σε διαστάσεις πέντε επί πέντε. Η διαρρύθμιση είναι τυπική για δωμάτιο παρόμοιου Κέντρου. Λίγα έπιπλα, βασικά τα δύο κρεβάτια το ένα πάνω στο άλλο σα σε στρατώνα, μια ντουλάπα και ένα γραφείο δίπλα της. Πάνω του μια λάμπα φωτίζει, όσο μπορεί, το χώρο που όμως έχει χρωματιστεί με κοκκινωπές σκιώδεις ανταύγες που απλώνονται μέχρι σε κάθε γωνία. Καθετί, ακόμη και το ταβάνι, είναι γεμάτο από κηλίδες αίματος που συχνά δημιουργούν μικρούς σταλαχτίτες ή ρυάκια ενισχύοντας το αποτρόπαιο σκηνικό. Η οσμή του φρέσκου αίματος θυμίζει κρεαταγορά αν και στη γνώση του ποιο είναι το σφάγιο στην περίπτωση αυτή, ο νους χάνει την λογική ηρεμία του. Τα μάτια μου συνηθίζουν στο χαμηλό φωτισμό για να δουν κάτι που μου προκαλεί ρίγος αποτροπιασμού. Διακρίνω παντού κομμάτια σάρκας που αν μη τι άλλο αποτελούν το παζλ του σώματος του εφήβου. Κομμάτια σάρκας, σε διάφορα σχήματα και μεγέθη, όργανα και οστά λεκιασμένα με φρέσκο εφηβικό αίμα είναι ριγμένα με τρόπο που δείχνει πως ο δολοφόνος – ή ότι άλλο προκάλεσε τούτο το μακελειό - όχι μόνο είχε περισσή δύναμη αλλά κυρίως διακατεχόταν από παράφρονα λύσσα. Δεν είναι δυνατό να κάνω βήμα χωρίς να πατήσω πάνω σε κάποιο απομεινάρι του εφήβου, αλλά είμαι αναγκασμένος να το κάνω για να φτάσω στο βάθος του δωματίου, δίπλα στα κρεβάτια. Εκεί, στη γωνία είναι πεταμένο το κεφάλι του θύματος. Καθώς πλησιάζω παρατηρώ πως το κρανίο είναι ανοιγμένο και λείπει ο εγκέφαλος. Βρίσκομαι πλέον σε απόσταση αναπνοής από το εύρημά μου και μια άλλη πιο τρομακτική ανακάλυψη ρίχνει τη σκιά της στην προηγούμενη φρίκη.
Τα μάτια του θύματος είναι ανοιχτά και αντικρίζοντας τα διακρίνω μέσα τους ένα σύμπλεγμα από τρόμο και έκσταση. Η έκφραση με μπλέκει και αυτό επιτείνει τη φρίκη μου. Τι έγινε άραγε εδώ μέσα που να τα προκάλεσε όλα αυτά; Πώς ο δολοφόνος κατάφερε να προκαλέσει αυτή τη σκηνή σφαγείου. Αλλά και πώς είναι δυνατό το θύμα να έχει μια τέτοια ματιά αμφισημίας. Όλα περιπλέκονται σε ένα κουβάρι που πρέπει να ξετυλίξω.
Γυρίζω το σώμα μου προς την κατεύθυνση της πόρτας σε μια προσπάθεια να μην βλέπω πλέον, όσο γίνεται, το θέαμα που βρίσκεται ολόγυρά μου, για να παρατηρήσω μέσα στο πορφυρό χάος ένα αντικείμενο πεσμένο στο πάτωμα.
Λάμπει με ένα ασυνήθιστα δικό του φως μέσα στο χώρο. Πλησιάζω και απομακρύνω τα μικρά κομμάτια σάρκας που βρίσκονται ολόγυρά του. Ανακαλύπτω πως πρόκειται για ένα μικρό κρυστάλλινο κώνο. Τον κοιτάζω μέσα στο μισοσκόταδο και γρήγορα έρχεται η επιβεβαίωση. Πράγματι, μέσα του διακρίνω μια μικρή εστία φωτός σε χρώμα μωβ να τρεμοπαίζει. Το λείο αντικείμενο είναι περίεργα θερμό στο χέρι μου. Καθώς το περιεργάζομαι έχω ξαφνικά μια αλλόκοτη αίσθηση σα να ακούω ένα χαμηλό, υπόκωφο και έξω από αυτόν τον κόσμο ήχο. Αναρωτιέμαι τι να είναι αυτός ο ήχος. Αλλά δίχως η σκέψη μου να έχει καν σιγήσει, μια δεύτερη έκπληξη με περιμένει. Το φως μέσα στο αντικείμενο αρχίζει να αλλάζει χρωματισμούς, και σύντομα μοιάζει με μικρό φωτορυθμικό. Μόνο που τα χρώματα του δεν δημιουργούν την αίσθηση της ευφορίας. Αντί αυτού η ανησυχία μου και ο φόβος αρχίζουν έντονα να με διαπερνούν. Γρήγορα - γρήγορα τυλίγω το αντικείμενο σε ένα καθαρό μαντήλι και το βάζω αποφασιστικά στην δεξιά τσέπη του σακακιού μου.
Με δυσκολία περνάω από τα κομμάτια σάρκας και πηγαίνω στο μικρό γραφείο. Ανοίγω το πρώτο συρτάρι και εκεί, ανάμεσα σε πολλά άλλα χαρτιά και άλλα αντικείμενα χωρίς κάποια σημασία βρίσκω και ένα μικρό κόκκινο βιβλίο. Το παίρνω από το συρτάρι και ανοίγοντας το διαπιστώνω ότι είναι το ημερολόγιο του θήτη. Η πρώτη σελίδα έχει σημειωμένη μια ημερομηνία…ακριβώς ένα χρόνο πριν. Δεν θέλω να διαβάσω τώρα τις σελίδες του. Είναι κάτι που θα το κάνω με την ηρεμία του γραφείου μου. Έτσι και αλλιώς, ίσως να βρω πολλά και ενδιαφέροντα στοιχεία για το γεγονός αυτό.
Λίγο πριν ανοίξω την πόρτα του δωματίου για βγω στο διάδρομο προσέχω κάτι τελευταίο. Στους τοίχους και πίσω από τους αιμάτινους ζεστούς λεκέδες υπάρχουν ζωγραφισμένα κάποια σύμβολα. Κοιτώντας τα προσεκτικά καταλαβαίνω πως δεν είναι γράμματα μιας από τις γνωστές μου γλώσσες. Μοιάζουν κάτι ανάμεσα σε ιερογλυφικά και ζωόμορφες αναπαραστάσεις. Τα ζώα αυτά όμως δεν ήσαν μορφές γνωστές. Όχι μόνο δεν θυμίζουν τίποτα από όσα ζώα υπάρχουν στη γη... Οι μορφές τους ξυπνούν το φόβο ή ακόμα και τον τρόμο στο απαίσιο και απόκοσμο της εντύπωσης που δίνουν. Εκείνος που τις φιλοτέχνησε σίγουρα τα πήγαινε πολύ καλά με ότι πιο χθόνιο και εφιαλτικό.
Το μυστήριο γίνεται πιο πυκνό και είναι ώρα να αφήσω τους ιατροδικαστές να κάνουν τη δουλειά τους. Υπάρχει και κάποιος άλλος στην ιστορία. Ο φερόμενος ως δράστης. Μαζεύω όση δύναμη μου μένει, ανασκουμπώνομαι και βαδίζω γρήγορα προς το αυτοκίνητο.
Κεφ. 4 / Η επαφή
Προσπαθώ να διατηρήσω τον εαυτό μου όσο πιο ψύχραιμο. Η βραδιά έχει πλέον εξελιχτεί σε κάτι απρόσμενο. Οδηγώ σχεδόν μηχανικά και οι εικόνες από εκείνο το δωμάτιο συνεχίζουν να έρχονται με φωτογραφική ακρίβεια στο νου μου. Αναρωτιέμαι τι θα δω εκεί που πηγαίνω τώρα, προσπαθώ να φανταστώ το πρόσωπο του δολοφόνου αλλά η μέχρι εκείνη την ώρα εμπειρία μου από το χώρο του φόνου δε με βοηθάει. Δεν μπορώ να σκιαγραφήσω στο νου μου έναν τόσο τερατώδες πρόσωπο που μάλιστα ανήκει σε έναν έφηβο.
Μπαίνω στο δωμάτιο που είναι το προσωρινό του κρατητήριο. Είναι ένα άδειο από καθετί δωμάτιο. Στην αριστερή γωνία είναι αυτός καθισμένος στο πάτωμα με σκυμμένο το κεφάλι. Του έχουν κιόλας φορέσει τα ειδικά για κάθε τρελό ρούχα. Γρήγορα διαπιστώνω πως πρόκειται για έναν μάλλον μικροκαμωμένο και με ισχνή διάπλαση νεαρό. Μου είναι δύσκολο να τον φανταστώ να έχει κάνει πράξη κάτι τέτοιο όπως αυτό που πριν από λίγη ώρα αντίκρισα. Και πάλι όμως, κανείς δεν ξέρει. Η δύναμη του ανθρώπου είναι μερικές φορές εκπληκτική.
Τον πλησιάζω και κάθομαι με τρόπο που να βρίσκομαι στο ύψος του γυρτού προς το πάτωμα κεφαλιού του. Του μιλάω προφέροντας το όνομά του. Καμία απόκριση εκτός από τη βαριά και βαθιά ανάσα του. Περιμένω λίγο μήπως και αντιδράσει. Σε λίγο σηκώνει αργά το κεφάλι του προς το μέρος μου.
Ποτέ μα ποτέ μου πλέον δε θα ξεχάσω αυτά τα μάτια. Δύο τρύπες κενές από κάθε συναίσθημα και μαζί χρωματισμένες με όλη την αγωνία που μόνο η τρέλα μπορεί να φέρει στο νου. Απόκοσμα μάτια, τρομερά μάτια. Βλέπω το κενό σε αυτά, νοιώθω προς στιγμή. Αμίλητα και όμως μιλάνε την κάθε σιωπή του πιο απόλυτου τρόμου. Τι μπορεί να έχουν δει αυτά τα μάτια, που κοίταξαν και τι είδαν, άραγε;
Μαζεύω ότι έχει απομείνει από τη θέληση και τον επαγγελματισμό μου και τον ρωτάω τι έγινε. Σιωπή. Είναι η απάντηση που με περίεργα μύχιο τρόπο περιμένω. Τον κοιτώ όσο πλέον μπορώ, κάτι δύσκολο. Σύντομα καταλαβαίνω πως σήμερα δεν θα καταφέρω κάτι. Σηκώνομαι για να φύγω. Λίγο πριν φτάσω στη πόρτα του κελιού ακούω μια φωνή να λέγει κάποιες φράσεις. Ηχεί απόκοσμη αλλά είναι αυτός.
Αυτό μόνο παιγνίδι είναι όλοι εδώ μετά καιρό αντίτιμο χάσαμε απέραντο σκοτάδι φως τρυπά μας θέλουν μας δύο εμένα αύριο.
Δίχως να ξέρω το γιατί και χωρίς να τον αφήσω να ολοκληρώσει το παραλήρημά του βγάζω το αντικείμενο από το χώρο του εγκλήματος και του το δείχνω για να εισπράξω μια κραυγή πέρα από κάθε απόγνωση και φόβο βαθιά από το είναι του εφήβου. Ακούστηκε σα να έφτυνε την ύπαρξή του. Γρήγορα το βάζω πάλι στην τσέπη μου και βγαίνω από το κελί. Δεν αντέχω και άλλο, όχι άλλο σήμερα.
Κεφ. 5 / Σελίδες από το ημερολόγιο του δολοφόνου
«…Αυτό που μας βρήκε μαζί είναι κάτι που ξέρουμε καλά πλέον τι είναι. Παίξαμε μαζί του και μαζί μας έπαιξε. Το αναζητούσαμε για πολύ καιρό. Και να που η αναζήτησή μας ήταν επιτυχής. Χαιρόμαστε σαν παιδιά! Μας έχουν και τους δυο μας προειδοποιήσει όμως καλά. Το παιγνίδι αυτό υπήρχε λόγος που χάθηκε κάποτε, που κάποτε το χάσαμε και εμείς και που τώρα που το βρήκαμε και πάλι κανείς δεν ξέρει ποια θα είναι η κατάληξη. Διαβάσαμε για ιστορίες που λένε πως άλλοι που το έχασαν και το βρήκαν δεν είχαν καλό τέλος. Βλακείες. Είναι το αγαπημένο μας και είμαστε μια χαρά που το βρήκαμε. Βέβαια χθες έγινε κάτι περίεργο. Όταν παίζαμε μαζί του, ξαφνικά είδαμε να βγάζει διάφορα φώτα. Όμορφα φώτα που για πρώτη φορά βλέπαμε! Στην αρχή μας άρεσε πολύ, αλλά σύντομα και στο άκουσμα ενός περίεργου θορύβου ανησυχήσαμε. Περισσότερο τρομάξαμε όμως όταν είδαμε μια σκιά στον τοίχο να παίρνει την μορφή μιας πόρτας. Ήταν μια βαριά και παλιά πόρτα γεμάτη με περίεργα και σύμβολα και σχέδια. Προς στιγμή μας φάνηκε πως άνοιξε και πως πίσω της ήταν κάτι πολύ περίεργο, κάτι σαν ερπετό να μας κοιτάζει με κόκκινα μάτια. Φοβηθήκαμε και φωνάξαμε και έτσι χάθηκε η πόρτα από μπροστά μας...»
Κεφ. 6 / Επίλογος (Αναφορά Αστυνόμου)
Όνομα Θύματος
Χ
Γένος
Άρρεν
Ηλικία
15
Χαρακτηριστικά
(στη βάση των πληροφοριών του κέντρου Η Αγάπη του Παιδιού και της ιατροδικαστικής αναφοράς) 1.70 ύψος, 64 κιλά, κανονικής σωματικής ανάπτυξης, καστανά μάτια και μαλλιά. Κανένα ιδιαίτερο σωματικό σημάδι ή άλλη ιδιαιτερότητα.
Άλλα στοιχεία
Αδιευκρίνιστη είναι η ακριβής σχέση του με το θύτη. Εικάζεται στενή σχέση, όχι σεξουαλικού περιεχομένου. Απομονωμένος όπως και ο θύτης, τουλάχιστο το τελευταίο χρόνο που βρίσκονταν στον ίδιο χώρο. Καταθέσεις αναφέρουν την ενασχόλησή τους με αδιευκρίνιστους στο περιεχόμενό τους τομείς. Τον τελευταίο πριν το συμβάν γεγονός και οι δύο εμφάνιζαν αντικοινωνική και μοναχική συμπεριφορά που έγινε αντιληπτή από το προσωπικό του κέντρου αλλά και άλλους τροφίμους του Κέντρου. Καμία εικασία για το περιεχόμενό της δεν υφίσταται.
Αναφορά γεγονότος
Το θύμα βρέθηκε κατακρεουργημένο με πρωτοφανή τρόπο. Η πλήρης αναγνώριση του πτώματος έγινε στη βάση μαρτυριών από υπαλλήλους του Κέντρου και μετά από διασταύρωση στοιχείων γενετικού υλικού και οδοντοστοιχίας στα αντίστοιχα εργαστήριά μας. Το θύμα βρέθηκε σε κατάσταση μη αναγνωρίσιμη. Οι ιατροδικαστές ανέφεραν αδυναμία να προσδιορίσουν με ακρίβεια το όργανο του φόνου. Εικασίες αναφέρουν πως επρόκειτο για αιχμηρό αντικείμενο ή αντικείμενα που επέτυχαν σειρά από καίρια τραύματα σε δεκάδες σημεία του σώματος του θύματος προκαλώντας το διαμελισμό του. Η έλλειψη ζωτικών του οργάνων, όπως καρδιά, πνεύμονες και εγκέφαλος δεν έχουν απαντηθεί επαρκώς.
Είναι άξιο λόγου να αναφερθεί πως κανείς από το προσωπικό ή και τους τροφίμους δεν άκουσε θόρυβο σχετιζόμενο με το εν λόγω συμβάν.
Σχόλιο αναφορικά με το γεγονός
Αδυναμία επίλυσης του συμβάντος
Πρόταση προς την υπηρεσία
Αρχειοθέτηση της υπόθεσης λόγω αδυναμίας στοιχειοθέτησης επακριβούς κατηγορητηρίου. Ο θεωρούμενος ως υπαίτιος δεν βρίσκεται πλέον εν ζωή. Η αιτιολογία θανάτου του είναι αδιευκρίνιστη.
το αγαπημένο μου παιδικό παιχνίδι
μάρω
Μηπως θαπρεπε να ξαπλωσω στο ντιβανι καποιου ψυχοτετοιου…να ξεκινησουμε
την αναδρομη και να φτασουμε στο επιθυμητο?
Δεν ξερω.Σαν να μου φαινεται κουραστικο ολο αυτο. Και τι νοημα θαχει?
Περσινα ξινα σταφυλια…
Γιατι να μην κανω μονη μου την αναδρομη ψυχαναλυση και να περιοριστω σε μια
ξαπλωμενη ωρα. Θα ταξιδεψω μονη,με ανοιχτα η κλειστα ματια.θα γελασω με οσα
θυμηθω,θα κλαψω,θα το ευχαριστηθω και θα ξαναγελασω με οσα εκλαψα!
Ανοιγοντας ενα μεγαλο κουτι αρχιζουν τα πρωτα χαμογελα..
Ποια barbie να διαλεξω? Φοβαμαι να τις αγγιξω. Ηταν τοσο ομορφες παλια και τωρα ειναι
ολες..τοσο παρουσιαστριες! Τι παιχνιδια εχουμε κανει. Με τις πισινες,τις κουζινες
τα ρουχα τους. Α,να κι ο john john!Αυτoς,απο την μερα που μου τον εφεραν δωρο στο
κουτι παρεμεινε. Τοσο αντιπαθης και αχαρος..
Εδω αρχιζει το βουρκωμα,μαζι με το χαμογελο της λησμονιας!
Τα κλεμμενα playmobil απ’τα ξαδελφια μου. Ποτε δεν ειχα playmobil δικα μου,αλλα
τα αγαπουσα πολυ.Μου αρεσε ο κοσμος τους. Επισης μου αρεσε να τα δανειζομαι απο τα
ξαδελφια μου και να μην τα επιστρεφω ποτε!
Οταν εκεινα κλαιγανε και μου τα ζητουσανε,εγω δεν ηξερα ποτε για ποιο λογο κλαινε.
Αποδειξη,οτι εγω εχω ολη τη συλλογη και κι εκεινα απλα την αναμνηση.
Τι βλεπουν τα ματια μου μεσα ς’αυτον τον πανινο σακο? Τη φιλη μου,τη παρηγορια μου
την αγαπημενη αλλα χαροκαμενη κουκλα μου.
-Θυμασαι γλυκεια μου τι εχεις περασει μαζι μου?
Αυτη η κουκλα δεν ειναι βarbie.Δεν εχει αυτη τη συγκλονιστικη ομορφια. Ειναι η αδελφη
που ποτε δεν ειχα. Ξερει τα μυστικα μου,εχουμε κλαψει,κοιμομασταν αγκαλια,εχουμε
κανει διακοπες μαζι. Της εχω ραψει αμετρητα ρουχα και την εχω κουρεψει χιλιαδες φορες
οχι με επιτυχια παντα. Κοτσιδακια και φιογκακια,μπουκλες και απεγνωσμενες
προσπαθειες να της βαλω σκουλαρικια.
Υπηρξαν και μερες που ημασταν τσακωμενες.Δεν γινετε εγω να σου μιλαω και συ μονο
να με κοιτας. Πες κι εσυ κατι μια φορα..
Στη σειρα,τα αγαπημενα και ξεθωριασμενα απο το παιχνιδι επιτραπεζια.
Ο γκρινιαρης,ενα αλλο με φιδακια και σκαλιτσες,η κλασσικη μονοπολη,κατι ζωακια που
παλευουν να βγουν απο ενα λαβυρινθο…Αυτα τα παιζαμε οταν ειχα παρεα στο δωματιο
μου. Οταν ερχοντουσαν οι φιλοι μου να παιξουμε,το δωματιο μου θυμιζε λουνα παρκ.
Οτι παιχνιδι υπηρχε,ηταν στο πατωμα. Για ολους η για καποιον ξεχωριστα..
Το παραπονο μου τοτε και για αρκετα χρονια μετα ηταν,πως οταν πηγαινα εγω στα σπιτια
των φιλων μου δεν βγαζανε ολα τα παιχνιδια. Καμια φορα δεν παιζαμε κιολας.
Καθομασταν προσεχτικα,μη λερωσουμε το δωματιο,τους τοιχους,μη χαλασουμε τη
μοκετα!
-Και να σου πω μορε μαμα,γιατι εγω κατεβαζω ολα τα παιχνιδια να παιξουμε κι οταν
φευγουν ολοι τα μαζευω και μονη μου?
Αυτο το παραπονο,πολλες φορες με εκανε να παιζω επιτραπεζιο για τεσσερα ατομα.
Κι οχι απο την ιδια θεση,ουτε γυριζα το παιχνιδι. Σηκωνομουνα και πηγαινα στη πλευρα
οποιου ηταν η σειρα να παιξει.
Και φτανουμε στον Ομηρο.Ιλιαδα και Οδυσσεια.
Δυο απο τα βιβλια που μου ειχαν φερει
οι γονεις μου να τα διαβαζουμε μαζι και στη συνεχεια μονη μου.
Βιβλια/παιχνιδια,γιατι μ’αρεσε να κανω τη δασκαλα.Εφτιαχνα μια μικρη ταξη το δωματιο
και επρεπε να μαθουν ολοι οτι ο Οδυσσεας τυφλωσε τον Πολυφημο,για τη Πηνελοπη
και τον Τηλεμαχο. Και γινοτανε χαμος… Τα βιβλια φυλλο και φτερο!
Τι μας νοιαζει ο Παρις,η Ελενη και ο Δουρειος Ιππος..Ποτε θα παιξουμε?
Τι απελπισια κι αυτη. Να μη θελουν να μαθουν. Παντα ομως εβρισκα καποιον
μικροτερο η μεγαλυτερο και εκανα το μαθημα μου.
Οσο για τα βιβλια,λιγο ταλαιπωρημενα αλλα ολες οι σελιδες στη θεση τους.
Υπαρχει αλλο ενα τεραστιο κουτι,που θα το περιεργαστω μια αλλη φορα ομως…και
εννοειται θα σας πω τι ακριβως συμβαινει εκει μεσα!
Και τωρα θελω να σας ρωτησω κατι γιατρε.
Να ξαπλωσω στο ντιβανι,να κατσω απλα στη καρεκλα και εσεις απεναντι…
Η να σας φερω εκεινον που ειχε τη φαεινη ιδεα να μαθει ποιο ειναι το αγαπημενο μου
παιδικο παιχνιδι??
χαρά
Αλεξάνδρα και Ηλίας. Δυο παιδιά, δυο ευτυχισμένα παιδιά, εκφραστικά και χαρούμενα, που ξεχείλιζαν από ενέργεια. Τα προσωπάκια τους έχουν χαραχθεί ανεξίτηλα στη μεσήλικη μνήμη της. Ήταν οι σταθεροί σύντροφοι των πρώτων παιδικών της χρόνων.
Η Αλεξάνδρα, ως πρωτότοκη, υπέστη τα μεγαλύτερα ζόρια. Ευτραφής και χαριτωμένη, με ροδαλά μάγουλα, καστανόξανθα, μακριά μαλλιά και σαρδόνιο χαμόγελο, έτοιμο για σκανταλιά. Στεκόταν απέναντί της, με αυτή τη μόνιμη πονηρή έκφραση, που την προκαλούσε να τη φροντίσει, να τη νανουρίσει, να τη βασανίσει ή να την μαλώσει, ανάλογα με τη διάθεση της στιγμής. Την έντυνε, την έγδυνε, την έλουζε, την έπλενε, γεμίζοντας τον τόπο σαπουνάδες, τη χτένιζε ακούραστα, μέχρι που την κάτσιασε για τα καλά, ώσπου δεν απέμεινε, παρά μια τρίχα όλη και όλη. Η Αλεξάνδρα ανεχόταν καρτερικά την τυραννία που της επέβαλε, λες και καταλάβαινε ότι, όφειλε να το επιτρέπει…
Λίγο αργότερα, στην κοριτσίστικη ζωή εισέβαλε ο Ηλίας, μέσα σ’ ένα όμορφο, πράσινο, μεγάλο κουτί, τυλιγμένο με μια εντυπωσιακή κόκκινη κορδέλα. Το κουτί είχε το ίδιο χρώμα με τα ρούχα του, που –προς μεγάλη του ευτυχία- δεν έβγαιναν. Ήταν ένας ξανθός, χαμογελαστός κοντοπίθαρος, με ένα φασαριόζικο καπελάκι, που δέχθηκε όλη της τη μανία, αφού ήταν το μόνο πράγμα επάνω του, που μπορούσε να μετακινηθεί. Κάποια φορά, ο Ηλίας την λαχτάρησε απίστευτα. Κόντεψε να πνιγεί στη λιμνούλα του Ζαππείου, πάνω στην ερωτοτροπία του με έναν κύκνο. Το κοριτσάκι αγχώθηκε υπερβολικά. Τότε, δεν ήξερε γιατί… Ευτυχώς. Τον έσωσε ο παππούς της και από τότε, η μικρή δεν τόλμησε να ξαναπαίξει με τη ζωή του. Φεύγοντας από το Ζάππειο, αφηγήθηκε όλη την ιστορία του παρ’ ολίγον θανάτου του στον οδηγό ταξί που τους παρέλαβε, ο οποίος μάταια προσπάθησε να την καθησυχάσει…
Δεν άργησε να τους κάνει πρωταγωνιστές στην καθημερινότητα, μέλη της οικογένειας, καθρέφτες της. Έπλαθε ατελείωτες ιστορίες, σε συνέχειες, σε διάλογο με τη νονά της, ζωντανεύοντας ό,τι ένιωθε, ό,τι ονειρευόταν ή απεχθανόταν.
Κάποτε, χάθηκαν μυστηριωδώς. Παραχώρησαν διακριτικά τη θέση τους στη νέα πραγματικότητα, παρατηρώντας τη δράση της ακίνητοι, χωμένοι βαθιά σε κάποια κούτα, με ένα σωρό άχρηστα βάρη επάνω τους.
Ξεπροβάλλουν από καιρό σε καιρό και της θυμίζουν να ζει με εκείνη την αθωότητα, την ωθούν να μην ξεχνά θαμμένη εκεί μέσα την παιδικότητά της…
μαρία
5,10,15...Από μικρή πίστευα ότι το στόμα μου δεν έχει να πει τίποτα ενδιαφέρον. Από νωρίς είχα ακούσει τη φράση «μιλάμε όταν δεν έχουμε ειρήνη με το μέσα μας».Δεν την καταλάβαινα τότε, αλλά αυτό το αρνητικό «δεν» σε συνδυασμό με τη λέξη «ειρήνη» που έπαιζε κάθε πρωτοχρονιά σε όλες τις τηλεοράσεις με φωτεινά χρωματιστά γράμματα με στιγμάτισε. Δεν ήθελα εγώ να χαλάσω αυτή την ειρήνη. ακόμα και μέσα μου. Άνοιγα το στόμα για να φάω, να πιω, να φωνάξω όταν κάποιος μ ενοχλούσε πολύ-κάτι σαν κόρνα δηλαδή-α, και για να τα φυλάω.. 20,25,30,35...Μεγάλωνα και κατάλαβα την πραγματική ερμηνεία αυτής της σοφής φράσης που χανόταν στα βάθη της παιδικότητας μου. Αρνούμουν να γεμίζω τις παύσεις των άλλων με βλακείες, προτιμούσα πάντα τα νεύματα που επικεντρώνουν την προσοχή του άλλου στα μάτια. Αυτά πάντα έχουν κάτι να πουν. Και όπως ο τυφλός, αναπτύσσει τις υπόλοιπες αισθήσεις, έτσι κι εγώ είχα τεχνητά οξύνει την ακοή μου. Ατάκες άλλων σε μέσα μεταφοράς, περαστικών στο δρόμο, ήταν αφορμή για σκέψη. Σκέψη που ποτέ δε εκφράστηκε προφορικά, παρά μόνο σε τεφτέρια, τετράδια, παραδοσιακά και ηλεκτρονικά μέσα. Βλέπετε, ποτέ δε θεώρησα ότι μπορεί το στόμα μου να εκφράσει οτιδήποτε το πολύπλοκο. Δεν είχα την ικανότητα ή δεν το χα εκπαιδεύσει.. Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο ότι ξεστόμιζε μία φράση τη φορά. Σα να μην μπορούσε να βάλει τίποτα σε σειρά. Σειρά στις σκέψεις μου αναλάμβαναν να δίνουν πάντα οι γραμμές στα γραπτά μου...α, και το μέτρημα στο κρυφτό...40,45,50,55... Δεν είπα ποτέ «αυτό που είπα δεν το εννοούσα», Σκέφτηκα όμως «αυτό το εννοούσα, αλλά δεν στο είπα» κοιτάζοντας φιγούρες να απομακρύνονται. Έχασα πολλούς από τη ζωή μου. Οι γονείς μου που με τρέχανε σε ψυχολόγους από μικρή, δε συμβιβάστηκαν ποτέ με τις βουβές αγκαλιές μου. Δε δέχτηκαν τη διαφορετικότητά μου. Καθόμασταν στο κυριακάτικο τραπέζι για ώρες και προσπαθούσαν να βρίσκουν θέματα για συζήτηση, μήπως με παρασύρουν και μπω στη κουβέντα. Ω, πόση βαβούρα χωρίς λόγο! Πόση προσπάθεια για κάτι που δε με άγγιξε ποτέ! Μιλούσαν τόσο που ποτέ δεν είδαν τα μάτια μου που φώναζαν «σταματήστε!». Και η προσωπική μου κόρνα σώπαινε από σεβασμό, όπως σε ώρες κοινής ησυχίας ή στη προκειμένη περίπτωση «κοινής επιφαινόμενης οικογενειακής γαλήνης»...60,65,70,75,80...Οικογένεια δεν έκανα. Οι στενοί δεσμοί δίνουν το δικαίωμα της άποψης για την κατάστασή μου. Αδέρφια δεν είχα κι έτσι όταν έφυγαν οι γονείς μου σταμάτησε αυτό το πέρα δώθε στους γιατρούς. Δεν θα έδινα έκτοτε σε κανέναν άλλον άνθρωπο το δικαίωμα να με σύρει απ το χέρι σε καμιά αίθουσα αναμονής της γνώμης του ειδικού. Δεν θα ξανάκανα ασκήσεις τύπου «α μπε μπα μπλομ» για να γυμνάσω τους στοματικούς μυς και να τους έχω σε ετοιμότητα για όταν θελήσω να φλυαρήσω. Δεν μου πάει η φλυαρία, όπως σε άλλους δεν τους πάει η σιωπή. Σήμερα έκανα ένα ταξίδι στην άλλη όχθη, ίσως γιατί νιώθω το τέλος να πλησιάζει. Χωρίς να ξέρω γιατί σάλιωσα τα χείλη μου και άνοιξα το στόμα μου, όχι για να φάω, όχι για να πιώ, όχι για να φωνάξω τη νοσοκόμα, αλλά για να μιλήσω 5 συνεχόμενα λεπτά ίσως για πρώτη φορά στη ζωή μου ,α, και για να τα φυλάξω ....85,90,95,100... Φτου και βγαίνω!
οι παραλλαγές
μαρία
Το ουδέτερο γεγονός
Το σκηνικό, το καφέ του αεροδρομίου
Το ταξίδι του, το Παρίσι
Το ύφος του, το άγχος του
Το άτομο που τον εξυπηρετεί, τον βρίσκει μυστήριο
Το επόμενο λεπτό, το τραπέζι του άδειο, το εισιτήριό του εκεί κι αυτός μέσα στο πρώτο ταξί
Το ασήκωτο
Όταν κάθισα στην καφετέρια, το ταβάνι μου φαινόταν πιο ψηλά. Όλο και κατεβαίνει. Σαν έτσι που τον έπινα γουλιά γουλιά να κατέβαινε και αυτό μαζί με τον καφέ μου. Έτσι όπως κατεβαίνει το ταβάνι, ο αέρας γίνεται πιο πηχτός. Ανακατεύω το άδειο μου φλιτζάνι σαν να ναι ανεμιστήρας και ξεγελιέμαι πως παίρνω αέρα. Θα πρεπε να σηκωθώ να φύγω, αλλά τα πόδια μου είναι ασήκωτα. Αρνούμαι να μπω στο αεροπλάνο, όσο κι αν το αεροδρόμιο καλεί τους τελευταίους επιβάτες της πτήσης μου εδώ και λίγη ώρα. Νόμιζα πως το περίμενα όσο τίποτα άλλο το ταξίδι αυτό. Το ταβάνι που όλο κατεβαίνει άλλα μου λέει. Θα κάνω νόημα στην αντιπαθέστατη σερβιτόρα που εδώ και ώρα με παρατηρεί, θα πετάξω τα λεφτά και θα φύγω πριν με πλακώσει τούτο το ταβάνι. Μακριά από το αεροδρόμιο, πιο μακριά απ το Παρίσι, ακόμα πιο μακριά κι από σενα.
Το ανάλαφρο
Πτήση 938 για Παρίσι άμεση επιβίβαση στην έξοδο Α8
Ήρθα 3 ώρες νωρίτερα εδώ
Και τώρα γυρίζω κουτάλι σε φλιτζάνι κενό
Και δε μπορώ να κουνηθώ, εγώ που ζούσα για όλο αυτό
Πανικός που δεν έχω άλλο καφέ να προσποιηθώ
Ότι πρέπει να τον πιώ πριν σηκωθώ
Ηρεμία που δεν έχω ακόμα πληρώσει
Ελπίζω η αφηρημένη σερβιτόρα να με σώσει
Κι εκεί που έκανα 20 λεπτά να παραγγείλω
Τώρα κοιτάει αδημονώντας το δικό μου τραπέζι
3 ώρες κατάληψη για έναν μόνο καφέ
Μεγάλη χασούρα για κείνη και το μάτι της παίζει
Πληρώνω, σηκώνομαι και φεύγω
Αλλά την έξοδο Α8 αποφεύγω
Ακούω που τα ηχεία καλούν τους τελευταίους επιβάτες
Μα είναι αργά, παίρνω βαλίτσα και γυρίζω τις πλάτες
Το Multilingual
Γκλιν Γκλον Παρί 938
Έρλυ θρί εδώ
Ζαμέ Ορλύ εγώ
Τικ τακ καφέ καπούτ
Βουαλά 3.20
Μερσί μαντάμ
Φρανσέ στην Ελλάδα μιλώ
Ποτέ Α8
Ζαμέ Ορλύ εγώ
Το déjà-vu
«Άμεση επιβίβαση για Παρίσι στην έξοδο Α8», η φωνή στο μεγάφωνο. «Παρακαλώ, τι θα πάρετε;», η φωνή δίπλα μου. «Το χω ξαναζήσει όλο αυτό», η φωνή μέσα μου. Γύρω μου, η «οχλαγωγία του αεροδρομίου»: πολύς κόσμος, πολλές γλώσσες, πολλή βαβούρα. Μια βαβούρα περίεργα γνώριμη, σα να χω ξανακούσει όλες τις επιμέρους κουβέντες σε κάθε τραπεζάκι αυτής της καφετέριας να κάνουν κονσέρτο με τον ίδιο ακριβώς τόνο, με το ίδιο ακριβώς ηχητικό αποτέλεσμα. Τόσο δυνατά, κι όμως αρκετά αδύναμα να καλύψουν τη βαβούρα στο κεφάλι μου. Αυτή που με κάνει να συνειδητοποιώ μόλις, ότι εδώ και δύο ώρες αναδεύω το κενό με το κουταλάκι μου κι έχω τη σερβιτόρα απέναντί μου να με καρφώνει-ναι, αυτή στην οποία έκανα ακροβατικά για να έρθει να πάρει παραγγελία! Τώρα θα πλησιάσει να την πληρώσω, θα σηκωθώ και θα μαζέψω τα πράγματά μου προσεκτικά -τόσο προσεκτικά που οι γύρω μου θα απορήσουν που θα αφήσω κάτι σαν εισιτήριο πάνω στο τραπεζάκι, αλλά θα σωπάσουν ξαφνικά για να τονιστεί ο ήχος της καρέκλας που θα παρασύρω βγαίνοντας στο πέρασμά μου. Θα περάσω την είσοδο της καφετέριας, την έξοδο Α8 και θα βγω στο δρόμο. Αντίο Παρίσι, καλημέρα Αθήνα.
Το μάτι της σερβιτόρας
Βλέπουν πολλά τα μάτια μου κάθε μέρα εδώ, αλλά τέτοιο φρούτο ρε αδερφάκι μου δεν το χω ξαναματαδεί! Κάθεται 3 ώρες σε εκείνο το τραπέζι και αν δε μου λεγε ένα ευχαριστώ την ώρα που του πήγα τον καφέ θα στοιχημάτιζα πως είναι ξένος, με αλτζάιμερ ή πώς στο διάλο το λένε… Έχει κόλλημα με το κουταλάκι, δεν εξηγείται! Ανακατεύει το άδειο του φλιτζάνι εδώ και 2 ώρες σου λέω! Ασταμάτητα! Έτσι μου ρχεται να πάω να του βάλω κι άλλο καφέ, τσάμπα-προσφορά του καταστήματος πώς το λένε, έτσι για να κάνει κάτι πιο χρήσιμο! Πάλι καλά που γίνεται χαμός στο αεροδρόμιο και δεν ακούγεται αυτό το ντρίνγκι ντρίνγκι του κουταλακίου! Ώπα… Ξύπνησε… με κοιτάει… πω πω! Με φωνάζει…αχ! μάλλον είδε πώς τον κοιτάω και θα μου την πει τώρα! Ουφ να πληρώσει μόνο θέλει, επιτέλους! Έφυγε παρασέρνοντας μια καρέκλα… δε στο λεγα εγώ; Κάτι τρέχει με δαύτον! Πάω να δω αν ο τσιφούτης άφησε τίποτα ψιλά. Άλλο και τούτο πάλι! Ξέχασε το εισιτήριό του και η πτήση για Παρίσι είναι τώρα, θα γυρίσει να το πάρει δε μπορεί, η έξοδος Α8 είναι εδώ δίπλα.
Το πιο σύντομο δε γίνεται
Το πιο μακρύ ταξίδι μου
Αθήνα-αεροδρόμιο-Αθήνα
Πνίγηκα σ ένα φλιτζάνι καφέ
Δεν μπήκα στο αεροπλάνο μου ποτέ
Το ηχητικό
Θ’ αφήσω το πουλί 938, μπόινγκ
Θα πετάξει με άλλους στην πλάτη του, φρρρρρ
Αφού τελειώσει ο καφές, γκλουπ
Περνάει η ώρα, τικ τακ
Έρχεται ο πανικός, ιου ιου ιου
Σηκώνομαι και βγαίνω, σντουπ
Παίρνω βαλίτσα και φεύγω, ουφ
χρήστος
Was no thing
Formless
Without quality
Nameless
Pure power
Yet it was anything that it touched
I am the illusion
And
I am not the illusion
All at the same time
All at the no time
All within the words’ gap
Magick
H Αποδοχή
Είμαι μόνος και θέλω να κλείσω τη σκηνή του θεάτρου για σήμερα. Δεν έχω κουραστεί, μα θα πρέπει να έχω και δύναμη για την αυριανή παράσταση. Μαζεύω ό,τι έμεινε από τις σημερινές παραστάσεις, κομμάτια γυαλί, δακρυσμένες μνήμες, ένα κομμάτι ύφασμα, σταγόνες αίμα.
Φεύγω προς τον άδειο δρόμο σφίγγοντας τα χέρια μου γύρω από τη μέση μου.
Βαδίζω μέσα στη νύχτα και βλέπω δύο φωτεινά σημάδια, πορφυρά μάτια να με παρακολουθούν. Σταματάω και κοιτάζω προς τα εκεί. Πλησιάζω λίγο περισσότερο για να καταλάβω, μέσα στην ασάφεια της νύχτας, πως είναι ένας κάποιος σαν και εμένα. Όχι ίδιος, απλά σαν και εμένα. Οι ματιές μας συναντιόνται. Είναι και οι δύο άδειες ματιές και όμως γεμάτες με το κόκκινο του πόθου μας. Έρχομαι ακόμα πιο κοντά, και βλέπω αυτόν, να είναι σώμα γεμάτο αστέρια και θλίψη που γυρνάει φτιάχνοντας στροβίλους. Κοιταζόμαστε χωρίς να μιλάμε. Σιωπούμε, γιατί οι λέξεις που κάποτε ξέραμε, απλά, δεν λένε κάτι. Πισωγυρνάω και αμφιταλαντεύομαι. Ακούω τη θέληση της σάρκας μου και απλώνω το χέρι προς τη μορφή μπροστά μου.
Νοιώθω μια ανομολόγητη έλξη προς αυτόν, και αφουγκράζομαι πως και ο άλλος νοιώθει κάτι παρόμοιο. Απλώνω και τα δύο χέρια, και ο άλλος απλώνει τα δικά του. Αγγιζόμαστε. Τα άκρα μας είναι σα να μιλάνε μεταξύ τους μυστικά κολυμπώντας στο χώρο που πλέον έχει γίνει πηχτός και αδιαπέραστος.
Αρχίζουμε μια στιχομυθία, ακατανόητη, ίσως…που ακούγεται σαν ηχώ:
Σε κοιτάζω για να με κοιτάξεις – Με κοιτάζω για να σε κοιτάξεις
Σε αγγίζω για να με αγγίξεις – Με αγγίζω για να σε αγγίξεις
Σε θέλω για να με θέλεις – Με θέλω για να σε θέλεις
Σε αγαπάω για να με αγαπήσεις – Με αγαπάω για να σε αγαπήσεις
Σε τρώω για να με φας – Με τρώω για να σε φας
Το άγγιγμά μας διαπερνά με τα χέρια, αλλού, και με μια κίνηση το κάθε μέλος ξεσκίζει το σώμα του άλλου. Δεν είμαστε, κανείς, πουθενά και παντού. Και όλα πάλλονται τριγύρω μας και οι καρδιές δημιουργούν φυγόκεντρες εικόνες που χάνονται στο άπειρο για να συναντηθούν και πάλι στο κέντρο της ύπαρξής μας, που ανοίγει, ανοίγει όλο και πιο πολύ.
Αγκαλιαζόμαστε κοιτώντας ο ένας στα μάτια τον άλλο, όλο και πιο βαθιά σε πορφυρούς καθρέφτες. Από εδώ και πέρα ο ένας θα ‘ναι η σκιά του άλλου και θα ζούμε εκεί όπου ανταμώνουν τα είδωλά μας.
Η Άρνηση
Νοιώθω τόσο μόνος και προσπαθώ να κλείσω τη σκηνή του θεάτρου αυτή, τουλάχιστο για σήμερα. Η κούραση με έχει καταβάλει και δεν έχω δύναμη για άλλη παράσταση. Προσπαθώ μάταια να μαζέψω ό,τι έμεινε από τις προηγούμενες παραστάσεις, κομμάτια γυαλί, δακρυσμένες μνήμες, ένα κομμάτι ύφασμα, σταγόνες αίμα.
Πρέπει να βαδίσω προς το σπίτι και δεν έχω άλλο τρόπο παρά να σφίξω τα χέρια μου γύρω από τη μέση μου.
Βαδίζω αργά μέσα στη βαριά νύχτα όταν βλέπω με φόβο δύο φωτεινά σημάδια, όμοια με πορφυρά μάτια να με παρακολουθούν. Σταματάω ξαφνιασμένος και κοιτάζω με τρόμο προς τα εκεί. Πλησιάζω προσεκτικά λίγο ακόμα για να καταλάβω με έκπληξη, μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, πως πρόκειται για κάποιον που μου μοιάζει διαβολεμένα! Δίχως να το θέλω συναντώ τη ματιά του. Είναι δύο άδειες ίριδες γεμάτες με το αιμάτινο κόκκινο του πόθου. Προχωρώντας δίχως να το θέλω βρίσκομαι πιο κοντά του ακόμα, και τον διακρίνω καθαρά. Ένα σώμα σαν γεμάτο απόμακρα αστέρια κενού και θλίψη που γυρνάει και γυρνάει φτιάχνοντας αέναους στροβίλους. Τον κοιτάζω χωρίς να μιλάω, παγωμένος. Σιωπή, γιατί οι λέξεις δεν περιγράφουν τον τρόμο μου. Πισωγυρνάω και αμφιταλαντεύομαι αλλά... Η σάρκα με δύναμη με παρασέρνει και μηχανικά το χέρι μου απλώνεται προς τη μορφή μπροστά μου.
Ανομολόγητη έλξη προς αυτόν με παρασύρει, και ξέρω πως και ο άλλος επιδιώκει κάτι σαν αυτό. Τα δύο χέρια μου σαν να μην είναι δικά μου απλώνονται προς αυτόν και ο άλλος ανοίγει τα δικά του με ζήλο. Με αγγίζει παντού. Τα άκρα του είναι σα να διατρέχουν το σώμα μου και με δικό τους τρόπο με αναγκάζουν να κολυμπήσω σε ένα χώρο που πλέον έχει γίνει αηδιαστικά πηχτός και αδιαπέραστος.
Μια στιχομυθία ηχεί παρά τη θέλησή μου, ακατανόητη, και μοιάζει να ακούγεται σαν ηχώ από μια απόμακρη χώρα:
Σε κοιτάζω για να με κοιτάξεις – Με κοιτάζω για να σε κοιτάξεις
Σε αγγίζω για να με αγγίξεις – Με αγγίζω για να σε αγγίξεις
Σε θέλω για να με θέλεις – Με θέλω για να σε θέλεις
Σε αγαπάω για να με αγαπήσεις – Με αγαπάω για να σε αγαπήσεις
Σε τρώω για να με φας – Με τρώω για να σε φας
Το άγγιγμά του με διαπερνά, και με μια κίνηση το κάθε μέλος του σχίζει το σώμα μου ολούθε. Δεν είμαι, κανείς πουθενά και παντού. Και όλα πάλλονται τριγύρω μου σα σε κενό και οι καρδιά μου γεμίζει φυγόκεντρες εικόνες που σβύνουν στο κενό για να χαθούν και πάλι στο κέντρο της ύπαρξής μου, που ανοίγει, ανοίγει όλο και πιο πολύ σε σημείο απόλυτης διάλυσης.
Με κοιτάζει όλο και πιο βαθιά και ο νους μου διασπάται σε πορφυρούς καθρέφτες. Από εδώ και πέρα θα είμαι η σκιά του και θα ζω εκεί όπου φεγγίζει το είδωλό μου.
Μια κατάσταση
Μόνος και η σκηνή του θεάτρου κλειστή για σήμερα. Δίχως κούραση, ανάγκη για ετοιμασία για την αυριανή παράσταση. Απομεινάρια που πρέπει να μαζευτούν. Κομμάτια γυαλί, οι μνήμες, το κομμάτι ύφασμα, οι σταγόνες αίμα.
Στον άδειο δρόμο πλέον με σφιχτά τα χέρια γύρω από τη μέση.
Βήματα μέσα στη νύχτα και δύο φωτεινά σημάδια, λαμπερά, πορφυρά μάτια, κάμερες καταγραφής. Στάση και παρατήρηση. Πιο κοντά, σαφής στην ασάφεια της νύχτας η ομοιότητα. Όχι ίδιοι αλλά σχεδόν όμοιοι. Ματιές σε συνάντηση. Άδειες ματιές και όμως με το κόκκινο του πόθου. Ακόμα πιο κοντά και αυτός εκεί, σώμα γεμάτο αστέρια και θλίψη. Στρόβιλοι. Ματιά, αλλά καμία λέξη. Σιωπή, οι λέξεις άφωνες. Κίνηση προς τα πίσω, πάλι μπροστά και πίσω. Η θέληση της σάρκας, ήχος και το χέρι απλωμένο προς τη μορφή μπροστά.
Έλξη ανομολόγητη, έλξη προς αυτόν, διαίσθηση. Χέρια απλωμένα και από τις δυο πλευρές. Άγγιγμα. Άκρα συμφωνημένα σε δική τους συνομιλία, μυστικά μέσα σε χώρο πηχτό και αδιαπέραστο.
Ο ήχος από μια στιχομυθία, δίχως νόημα, ωσάν ηχώ:
Σε κοιτάζω για να με κοιτάξεις – Με κοιτάζω για να σε κοιτάξεις
Σε αγγίζω για να με αγγίξεις – Με αγγίζω για να σε αγγίξεις
Σε θέλω για να με θέλεις – Με θέλω για να σε θέλεις
Σε αγαπάω για να με αγαπήσεις – Με αγαπάω για να σε αγαπήσεις
Σε τρώω για να με φας – Με τρώω για να σε φας
Άγγιγμα διαπεραστικό μέσω των χεριών. Κίνηση κάθε μέλους, μια κίνηση διάρηξης του άλλου. Ανυπαρξία, κανείς, πουθενά και παντού. Παλμός τριγύρω, και καρδιές σε φυγόκεντρες εικόνες σε χάσιμο στο άπειρο, και συνάντηση και πάλι σε άπειρο ύπαρξης. Ανοιχτό. Πιο ανοιχτό ακόμη.
Αγκαλιά σε θωριά με τον άλλο, όλο και πιο μέσα, εις, βαθιά σε πορφυρούς καθρέφτες. Ο άλλος ως σκιά του άλλου, ζωή μέσω ειδώλων συντροφικών.
H Αναδιανομή
Είμαι μόνος και θέλω να κλείσω τη σκηνή του θεάτρου για σήμερα. Μαζεύω ό,τι έμεινε από τις σημερινές παραστάσεις, κομμάτια γυαλί, δακρυσμένες μνήμες, ένα κομμάτι ύφασμα και ξέρω πως από εδώ και πέρα ο ένας θα ‘ναι η σκιά του άλλου και θα ζούμε εκεί όπου ανταμώνουν τα είδωλά μας με σταγόνες αίμα καθώς πλησιάζω λίγο περισσότερο για να καταλάβω, μέσα στην ασάφεια της νύχτας, πως είναι ένα κάτι αιμάτινο σαν και εμένα, αυτό, αυτός. Κοιταζόμαστε χωρίς να μιλάμε και απλώνω τα δύο χέρια, και ο άλλος απλώνει τα δικά του σε άγγιγμα που διαπερνά μέω των άκρων, αλλού, και ολούθε και με μια κίνηση το κάθε μέλος ξεσκίζει το σώμα του άλλου. Από εδώ και πέρα ο ένας θα ‘ναι η σκιά του άλλου και θα ζούμε εκεί όπου ανταμώνουν τα είδωλά μας. Δεν έχω κουραστεί, μα θα πρέπει να έχω και δύναμη για την αυριανή παράσταση, εκείνη τη βουτηγμένη σε αίμα δικό μου και δικό σου.
Σταματάω και κοιτάζω προς τα εκεί για να έρθω ακόμα πιο κοντά σου, και βλέπω, να το σώμα όμοιο γεμάτο αστέρια και θλίψη που γυρνάει φτιάχνοντας στροβίλους παραμυθίας. Όχι ίδιος πλέον, αλλά απλά σαν και εμένα. Νοιώθω μια ανομολόγητη έλξη προς αυτόν, και αφουγκράζομαι πως και ο άλλος νοιώθει κάτι παρόμοιο με τις ματιές μας να συναντιόνται, σπαράγματα. Και όλα πάλλονται τριγύρω μας και οι καρδιές δημιουργούν φυγόκεντρες εικόνες που χάνονται στο άπειρο για να συναντηθούν, και μετά να αγκαλιαστούν κοιτώντας ο ένας στα μάτια τον άλλο, όλο και πιο βαθιά σε πορφυρούς καθρέφτες εκεί στο κέντρο της ύπαρξής μας, που ανοίγει, ανοίγει όλο και πιο πολύ σε διάλυση και άμορφη λύση.
Αρχίζουμε μια στιχομυθία, ακατανόητη, ίσως…που ακούγεται σαν ηχώ:
Σε κοιτάζω για να με κοιτάξεις – Με κοιτάζω για να σε κοιτάξεις
Σε αγγίζω για να με αγγίξεις – Με αγγίζω για να σε αγγίξεις
Σε θέλω για να με θέλεις – Με θέλω για να σε θέλεις
Σε αγαπάω για να με αγαπήσεις – Με αγαπάω για να σε αγαπήσεις
Σε τρώω για να με φας – Με τρώω για να σε φας
Φεύγω προς τον άδειο δρόμο σφίγγοντας τα χέρια μου γύρω από τη μέση μου. Μαζί και σιωπούμε και οι δύο, γιατί οι λέξεις που κάποτε ξέραμε, απλά, δεν λένε κάτι στα βήματας μέσα στη νύχτα εκεί που διακρίνονται δύο φωτεινά σημάδια, πορφυρά μάτια να παρακολουθούν, σκιές. Τα άκρα της ματιάς μας είναι σα να μιλάνε μεταξύ τους μυστικά. Ακούω τη θέληση της σάρκας μου και απλώνω το χέρι προς την μορφή μπροστά μου, τώρα. Κολυμπώντας στο χώρο που πλέον έχει γίνει πηχτός και αδιαπέραστος, πισωγυρνάω και αμφιταλαντεύομαι, αέναη κίνηση. Εκεί οι δύο άδειες ματιές τώρα όμως γεμάτες με το κόκκινο του πόθου μας όπου δεν είμαστε, κανείς, πουθενά και παντού.
H Ανάσα
είμαι μόνος και θέλω να κλείσω τη σκηνή του θεάτρου για σήμερα δεν έχω κουραστεί μα θα πρέπει να έχω και δύναμη για την αυριανή παράσταση μαζεύω ό,τι έμεινε από τις σημερινές παραστάσεις κομμάτια γυαλί δακρυσμένες μνήμες ένα κομμάτι ύφασμα σταγόνες αίμα φεύγω προς τον άδειο δρόμο σφίγγοντας τα χέρια μου γύρω από τη μέση μου βαδίζω μέσα στη νύχτα και βλέπω δύο φωτεινά σημάδια πορφυρά μάτια να με παρακολουθούν σταματάω και κοιτάζω προς τα εκεί πλησιάζω λίγο περισσότερο για να καταλάβω μέσα στην ασάφεια της νύχτας πως είναι ένας κάποιος σαν και εμένα όχι ίδιος απλά σαν και εμένα οι ματιές μας συναντιόνται είναι και οι δύο άδειες ματιές και όμως γεμάτες με το κόκκινο του πόθου μας έρχομαι ακόμα πιο κοντά και βλέπω αυτόν να είναι σώμα γεμάτο αστέρια και θλίψη που γυρνάει φτιάχνοντας στροβίλους κοιταζόμαστε χωρίς να μιλάμε σιωπούμε γιατί οι λέξεις που κάποτε ξέραμε απλά δεν λένε κάτι πισωγυρνάω και αμφιταλαντεύομαι ακούω τη θέληση της σάρκας μου και απλώνω το χέρι προς τη μορφή μπροστά μου νοιώθω μια ανομολόγητη έλξη προς αυτόν και αφουγκράζομαι πως και ο άλλος νοιώθει κάτι παρόμοιο απλώνω και τα δύο χέρια και ο άλλος απλώνει τα δικά του αγγιζόμαστε τα άκρα μας είναι σα να μιλάνε μεταξύ τους μυστικά κολυμπώντας στο χώρο που πλέον έχει γίνει πηχτός και αδιαπέραστος αρχίζουμε μια στιχομυθία ακατανόητη ίσως που ακούγεται σαν ηχώ
Σε κοιτάζω για να με κοιτάξεις – Με κοιτάζω για να σε κοιτάξεις
Σε αγγίζω για να με αγγίξεις – Με αγγίζω για να σε αγγίξεις
Σε θέλω για να με θέλεις – Με θέλω για να σε θέλεις
Σε αγαπάω για να με αγαπήσεις – Με αγαπάω για να σε αγαπήσεις
Σε τρώω για να με φας – Με τρώω για να σε φας
το άγγιγμά μας διαπερνά με τα χέρια αλλού και με μια κίνηση το κάθε μέλος ξεσκίζει το σώμα του άλλου δεν είμαστε κανείς πουθενά και παντού και όλα πάλλονται τριγύρω μας και οι καρδιές δημιουργούν φυγόκεντρες εικόνες που χάνονται στο άπειρο για να συναντηθούν και πάλι στο κέντρο της ύπαρξής μας που ανοίγει ανοίγει όλο και πιο πολύ αγκαλιαζόμαστε κοιτώντας ο ένας στα μάτια τον άλλο όλο και πιο βαθιά σε πορφυρούς καθρέφτες από εδώ και πέρα ο ένας θα ‘ναι η σκιά του άλλου και θα ζούμε εκεί όπου ανταμώνουν τα είδωλά μας
Η Ποιητική
Άδειος εκτός από εμού χώρος σε στιγμή σκοτεινής σκηνής
Δίχως κάμματο αλλά σίγουρα το αύριο θα έρθει
Όχι ανάμεσα στα απομεινάρια του σήμερα
Όχι με τα γυάλινα κομμάτια
Όχι στις δακρυσμένες μνήμες
Όχι στο κομμάτι εκείνο ύφασμα
Και όχι μέσα στις αιμάτηνες σταγόνες
Μα σε άδειο δρόμο όλο ένταση
Σε νύχτα με φωτεινά πορφυρά σημάδια
Να κοιτάζω και να με κοιτούν
Από γωνίες απρόσμενες
Όλο και πιο κοντά
Όλο και πιο κοντά
Στην ασάφεια του σκούρου - είναι εκεί
Ο κάποιος, ο ίδιος, ο σχεδόν εγώ, ο πάντα όμως άλλος
Σε συναντήσεις δίχως λόγο
Απαξίωση νοήματος
Απελευθέρωση του σημείου
Φόβος προς στιγμή
Στο άγγιγμα των χεριών
Σώματα να μιλούν μεταξύ τους μυστικά
Στη θάλλασα του χώρου
Πηχτός χώρος
Αδιαπέραστος χώρος
Εκεί όπου αρχίζουν οι άρρητες φράσεις να ηχούν
Σε κοιτάζω για να με κοιτάξεις – Με κοιτάζω για να σε κοιτάξεις
Σε αγγίζω για να με αγγίξεις – Με αγγίζω για να σε αγγίξεις
Σε θέλω για να με θέλεις – Με θέλω για να σε θέλεις
Σε αγαπάω για να με αγαπήσεις – Με αγαπάω για να σε αγαπήσεις
Σε τρώω για να με φας – Με τρώω για να σε φας
Άγγιγμα διαπεραστικό
Κινήσεις που διαμελίζουν σάρκες και παρελθόν
Παλλόμενες καρδιές ασφυχτιούν
Που είμαστε;
Παντού, πουθενά;
Σε χορούς εικόνων στοβίλων που χάνονται στο άπειρο
Συναντήσεις σε κέντα άκεντρα του εγώ
Άνοιγμα τρομαχτικό
Μια αγκαλιά , μια ματιά πέρα από τον καθρέφτη
Οι σκιές ζούν πιο ζωντανά
Οι σκιές είναι
Ζώντας μαζί
ρόζα
… κράτα με σφιχτά, κράτα με συνέχεια, κράτα με και μην κουραστείς ποτέ… είσαι εσύ, αυτός που τόσα χρόνια περιμένω, αυτός που εύχομαι να συναντήσω στο δρόμο μου το συντομότερο…
… το ξέρω ότι έρχεσαι, είμαι σίγουρη γι’ αυτό… ελπίζω μόνο να μην είσαι μακριά… έλα γρήγορα… επιτάχυνε… δε μπορώ άλλο μόνη μου… έχω κουραστεί… τη βαρέθηκα τη μοναξιά μου, δεν τη θέλω άλλο, δε μπορώ άλλο να τη συναντώ μπροστά μου…
….κάθε βράδυ που πέφτω για ύπνο, κάθε πρωί που ξυπνώ, κάθε φορά που ανοίγω το παράθυρο και θαυμάζω το γαλάζιο του ουρανού και το μπλε της θάλασσας, κάθε φορά που βλέπω τα πουλιά να πετάνε ή να κελαηδούν, κάθε φορά που τα σύννεφα τρέχουν, κάθε φορά που ο ήλιος ανατέλλει και κάθε φορά που δύει, κάθε φορά που κοιτώ το φεγγάρι και χαζεύω τα αστέρια, κάθε φορά που γελώ καθώς χάνομαι στην αστερόσκονη, κάθε φορά που νιώθω τον αέρα στο πρόσωπό μου, τον ήλιο στο δέρμα μου, τη βροχή στα μαλλιά μου και το παγωμένο χιόνι στα χέρια μου, κάθε φορά που ακούω τις αγαπημένες μας μουσικές, κάθε φορά που οδηγώ με 100 km/h, κάθε φορά που ταξιδεύω με πλοίο, κάθε φορά που βλέπω τα γλαροπούλια να το ακολουθούν και τη θάλασσα να ασπρίζει πίσω του, κάθε φορά που μπαίνω σε αεροπλάνο και φοβάμαι, κάθε φορά που διαβάζω κάτι όμορφο, που βλέπω κάτι θαυμαστό ή ακούω κάτι αστείο, κάθε φορά που περπατάω στην πόλη, κάθε φορά που κάνω βόλτα στη φύση, χαζεύω την τελειότητά της και προσπαθώ να την αφουγκραστώ, κάθε φορά που τρώω παγωτό, κάθε φορά που εντοπίζω παλιές ξεχασμένες φωτογραφίες, κάθε φορά που πετυχαίνω κάτι, κάθε φορά που μαγειρεύω, κάθε φορά που βλέπω μια ωραία ταινία, κάθε φορά που αγοράζω καραμέλες ,κάθε φορά που αλλάζει η εποχή, κάθε φορά που βλέπω κάτι που θα σε θυμίζει, κάθε φορά που πάω ταξίδι, κάθε που επιστρέφω κουρασμένη από αυτό, κάθε φορά που κάνω σχέδια, κάθε φορά που ονειρεύομαι, κάθε φορά που γελάω δυνατά, κάθε φορά που κλαίω γοερά, κάθε φορά που δακρύζω από λύπη ή απλά βουρκώνω από χαρά, κάθε φορά που τρομάζω, κάθε φορά που πονάει το σώμα μου, κάθε φορά που πονάει η ψυχή μου, κάθε φορά που ματώνω, κάθε φορά που αιμορραγώ, κάθε φορά που ανατριχιάζω, κάθε φορά που τρέμω καθώς σε σκέφτομαι δίπλα μου, κάθε φορά που ονειρεύομαι, κάθε φορά που ξαπλώνω και σφίγγω δυνατά το μαξιλάρι μου, κάθε φορά που ψάχνω τη μυρωδιά σου, κάθε φορά που θα αγαπάω ότι αγαπάς και θα θέλω ότι θέλεις, κάθε φορά που θα αγαπάς ότι αγαπώ και θα θέλεις ότι θέλω, κάθε φορά που σου γράφω, κάθε φορά που σου μιλάω και ας μη με ακούς, κάθε φορά που σ’ αγαπάω και ας μην το ξέρεις, κάθε φορά που σε κοιτάω μα δε σε βλέπω…
… θέλω να μοιραστώ το κάθε μου δευτερόλεπτο, την κάθε μου ανάσα, όλες μου τις εικόνες, όλα μου τα χτυποκάρδια, θέλω συνοδοιπόρο, συνταξιδιώτη… εσένα που θα μου πιάσεις το χέρι και θα με βγάλεις στο φως, εσένα που θα μ’ αγαπάς γι’ αυτό που είμαι και δε θα σταματήσεις ποτέ να μου το λες, εσένα που θα γιατρεύεσαι από το φιλί μου καθώς εγώ θα παίρνω ζωή από αυτό…
… τη συνήθισα τη μοναξιά μου, την αγάπησα, συμβιβάστηκα μαζί της, κάναμε καλή παρέα για πολλά χρόνια… τη σιχάθηκα πια… όσο κι αν την αγαπώ, όσο κι αν την αποζητήσω, όσο κι αν είναι κομμάτι της ζωής μου και μάλιστα μεγάλο, της δίνω μια να πάει πέρα… κι ακόμα παραπέρα… και καθώς αυτή απομακρύνεται, έρχεσαι εσύ… ένα βήμα δικό της, δύο δικά σου, τρία δικά μου… λίγο ακόμα… σε φτάνω…
χρήστος
“γεννιόμαστε μόνο μέσα σε παρανοήσεις και, όσο υπάρχουμε, δεν βγαίνουμε πια απ’ αυτές τις παρανοήσεις, κι ας κοπιάσουμε όσο θέλουμε, δεν ωφελεί σε τίποτε…Μια παρανόηση μας βάζει στον κόσμο των παρανοήσεων, που τον έχουμε συναρμολογήσει μόνο από καθαρές παρανοήσεις για να τον υπομένουμε, και εμπιστευόμαστε πάλι μόνο μια μοναδική μεγάλη παρανόηση γιατί ο θάνατος είναι η μέγιστη παρανόηση, μου είπε, σκέφτηκα.”
Τόμας Μπέρνχαρντ, Ο Αποτυχημένος
«To be free one must give a little part of himself»
Hedwig and the angry inch, OST
Η ώρα είναι κοντά δώδεκα και ετοιμάζεται για το αγαπημένο του βραδινό κυνήγι. Κοιτάζεται στον καθρέφτη, δεξιά και αριστερά. Τα μάτια του ανοίγουν στις γωνίες τους βλέποντας να ξεπροβάλλουν περίεργες αλλά φίλιες σκιές. Οι κόρες του είναι ακόμα μεγάλες, ωκεανοί και πυρωμένο κόκκινο από τις ώρες του χθες. Κάπου είχε χαθεί, δεν θυμάται που, αλλά δεν έχει σημασία - κάπου φορώντας τις δερμάτινες στολές του νυχτερινού πόθου. Βλέπει και τα σημάδια στην πλάτη του, ακόμη έντονα, και του θυμίζουν εκείνο το κάτι που έζησε χωρίς πολλά πολλά. Απλά.
Φτύνει στη λεκάνη πράσινο και κοιτάζει την αντανάκλαση που σχηματίζει μια γνωστή μορφή στο βρώμικο νερό στο βάθος. Το φεγγάρι έξω έχει ανατείλει από τη δική του μεριά και για τους δικούς του λόγους – ποιος νοιάζεται; Παρόλα αυτά! Το φως του τον ελκύει με ευχαρίστηση περισσή στην αντανάκλαση στο τραπέζι. Φοράει τις μπότες, μαύρες, έτοιμες για σίγουρα βήματα. Ένα μπλουζάκι με στάμπα ένα τρίγωνο και από πάνω ένα μαύρο δερμάτινο μπουφάν.
Ο έντονος ρυθμός ενός ψιθύρου ηχεί χωρίς τέλος στην άκρη του τραπεζιού. Μια λευκή γραμμή ηθικού είναι έτοιμη να παίξει και αυτή στο νου του. Βάζει και μια γουλιά αλκοόλ στις φλέβες του για πιο άμεσα αποτελέσματα. Οι καραμέλες για το ταξίδι βρίσκονται στην τσέπη του. Ρίχνει μια τελευταία ματιά στην μπλε οθόνη του υπολογιστή και του φαίνεται πως ένας στίχος γράφεται...για να σβήσει γρήγορα μαζί με το οφ της οθόνης.
Περνάει τη βαριά μεταλλική πόρτα του κλαμπ. Πίσω του κλείνει τον κόσμο όπως ελπίζει κανείς συνήθως να είναι. Δίνει το αντίτιμο, και έτσι ακολουθεί τη γραμμή του νου του. Δύναμη, λέει ψιθυριστά στον εαυτό του.
Γεια! Γεια σου και εσένα, τι γίνεται; Πολλαπλοί χαιρετισμοί ανάμεσα σε γνωστά και μη πρόσωπα, ενίοτε ακουμπώντας τα. Περνάει ανάμεσά τους αλλά δεν τους νοιώθει. Νομίζει; Στο βάθος βρίσκεται μια γυμνή μπάρα που αναμένει την παραγγελία του. Δίνει τη ματιά του και παίρνει ένα υγρό σε πράσινο γυαλί.
Το φως ενός προβολέα μοιάζει να τον παρακολουθεί. Ιδέα του; Δεν ξέρει ποιο θα είναι το επόμενο βήμα του, και καλά κάνει. Ένας ακόμη γνωστός και ακόμα ένας και άλλος και άλλος. Πού τους ξέρει; Δεν έχει σημασία.
Η μουσική αρχίζει να περνά στο αίμα του. Οι φλέβες τινάσσονται σε ρυθμό δικό τους. Τα χείλη του αποκτούν ένα στραβό μειδίαμα και τα μάτια του βλέπουν ένα δεύτερο κέντρο πίσω από το κέντρο τους. Ένα ακόμη τσιγάρο ανάβει στα χείλη του και ένα ακόμα χέρι τον ακουμπάει στην πλάτη. Γυρνάει το κεφάλι του απότομα προς τον υπαίτιο. Ανακαλύπτει πως είναι μια ακόμα ματιά, βαθιά, φοβισμένη αλλά και συνηθισμένη. Βαριέμαι, σκέφτεται, και γυρνάει. Να ρωτήσει κάτι...ποιον και τι;
Δεν ξέρει την ώρα. Αλλά θέλει μια καραμέλα να τον γλυκάνει στο χάσιμό της. Την γλύφει γρήγορα και μαζί καταπίνει μια γουλιά υγρό για να τη βοηθήσει στην ειδική της δράση. Ακολουθεί το ρυθμό στα πόδια του. Τα μάτια του σκανάρουν όλα και καθετί και καθέναν τριγύρω του. Σιγά σιγά όλα αρχίζουν να έχουν ένα νέο περίγραμμα, πιο φωτεινό και πιο δικό τους. Βλέπει τα σώματα να τον πλησιάζουν όλο και πιο κοντά, και η ένταση του φέρνει ιδρώτα σε κάθε σημείο του σώματός του. Ξαφνικά νοιώθει σα να βρίσκεται κάποια χιλιοστά πάνω από το πάτωμα. Πετάει. Η καραμέλα έκανε καλή δουλειά!
Είναι η ώρα να χαθεί σε όλα, σε ρυθμό, σε καπνό, σε αλκοόλ, σε αγγίγματα, σε ματιές, σε χαμόγελα, σε φιλιά, σε κόκκινες διαθλάσεις, σε σπερματικά υγρά, σε φώτα, σε όσα φοβάται και σε όσα φοβάται να φοβάται! Ελπίζει σε ηδονές πρώτες και ακραίες. Θέλει να σκίσει την καρδιά του από το στήθος του και να τη δώσει δώρο, αλλά δεν ξέρει πώς και δεν ξέρει πού...Χάνεται! Και, ρε γαμώτο είναι τέλεια. Χορεύει εκτός εαυτού και παντού, ενώ στο νου του δέντρα χρυσά ή πορφυρά γεννιούνταν και εκείνος τριγύρω τους, κραυγή ζωής ή και πάντως δίχως ελπίδα για κάποιο όμορφο αύριο! Ευτυχώς! Δεν υπάρχει αύριο, μόνο τώρα ή ότι είναι αυτό τέλος πάντων!
Κενή στιγμή και τότε η ματιά του κεντράρει σε αυτή. Βρίσκεται στη γωνία εκεί κάπου στο βάθος, και τον κοιτάζει με βλέμμα χαμένο αλλά τόσο διαπεραστικό μαζί που μοιάζει σα να τρυπάει, αυτόν και τον τοίχο πίσω του. Έχει ασυνήθιστη μορφή. Συνεχίζει να την κοιτά. Προσέχει πλέον κάποιες λεπτομέρειες επάνω της. Είναι ψηλή και με μακριά μαύρα μαλλιά. Το πρόσωπό της έχει έντονα χαρακτηριστικά που ίσως να οφείλονται στο makeup, σκέφτεται. Φοράει εφαρμοστό μαύρο φόρεμα που φτάνει μέχρι τις επίσης μαύρες και γυαλιστερές μπότες της. Τα νύχια στα λεπτά της χέρια είναι βαμμένα σε βαθύ μπλε χρώμα που τονίζουν το μάλλον αφύσικο μήκος τους. Τον κοιτάζει μα το χαμόγελό της, που όμως τον μπερδεύει. Κάτι ανάμεσα σε ασυνήθιστη πρόσκληση, ειρωνικό μειδίαμα και κάλεσμα σε κάτι επικίνδυνο. Αποφασίζει να εστιάσει προς τα μάτια της και για μια στιγμή έχει την αίσθηση πως κάτι σα φλόγες ξεπηδούν από τις κόρες τους.
Τον πλησιάζει με αργό και σίγουρο βηματισμό. Με μια χορευτικά αρμονική κίνηση του προτείνει το δεξί της χέρι λέγοντας του το όνομά της. Μαράϊχαν. Αν και ξενικό, του φάνηκε πολύ γνώριμο. Δεν θέλησε να τη ρωτήσει περιττές και τυπικές λεπτομέρειες, και απλά της έδωσε και το δικό του χέρι. Εκείνη το πιάνει και το ακουμπάει στο δεξί της μάγουλο λέγοντας του:
«Θέλετε να με ξεχάσετε, τόσοι πολλοί θέλετε να με ξεχάσετε σκοτώνοντας με. Για τόσους αιώνες, με χιλιάδες μέσα, όπλα και σοφιστείες κάθε είδους. Ποτέ σας δε με ακούσατε στη βοή της ζωής που φέρνω πιο πριν από το χρόνο που ξέρετε. Ποτέ δε μου δώσατε μια ευκαιρία. Εσύ, θες να δώσεις και στους δυο μας μια ευκαιρία; Θες να σου δείξω τον κόσμο μου; Θες να γίνουμε φίλοι;»
Οι φράσεις αυτές, αν και απρόσμενες από τη γυναίκα αυτή δεν τον φόβισαν, μόνο ένοιωσε ανήσυχα Τι είχε να χάσει, έτσι και αλλιώς. Άντε μια ακόμη περίεργη που γυρνάει τη νύχτα αναζητώντας κάπου να μιλήσει. Αν και βέβαια η φράση της για τη βοή της ζωής από – δεν θυμάται πότε, του έκανε εντύπωση. Κοιτώντας τα μάτια της , ψιθυρίζει «γιατί όχι;»
Τον πλησιάζει ακόμα πιο πολύ και αγγίζοντας τις παλάμες των χεριών του τον οδηγεί σε ένα διαφορετικό χορό. Αρχίζουν να στροβιλίζονται μέσα στα σκούρα φώτα και στον καπνό, όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα έως που χάνει την αίσθηση του τι υπάρχει γύρω του. Τώρα πλέον είναι αυτός και η γυναικεία μορφή, μόνοι σε έναν χώρο γεμάτο ήχους και χρώματα και σκιές από αναρίθμητα σώματα. Ταξιδεύουν μέσα σε χώρες και διαστάσεις που δε θυμίζουν σε τίποτα τα όσα ξέρει.
Ταξίδι μαζί, και είναι όμορφο, και φτάνουν εκεί, στην άκρη, μαζί με χέρια αρνήσεων και εικόνες, και εκεί βρίσκονται και οι δύο…Στην άκρη του βράχου, λίγα εκατοστά πριν το βήμα προς ένα απερίγραπτα σκοτεινό βάραθρο, στέκει εκείνη και αγέρωχα του λέει:
«Το κενό που νοιώθεις είναι απλά το ανεστραμμένο όνειρο όλων σας. Σε αυτό όλοι είστε παγιδευμένοι, μια κατάρα που σας κυνηγά εδώ και αιώνες και για πάντα. Εκεί, όπου οι πόθοι σας αποχτούν την αστεία γλυκύτητα του ρομαντισμού σας, εκεί είμαι εγώ να σας δείξω την αλήθεια που καταστρέφετε. Αυτό που λέτε αγάπη, αυτό που ονομάζετε έρωτας ανάμεσα στα αρωματισμένα σώματά σας δεν είναι παρά οι πληγές που σας έκανα δώρο κάθε φορά που θελήσατε να με σκοτώσετε. Το δώρο μου μαζί με τη λήθη του εαυτού σας και το βάσανο για ένα κάτι που θα έρθει αλλά που ποτέ δεν το φτάνετε. Με αρνιθήκατε , με λιδωρίσατε αλλά ποτέ μα ποτέ δεν καταφέρατε να με ξεχάσετε. Είμαι μέσα σας και με αντιπαλεύεστε, τόσο μικροί και θνητοί, και εγώ σας δίνω άφθονα τα δώρα μες τα δάκρυα των ερωτευμένων σας ονείρων, μέσα στη βία των ονείρων τους, στην απουσία του άλλου που πάντα αναζητάτε, σκοπό ζωής σας. Στο ντελίριο και την τρέλα που προκαλεί το ψεύδος που σας ποτίζω απλόχερα. Δεν είναι τιμωρία, είναι απλά η λήθη, η δική σας, η προδοσία σας, η τύφλωσή σας από το φως των νέων σας θεών. Είναι ο τρόμος σας απέναντι στην αλήθεια που κρύβετε καλά...Και όμως, αν θες, εσύ, αν θες εσύ, αν θες...δες με και δέξουμε με μέσα σε κάθε σου κομμάτι - ελάχιστο. Νοιώσε την ανάσα μου, στην αρχή καυτή μετά να σε δροσίζει. Άκου το εκκωφαντικό γέλιο μου, για να ακούσεις τη μουσική των αστεριών. Άφησε το δηλητήριό μου να κυλίσει μέσα σου...και θα ξαναγεννηθείς.
Δεν θέλει να την ξεχάσει. Ποτέ του. Είναι ένα του κομμάτι του, η φίλη του, αυτή που του έδειξε ό,τι πραγματικά έχει μέσα του. Αυτή που έχουν διώξει και κατηγορήσει. Το τέρας και το ψέμα, λένε! Μαζί της όμως χορεύει σε χορό και χορούς και σε όλα. Είναι η μητέρα του, είναι εκείνη που θα φέρνει τα δάκρυα της ζωής αλλά και όχι μόνο. Σε κάθε του όνειρο θα είναι εκεί η σύντροφος και η οδηγός. Η αγάπη της είναι όχι ηρεμία, όχι σοφία, όχι θαλπωρή...Απλά αποδοχή! Παρέα με τιτάνες από άλλες εποχές και την αλήθεια της σάρκας των ερπετών, πάντα. Έξω, λυτρωμένος, λέγοντας το ναι στο τέρας που γίνεται μορφή απαστράπτουσα. Είναι η γνώση πέρα, εκείνη που λέει τη λέξη και αν και φοβίζει τραγουδάει όμορφα το καθετί.
Ας χορέψουμε μέχρι να χαθούμε. Είσαι όμορφος, είσαι όμορφη, είμαστε καθετί. Το ξέρεις γλύκα μου εσύ; Σε γουστάρω όσο δεν πάει, σε θέλω ρε συ! Δεν ξέρω τι αγγίζω. Εκεί, μετά το βήμα δεν έχει καμία σημασία. Επιστροφή...ποτέ πια όπως παλιά. Δεν είναι όνειρο, δεν είναι όνειρο!
τι ήθελα να γίνω, όταν θα μεγάλωνα
ρόζα
… φως, πεύκα, ήχοι, παραμύθια, "ελληνικό", Ζάππειο… κομμώτρια, παρουσιάστρια ειδήσεων, μπαλαρίνα, πιανίστα, δασκάλα αγγλικών, μπαλαρίνα, γέλια, εκδρομές, Κυριακές στην εξοχή, παππούς, γιαγιά, Δημήτρης, Παναγιώτα, Γιάννης, Κατερίνα, αγάπη στην καρδιά, αγάπη παντού, ήλιος, θάλασσα, βόλτες με το αυτοκίνητο, κασέτες του Πάριου και του Γιοκαρίνη, σπίτι, Tchaikovsky, Στρουμφάκια, Τρεις Χάριτες, πιγκουινάκια, "Τα παπάκια στη σειρά", έκθεση ζωγραφικής, μπαλέτο, μεταμφιέσεις, μάθημα αγγλικών, κιμωλία στον τοίχο, κιμωλία στην ντουλάπα, σκόνη στα χέρια, Άκης, Αντιγόνη, πάνινο τσαντάκι, ποτηράκι σπαστό πορτοκαλί, μυρωδιά μπισκότου, FIAT-άκι, ζωγραφιές στον τοίχο… φόβος απώλειας αγαπημένων προσώπων, τρόμος, δυνατό κλάμα, λυγμοί και αναφιλητά, σφίξιμο στην καρδιά και στο στομάχι, άγχος, ύπνος, φως της καινούριας ημέρας, ηρεμία…
… δημοτικό, εκδρομές στην Καισαριανή, κρυφτό, μήλα, σκοινάκι, καραμέλες βουτύρου, παγωτό χωνάκι, κουλούρι, παγωμένο νερό, κρύα χέρια, κασετίνα με μαγνήτη, ξύλινα μολύβια, το πρώτο μου μηχανικό, Παναγιώτα, ηρεμία, καλλιτεχνικά, τραγούδι, χορωδία, ποιήματα, γαλλικά, αλλαγές, γυμνάσιο, αλλού, μακριά, καλύτερα;?, Άλκηστη, Αγγελική, Χρήστος, ανώμαλος δρόμος, μπάσκετ, χορωδία ξανά, εκτός τάξης λόγω τσίχλας, γέλια, καλοκαίρια, 20ήμερες διακοπές, Δημήτρης, Παναγιώτα, Γιάννης, Κατερίνα, απλωτές, ξαπλωτές, ήλιος, ηλιοκαμένο δέρμα, βοτσαλάκια…
… Σεπτέμβρης, σχολείο ξανά, Χρήστος, έρωτας, αμφιβολία, χαρά, αγωνία, πόνος, συνέπεια, διάβασμα, πολύ διάβασμα, Μανώλης, ασκήσεις οργανικής, Χρήστος, Βιολογία, καύσωνας στην Αθήνα, διάβασμα, χτυπημένος αστράγαλος, πρόγραμμα, διαγωνίσματα Κυριακή, 3ωρα, ομαλή πορεία, Β’ Λυκείου, 14 μαθήματα, Γ’ Λυκείου, 13 μαθήματα, άγχος, στιγμιαίος πανικός, στομάχι κόμπος, φωτογραφία με ροζ χείλη και γαλάζιο μοχέρ ζακετάκι…
… καλοκαίρι 2000, Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών Αριστοτελείου, βαλίτσες, Τούμπα, καζαντιπί, κλάμα, Προξένου Κορομηλά, "Νερό που καίει", Δημήτρης, Άννα, Άθωνος, Αριστοτέλους, Αρμενοπούλου, 542, βιβλιοθήκη, εργαστήρια, θέμα Γεωδαισίας, παραλία, υγρασία, Βαρδάρης, Τερκενλής, μπουγάτσα, Κάστρα, αμφιβολία, Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Θεσσαλονίκη, φοβίες, πόνος, μοναξιά, κλάμα, απόγνωση, Εγνατία, Δημήτρης, ξενύχτια, ταινίες, Ξάνθη, Μύκονος, Μέτσοβο, Αράχωβα, Ισπανία, μαγειρέματα, 21, ρεμπετάδικο, Figaro, έρωτας, έρωτας, αγάπη, φυγή, δάκρυα, φίλοι πραγματικοί, ανάσα, μαθήματα ξανά, κι άλλα, εργασίες, φωνές, τάβλι, θερινό σινεμά, κουβέντες ως τις 6 το πρωί, ζεστό κρουασάν σοκολάτας, 12ωρα ύπνου, Τσιμισκή, μπαλαρίνες, βραχιόλια, Ραφήνα, καλοκαίρι, Σαντορίνη, πόνος, επιμονή, υπομονή, αγάπη, Θεσσαλονίκη, εξετάσεις, διάβασμα, αποχωρισμός, σωτηρία, μαθηματικά, Θοδωρής, ανάσα, ζωή, αγάπη, ενδιαφέρον, φως, ελπίδα, διάβασμα, πτυχίο, γλέντια, χαρές, γέλια, φίλοι, αγκαλιές, μετακόμιση, Αθήνα, ανακούφιση, κι άλλα γλέντια, αγάπη παντού, ταξίδια, εκδρομές, ηρεμία, σεμινάρια, κι άλλα σεμινάρια, δουλειά προσωρινή, Θεσσαλονίκη, Θοδωρής, σύννεφα, αγάπη, χαμόγελο, αγκαλιά, ζεστό βλέμμα, λόγια μοναδικά, Αθήνα, χαρές, ευτυχία, δουλειά, η πρώτη άδεια…
… Απρίλιος 2009 και το μόνο που ξέρω είναι ότι κάθε μέρα εύχομαι να νιώσω κάποια στιγμή ξανά όπως εκείνο το κοριτσάκι της φωτογραφίας που έχω κολλήσει πάνω από το κρεβάτι μου… που γελάει και χορεύει, ξένοιαστο και ανέμελο με χαρά μέσα του και αγάπη παντού τριγύρω. Ακόμα σκέφτομαι τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω…
… ένα το όνειρο και η λαχτάρα η μεγάλη : να γίνω σύντροφος και μητέρα. Να δημιουργήσω τη δική μου οικογένεια, να δώσω και να πάρω αγάπη… και να ζήσω από την αρχή, ξανά, καλοκαίρια, εκδρομές, 20ήμερες διακοπές, θάλασσα, αλμύρα στα χείλη… με ανθρώπους που δε θα με προδώσουν ποτέ και που θα ανοίγουν την αγκαλιά τους για εμένα όποτε κι όσες φορές τους το ζητήσω. Ουτοπία; Για το κοριτσάκι της φωτογραφίας, όχι…
χαρά
Αστροναύτης, Πιλότος, Φωτογράφος, Πολιτικός, Συγγραφέας… Διάφορες εικόνες, διαδοχικές επιθυμίες, που δεν αντικατοπτρίζουν, παρά διαφορετικές στιγμές εξέλιξης, διάφορες φάσεις συναισθηματικής ανάπτυξης.
Πρώτη φορά αναρωτιέμαι, εάν υπάρχει κάτι κοινό σε όλα αυτά που ονειρεύτηκες κάποτε να κάνεις, αλλά και σε αυτό που επέλεξες να ασκήσεις, ως επάγγελμα.
Δηλώνει, άραγε, Κάτι, αυτό που κάνουμε, σε σχέση με αυτό που είμαστε, αυτό που κουβαλάμε μέσα μας;
Πόσο ελεύθερη επιλογή είναι το επάγγελμα;
Οι απαντήσεις ίσως ποικίλουν. Οι επιλογές, πάντως, δείχνουν. Δηλώνουν ανάγκες, επιθυμίες, προσδοκίες – συνειδητές ή ασυνείδητες. Όλοι την έχουμε αυτή τη γνώση. Όλοι καλούμαστε να αποφασίσουμε για τα εφόδια της επαγγελματικής ζωής, σε ηλικία ακατάλληλη. Τότε που ελάχιστα γνωρίζουμε για τον εαυτό μας και η εσωτερική φωνή συχνά καθοδηγείται από τις εικόνες του περιβάλλοντος, εικόνες που γίνονται δικές μας, χωρίς να είναι, καθορίζουν τη ζωή μας, χωρίς στην πραγματικότητα να μας εκφράζουν.
Τυχεροί, όσοι αποφασίζουν ελεύθερα, αν σκεφθούμε, πόσες ζωές παραμένουν άνυδρες, άχρωμες, εξαιτίας άστοχων επιρροών.
Τώρα το βλέπεις. Ξεκάθαρα. Όσα κατά καιρούς επιθύμησες, απεικονίζουν όσα είχες μέσα σου, όσα εξακολουθούν να σε συνοδεύουν σήμερα, προσαρμοσμένα πλέον στις συνθήκες που διαμόρφωσε το τυχαίο.
Είναι αυτά που ονειρευόμαστε να γίνουμε, κομμάτια του εαυτού μας; Εμφανίζονται, αναλόγως των συνθηκών και ύστερα χάνονται κάπου βαθιά μέσα μας;
Ταξίδι στ’ αστέρια, στο άπιαστο, στο άπειρο, στο όνειρο, πόσα ακόμη παιδιά επηρέασε η εποχή της απόβασης στη Σελήνη…
Πέταγμα στον ουρανό, «όταν κοιτάς από ψηλά, μοιάζει η γη με ζωγραφιά…», ελευθερία, ομορφιά, απόλαυση, για πολύ καιρό αναρωτιόσουν ασταμάτητα, πώς θα μάθεις να πιλοτάρεις!
Αγαπημένα Πρόσωπα, Όμορφες Στιγμές, στην εφηβεία σου και αρκετά αργότερα, διαρκώς επεδίωκες να τα αιχμαλωτίζεις στη φωτογραφική σου μηχανή, θαρρείς και έτσι, δεν θα σου έφευγαν ποτέ…
Αναζητήσεις γύρω από τα συλλογικά, περιέργεια για την ελληνική και την ευρύτερη, διεθνή κοινωνία και επικοινωνία, μια έλξη για εξερεύνηση και επαφή με άλλους ανθρώπους και πολιτισμούς, σε ώθησαν αβίαστα σε αντίστοιχα μονοπάτια γνώσης.
Αποτύπωση στο χαρτί, κάθε συναισθηματικής χίμαιρας, από μικρό κορίτσι και όμως, καθόλου δεν σκεφτόσουν να γίνεις συγγραφέας.
Μια αέναη διαδρομή, σε διαδοχικές φάσεις, που σε οδηγεί να συνθέτεις όλες τις πλευρές, για να γίνεις ακέραιος, ολόκληρος, άνθρωπος…
το πιο αγαπημένο αντικείμενο που έχασα ποτέ
μάρω
Ηταν τελη ιουλιου του ΄97.
Αρκετη ζεστη. Θυμαμαι εκεινα τα τζιτζικια σε τρελη εξαψη. Ακομα και το βραδυ,καποια
καλοκουρδισμενα σε κανανε να σκεφτεις τι σε περιμενει την επομενη μερα.
Κατω απο το σκεπαστρο της αυλης,το μονο παρηγορο εκεινη την ωρα ηταν το λαστιχο της
βρυσης. Να το ανοιξω,και να το κλεισω ξανα…αρχες Σεπτεμβρη.
Λυπομουν κι εκεινα τα εργαλεια,αραδιασμενα στην αυλη.Ευτυχως τελειωναμε μαζι τους
κι αυτα μαζι μας. Θα τα βοηθουσαμε να μπουν στην αποθηκη,μεχρι την επομενη φορα
που θα ζητουσαμε τη βοηθεια τους.
Υπερηφανα κι αυτα μαζι μας,για την ομορφη κατασκευη που φτιαξαμε.
Μια πορτα,απο παλιο ψυγειο παγου την καναμε καθρεπτη.
Καθως μαζευα τα εργαλεια,σκεφτομουν τη χρηση του καθενος και τι θα κανω τοσα
εργαλεια,πως θα τα χρησιμοποιησω οταν καποτε δεν θα υπαρχει ο πατερας μου.
Ιδρωτας σταζει απο παντου..ποσο μαλλον οταν εισαι σε κινηση για να ετοιμασεις εκεινον
να τακτοποιησεις τις αποσκευες-για το ταξιδι που θα εκανε σε λιγη ωρα.
Ηπιαμε τον καφε μας,δοθηκαν οι τελευταιες οδηγιες κι αρχισαν οι αγκαλιες..
Αγκαλιες αγκαλιες αγκαλιες,φιλια φιλια,παλι αγκαλιες παλι φιλια.
Η αγαπη του μπαμπα για την κορη,η αγαπη της κορης για τον μπαμπα στεγνωνει τον
οποιο ιδρωτα!
-Αντε να φυγεις,θα σε βρει η νυχτα στο δρομο
σε λιγες μερες θα ξαναρθεις με τη μαμα. Κανεις λες και δεν θα με ξαναδεις ποτε!
Αγκαλιες φιλια αγκαλιες,μεγαλη λαχταρα. Κι εφυγε…
Κι ετρεξα απο την πισω μερια του σπιτιου για να βλεπω στο δρομο.
Ανεβηκα πανω σε μια πετρινη μαντρα και χαζευα το αμαξι να φευγει.
Τον χαιρετουσα,μεχρι που το αμαξι χαθηκε μεσα στο πρασινο μεσα σε κατι καρυδιες.
Καλο δρομο,ωρα καλη!!
Τα εργαλεια στην αποθηκη,για καποιο καιρο δεν χρησιμοποιηθηκαν απο κανεναν.
Δεν υπηρχε ορεξη,δεν υπηρχε διαθεση.
Τη μερα που ειδωθηκαμε ξανα,εκανα την αποθηκη φυλλο και φτερο.
Ο ασβεστης πηρε φωτια.Κατασπροι οι τοιχοι,μαυρους τους εβλεπα.Και δωστου μεχρι να
φανερωθει το ασπρο. Συστηθηκαμε απο την αρχη,αφου μ’ενα τροπο επρεπε να γνωρισουν
τη νεα τους ιδιοκτητρια. Ανακαλυψα διαφορα που δεν τα θυμομουν κι αλλα που δεν
χρειαστηκε να συναντησω ως τοτε.
Βρηκα κι ενα απο τα δυο βαλιτσακια,οταν καναμε τα βραδυνα μας ψαρεματα.
Το ανοιξα,χαμογελασα και αρχισα να κλαιω με πονο,με παραπονο.
Αρχισα να θυμαμαι..αγκιστρια,μπλεγμενες πετονιες,κουβαδες αδειοι,κουβαδες γεματοι
αλμυρα,φεγγαρι,αστερια.
-Νομιζω οτι επιασα ψαρι και ειναι μεγαλο μαλλον!
-Εγω κορίτσι μου,νομιζω οτι εχεις πιαστει στη δικη μου πετονια εδω και ωρα!
Εψαξα και το δευτερο βαλιτσακι,αλλα δεν το βρηκα πουθενα. Λες κι ειχε ανοιξει η γη και το καταπιε. Εψαξα αλλου,εψαξα παντου..Κι αρχισα να θυμωνω. Μεχρι που θυμηθηκα.Το ειχε δανεισει ο πατερας μου σε καποιον γνωστο.
ην ιδια στιγμη πηγα και τον βρηκα. Με κερασε βυσσιναδα και για λιγη ωρα κουβεντιασαμε
τα νεα μας. Του θυμισα το βαλιτσακι με τα συνεργα του ψαρεματος.
Του πηρε λιγη ωρα μεχρι να θυμηθει και με περισσεια απαθεια μου ανακοινωσε οτι το
πεταξε επειδη δεν εκλεινε καλα.
-Ηταν παλιατζουρα μορε τι το ηθελες;
Εφυγα. Το πεταξε!
Περπατουσα με τα χερια στις τσεπες και τα ματια μου σταζανε
τη βυσσιναδα,που τρεις γουλιες προλαβα να πιω. Το πεταξε,γιατι δεν εκλεινε καλα!!
Και τα’βαλα με κεινον,που πεταξε το βαλιτσακι μου.
Τα’βαλα και με μενα,που τρεχει η σκεψη μου πριν τα γεγονοτα..
«Τι θα κανω τοσα εργαλεια,και πως θα τα χρησιμοποιησω οταν καποτε δεν θα υπαρχει
ο πατερας μου;»
Αγκαλιες αγκαλιες,φιλια φιλια,γελια γελια,εικονες,στιγμες,δυσκολα,ευκολα,λογια,αγαπη
πολλη αγαπη,υπερβολικη αγαπη…
Δεν τον ξαναειδα απο τοτε.Τουλαχιστον οπως θα ηθελα.
Τελευταια φορα,αναμεσα στα φιλια,τις αγκαλιες,τον ιδρωτα..στο δρομο..
να χανεται αναμεσα στις καρυδιες.
Κι εγω πανω στην πετρινη μαντρα…!!!
χαρά
27 Ιανουαρίου 1983. Η ημερομηνία που απέκτησε το δίπλωμα οδήγησης. Πριν καλά-καλά κλείσει τα 19 της χρόνια. Έμαθε τα απαραίτητα με τον δάσκαλο, δίσταζε όμως να ξεχυθεί στην άσφαλτο, με το τιμόνι στα χέρια. Το αυτοκίνητο του πατέρα της ήταν μεγάλο, δυσκίνητο και αρχαίο, με τις ταχύτητες επάνω, δίπλα στο τιμόνι, εκείνη είχε διδαχθεί σε μικρό, ευέλικτο και σύγχρονο μοντέλο και αυτό την προβλημάτιζε. Πώς θα συνήθιζε; Θα τα έβγαζε πέρα με τη «μαούνα»;
Ο πατέρας της, πάλι, ευχαριστημένος, φαινόταν να διασκεδάζει με τις ανησυχίες της και την ωθούσε να δοκιμάσει, ενθαρρύνοντάς την διαρκώς. «Δεν σε φοβάμαι καθόλου», τη διαβεβαίωνε και συμπλήρωνε: «Άσε που, άμα μάθεις με αυτό το αμάξι, όλα τα άλλα θα σου φαίνονται παιχνιδάκι».
Όταν θα το διαπίστωνε, εκείνος θα είχε φύγει από τη ζωή. Δεν θα μπορούσε πια να του ομολογήσει, πόσο δίκιο είχε…
Σύντομα, χάρη στην επίμονη άρνησή του να τη συνοδεύει, έστω στις πρώτες απόπειρες, ξεπέρασε τους φόβους της και κίνησε να οργώνει την πόλη, άλλοτε μόνη, άλλοτε με τους φίλους της και πάντως, απολύτως κυρίαρχη πλέον.
Απολάμβανε ιδιαίτερα την εντύπωση που προκαλούσε στους γύρω της, τόσο νέα εκείνη, μέσα σε αυτό το παλιό, αλλά γοητευτικό αμάξι, της δεκαετίας του ‘50. Είχε χρώμα γαλάζιο μεταλλικό, έλαμπε και προσέλκυε τα βλέμματα, φροντισμένο και κομψό καθώς ήταν πάντα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που αναρωτήθηκε, αν οι ματιές στον δρόμο, αφορούσαν εκείνη ή το αυτοκίνητο…
Ύστερα από μερικά χρόνια, άρχισαν τα προβλήματα. Τη μια κόλλαγε η πόρτα, την άλλη το παράθυρο, τα ανταλλακτικά έπρεπε πλέον να παραγγέλνονται από το εξωτερικό, καύσιμα χρειάζονταν συνεχώς και κόστιζαν πολύ και το χειρότερο: δεν μπορούσε πια να το εμπιστευτεί, αφού συχνά αναγκαζόταν να παλεύει να το βάλει μπρος, σε απίθανα μέρη και απίθανες ώρες, τροφοδοτώντας έτσι την παρέα με ατελείωτες αστείες ιστορίες.
Μόλις είχε τελειώσει τις σπουδές, έψαχνε ακόμη για δουλειά και βρέθηκε εμπρός σε ένα μεγάλο δίλημμα. Οικονομικά δεν άντεχε να το διατηρήσει, Συναισθηματικά δεν άντεχε να απαλλαγεί… και εκείνος δεν ήταν πια εκεί να την βγάλει από τη δύσκολη θέση. Οι φίλοι την ωθούσαν να το αντιμετωπίσει «ρεαλιστικά», η οικογένεια είχε μια περίεργη, σιωπηλή, σχεδόν ενοχοποιητική στάση, που την δυσκόλευε ακόμη περισσότερο. Δεν ήξερε, τι να κάνει. Έπρεπε να αποφασίσει και μάλιστα σύντομα, αν ήθελε να επωφεληθεί αποτελεσματικά από τα πρόσφατα μέτρα της Πολιτείας. Υπήρχε μια ενδιαφέρουσα προσφορά, για πώληση σε καλή τιμή, ως αντίκα. Ο υποψήφιος θα το προωθούσε στη Γερμανία για διαφημιστική χρήση και πλήρωνε μετρητοίς. Έμεινε αρκετές νύχτες άγρυπνη, προσπαθώντας να ισορροπήσει την καρδιά με τη λογική, μα ένιωθε όλο και χειρότερα. Τι, δηλαδή; Είχαν τιμή τα αισθήματά της; Όσο μεγάλο ήταν το ποσό, τόσο μεγάλωνε η ενοχή της…
Όμως, κάτι την έσπρωχνε να προχωρήσει. Ήταν βεβαία. Αν είχε χρήματα, δεν θα έδιωχνε ποτέ αυτό το αμάξι, όσο και αν τη ζημίωνε. Αλλά, αφού οι συνθήκες το επέβαλαν, έπρεπε να ξεκολλήσει από το παρελθόν και να κάνει το βήμα.
Την ημέρα της πώλησης, λίγο πριν την άφιξη του αγοραστή στο σπίτι, βάλθηκε να το φωτογραφίζει. Ένα ολόκληρο φιλμ τράβηξε. Εκείνο να ποζάρει πάντα γυαλιστερό, εκείνη άχρωμη και θλιμμένη. Μόλις τελείωσε με τις φωτογραφίες, έκανε μια βόλτα στο τετράγωνο, μήπως και γλιτώσει τα δάκρυα. Όταν έστριψε στη γωνία, ξέσπασε σε αναφιλητά. Ξαφνιάστηκε. Τέτοιος σπαραγμός για ένα μάτσο λαμαρίνες; Όχι. Δεν είχε μάθει έτσι. Εκείνη, πάντα και μόνο οι άνθρωποι και τα αισθήματα την ενδιέφεραν…
Μα, Ναι, αυτό ακριβώς ήταν. Ένα κομμάτι της ψυχής της. Ταυτισμένο με τον πατέρα της, με την ιστορία της οικογένειάς της, με τα παιδικά της χρόνια, με τα πρώτα της ενήλικα βήματα, με χαρές και λύπες και ταξίδια σε διάφορα λιμάνια αγωνίας και ελπίδας.
Τώρα, ήταν καιρός να εγκαταλείψει το τιμόνι του και να οδηγήσει αποφασιστικά τη ζωή της.
Το καινούργιο αμάξι που αγόρασε της φάνηκε πράγματι «παιχνιδάκι». Η ζωή πάλι, της επεφύλασσε πολλά παιχνίδια, που της θύμιζαν διαρκώς, να οδηγεί πιο άφοβα, ώστε να φθάσει στον προορισμό της…
χρήστος
Εκείνο
Κεφ. 1 / Η ανιαρή βάρδια
Η ώρα δεν έλεγε να περάσει. Άκουγα τους χτύπους στο ρολόι του τοίχου. Ηχούσε σα χαλασμένο. Άλλη μια αργόσυρτη βάρδια στο τμήμα. Η ζέστη αφόρητη, σχεδόν αποπνιχτική. Το κλιματιστικό εδώ και μια εβδομάδα χαλασμένο. Η υγρασία σχημάτιζε τριγύρω μου πηχτό και ρυπαρό πέπλο. Έτσι το μισοσκόταδο αποκτούσε ακόμα πιο βαθιά αίσθηση. Χοντρές στάλες κυλούσαν αργά σε κάθε επιφάνεια, και στο πρόσωπό. Μια μόνιμη γκριμάτσα απόγνωσης. Δύσκολη νύχτα. Περασμένες μεσάνυχτα και θα έπρεπε να βρίσκομαι στη θέση μου μέχρι τις οκτώ το πρωί, αν όλα πάνε καλά. Για ώρες ακόμη! Πώς θα περάσουν;
«Η θερμοκρασία αύριο θα κυμανθεί μεταξύ 25 και 40 βαθμούς κελσίου, ενώ έντονη θα είναι η υγρασία», ηχεί η πρόγνωση καιρού που, με την ηρεμία που παρέχει στην παρουσιάστρια το autocue και τα δυνατά κλιματιστικά του studio, ακούγεται από την, ανοιχτή μπροστά στο γραφείο μου, τηλεόραση. Ευτυχώς που έχω και αυτή τη ‘φιλενάδα’. Έτσι σπάω την πλήξη μου. Τι θα έκανα αλλιώς, δεν ξέρω. Χρόνια στην υπηρεσία, και δύσκολα θα μπορούσε να συμβεί αυτό το ‘κάτι’ ή πολύ περισσότερο το ‘διαφορετικό’. Οι πιθανότητες να χτυπήσει είτε η πόρτα είτε το τηλέφωνο είναι ελάχιστες.
Αστυνόμε, έχουμε ένα συμβάν. Φόνος!, λέει ο υπαστυνόμος που μπαίνει απότομα μέσα στο γραφείο και δίχως καν να χτυπήσει τη πόρτα, δείγμα μάλλον έντασης και άγχους. Η επαγγελματική ευσυνειδησία. Αφήνω το τσιγάρο στο τασάκι, σηκώνω αργά το κεφάλι μου προς το μέρος του. Για να δούμε τι το άξιο λόγου έγινε και σήμερα, σκέφτομαι αν και ξέρω καλά πως οι ελπίδες είναι λιγοστές.
Τι έγινε υπαστυνόμε; Φόνος είπες, του ανταπαντώ. Αστυνόμε είναι φόνος, πράγματι, αλλά υπάρχει και κάτι άλλο σε αυτή την υπόθεση. Η φωνή του υπαστυνόμου δεν έχει τη συνηθισμένη χροιά μιας όποιας άλλης αναφοράς προς τους ανώτερους. Τρέμει και έχει τα σημάδια της απόγνωσης που προκαλεί το διαφορετικό, το περίεργο ή και ακόμα το αποτρόπαιο.
Είναι η πρώτη φορά που γίνεται κάτι τέτοιο, συνεχίζει. Είναι, δεν μπορώ να πω τι, δεν ξέρω!
Δεν μπορείς να μου πεις απλά, με απλά λόγια τι έγινε, υπαστυνόμε; Πες μου το γεγονός. Ήρεμα!
Έγινε ένας φόνος στο κέντρο Η Αγάπη του Παιδιού, εκεί που είναι μαζεμένα ορφανά, αν δεν κάνω λάθος. Νεκρό είναι ένα αγόρι στα 15. Βασικός ύποπτος είναι ένα άλλο αγόρι στην ίδια ηλικία, περίπου. Άγριος φόνος, λένε οι πρώτες αναφορές. Το θύμα βρέθηκε σε απερίγραπτη κατάσταση. Ο ύποπτος έχει μεταφερθεί σε μια κοντινή ψυχιατρική κλινική. Είναι σε βαριά κατάσταση. Μεταφέρθηκε εκεί σε κατάσταση αμόκ και είναι σε απομόνωση για κάθε ενδεχόμενο. Άλλοτε δεν μιλάει και άλλοτε παραληρεί. Σας αναμένουν τόσο στο Κέντρο όσο και στην κλινική.
Ο συνδυασμός αυτός ακούγεται, τουλάχιστο, ενδιαφέρον. Δύο συνομήλικοι στο Κέντρο αυτό…Μου κεντρίζει με διαστροφική ένταση την περιέργεια. Δεν φαντάζομαι όμως καν τι θα δω στην πραγματικότητα. Κάποιες φορές τα γεγονότα μας προσπερνούν, λένε κάποιοι.
Κεφ. 2 / Καθοδόν
Κλείνω πίσω με δύναμη την πόρτα του αυτοκινήτου μου. Με γρήγορα βήματα προχωράω προς την είσοδο του Κέντρου που μου ανέφερε ο υπαστυνόμος. Η υπόθεση φαντάζει να είναι κάτι διαφορετικό από άλλες που έχω εμπλακεί μέχρι σήμερα. Ότι βλέπω στην τηλεόραση από άλλες χώρες, ήρθε και εδώ, σκέφτομαι! Βία ανηλίκων με μάλλον προβληματικό παρελθόν ή κάτι παρόμοιο. Έχω ένταση καθώς περνάω τους συναδέλφους που στέκονται στην πόρτα και μπαίνω στο Κέντρο. Είμαι ψύχραιμος. Κάθε επαγγελματίας έτσι πρέπει να είναι.
Το Κέντρο Η Αγάπη του Παιδιού βρίσκεται σε μια πλαγιά όχι μακριά από την πόλη, πάνω σε ένα λόφο. Στη διαδρομή και καθώς πλησίαζα εκεί το τοπίο άλλαζε σιγά-σιγά και γινόταν περίεργα μοναδικό, με έναν όμως, όλο αλλόκοτη ένταση τρόπο. Άλλαζε με περίεργο τρόπο. Ήταν περίεργος ακόμα και για εμένα και την εμπειρία μου τόσων χρόνων. Το τοπίο της πόλης έδωσε τη θέση του αρχικά σε μια βιομηχανικής αισθητικής περιοχή γεμάτη με εργοστάσια – κάποια από αυτά παραδομένα στη σκουριά της αχρηστίας. Μετά ακολούθησα ένα δρόμο ανάμεσα σε ήρεμα και ακαλλιέργητα στο χρόνο λιβάδια. Λίγο πριν φτάσω στο Κέντρο, το τοπίο άλλαξε και πάλι. Το πράσινο έγινε γκρι-καφέ, και οι πέτρες βαθμιαία κυριάρχησαν στο χώρο γύρω μου. Το Κέντρο ήταν σε μια απομονωμένη περιοχή που μύριζε μοναχικότητα και μια ανεξήγητη αίσθηση σιωπής που όμως κάτι έκρυβε καλά.
Στο Κέντρο κυριαρχεί σιγή. Αναρωτιέμαι πού να είναι τα άλλα παιδιά, αν υπάρχουν καν άλλα παιδιά, που θα έπρεπε κανονικά να υπάρχουν. Τα παιδιά κάνουν θόρυβο γιατί είναι ζιζάνια λέει η κοινή λογική. Εδώ όμως επικρατεί απόλυτη ησυχία. Περίεργο αλλά την προσπερνώ και συνεχίζω τα βήματά μου.
Διασχίζω ένα διάδρομο δίχως καμία έκπληξη πέρα από το γεγονός πως η σιγή ακούγεται ακόμη πιο βαθιά. Περνάω από μικρές αίθουσες, δεξιά και αριστερά μου. Καθεμιά φαίνεται να έχει το δικό της ρόλο στην καθημερινότητα του Κέντρου και των παιδιών που ζουν εδώ. Η αίθουσα του παιγνιδιού, εκείνη της μουσικής ή η άλλη της εκπαίδευσης. Τώρα όλες είναι άδειες. Περπατάω προς το δωμάτιο που μοιράζονταν οι δύο έφηβοι. Κάνω μια ερώτηση σε έναν συνάδελφο που βρίσκεται σε μια γωνία γράφοντας ένα μήνυμα στο κινητό του. Πού είναι το δωμάτιο; ρωτάω. Τρίτη πόρτα στα δεξιά σας, αστυνόμε, είναι η ξαφνιασμένη απάντηση του. Προχωράω προς τα εκεί, στο χώρο του εγκλήματος. Δεν μιλάω σε κανέναν άλλο. Τους προσπερνώ όλους. Θέλω να είμαι συγκεντρωμένος όταν βρεθώ στον τόπο του εγκλήματος. Βέβαια, ακόμα και να ήθελα, λίγοι βρίσκονται στο δρόμο μου και ακόμα πιο λίγοι δείχνουν την παραμικρή διάθεση να μιλήσουν. Σιωπή και όχι μόνο. Είναι νωρίς, έτσι και αλλιώς, να κάνω τις όποιες ερωτήσεις μου. Ο χώρος του εγκλήματος έχει για μένα τη μεγαλύτερη σημασία, τώρα.
Η πόρτα του δωματίου είναι βαμμένη σε υπόλευκο τόνο. Μια απλή ξύλινη πόρτα δίχως κάτι ιδιαίτερο. Ανοίγω την πόρτα αργά, προσεκτικά. Δεν θέλω να χαλάσω την πρώτη εντύπωση. Ξέρω πως αυτή είναι συχνά η πιο σημαντική.
Κεφ. 3 / Ο χορός της φρίκης
Απερίγραπτη η φρίκη της πρώτης αλλά και των άλλων εικόνων που αντικρίζω. Χρόνια στην υπηρεσία, εκατοντάδες σύμβαντα στο ενεργητικό μου και όμως τίποτα δεν μπορεί στο ελάχιστο να θυμίσει αυτό που ξετυλίγεται στα μάτια μου. Εικόνες από την πιο άρρωστη περιγραφή των πιο ψυχωτικών δολοφόνων, όλες όμως μαζί και ακόμα περισσότερο, σα να βρίσκομαι μπροστά σα σε ένα πίνακα όλες ζωγραφισμένες με ακρίβεια μπροστά μου. Μια σύνθεση που μόνο στην κόλαση θα μπορούσε να υπάρξει. Η ανάσα μου κόβεται καθώς αντικρίζω το χώρο και μαζί νοιώθω να θέλω να βγάλω όλα τα σωθικά μου, εκείνη τη στιγμή. Με μια κίνηση, σχεδόν ενστικτώδη, βάζω το αριστερό μου χέρι στο στόμα. Να κρύψω την κραυγή μου ή ότι άλλο.
Είναι ένα μικρό δωμάτιο, σε διαστάσεις πέντε επί πέντε. Η διαρρύθμιση είναι τυπική για δωμάτιο παρόμοιου Κέντρου. Λίγα έπιπλα, βασικά τα δύο κρεβάτια το ένα πάνω στο άλλο σα σε στρατώνα, μια ντουλάπα και ένα γραφείο δίπλα της. Πάνω του μια λάμπα φωτίζει, όσο μπορεί, το χώρο που όμως έχει χρωματιστεί με κοκκινωπές σκιώδεις ανταύγες που απλώνονται μέχρι σε κάθε γωνία. Καθετί, ακόμη και το ταβάνι, είναι γεμάτο από κηλίδες αίματος που συχνά δημιουργούν μικρούς σταλαχτίτες ή ρυάκια ενισχύοντας το αποτρόπαιο σκηνικό. Η οσμή του φρέσκου αίματος θυμίζει κρεαταγορά αν και στη γνώση του ποιο είναι το σφάγιο στην περίπτωση αυτή, ο νους χάνει την λογική ηρεμία του. Τα μάτια μου συνηθίζουν στο χαμηλό φωτισμό για να δουν κάτι που μου προκαλεί ρίγος αποτροπιασμού. Διακρίνω παντού κομμάτια σάρκας που αν μη τι άλλο αποτελούν το παζλ του σώματος του εφήβου. Κομμάτια σάρκας, σε διάφορα σχήματα και μεγέθη, όργανα και οστά λεκιασμένα με φρέσκο εφηβικό αίμα είναι ριγμένα με τρόπο που δείχνει πως ο δολοφόνος – ή ότι άλλο προκάλεσε τούτο το μακελειό - όχι μόνο είχε περισσή δύναμη αλλά κυρίως διακατεχόταν από παράφρονα λύσσα. Δεν είναι δυνατό να κάνω βήμα χωρίς να πατήσω πάνω σε κάποιο απομεινάρι του εφήβου, αλλά είμαι αναγκασμένος να το κάνω για να φτάσω στο βάθος του δωματίου, δίπλα στα κρεβάτια. Εκεί, στη γωνία είναι πεταμένο το κεφάλι του θύματος. Καθώς πλησιάζω παρατηρώ πως το κρανίο είναι ανοιγμένο και λείπει ο εγκέφαλος. Βρίσκομαι πλέον σε απόσταση αναπνοής από το εύρημά μου και μια άλλη πιο τρομακτική ανακάλυψη ρίχνει τη σκιά της στην προηγούμενη φρίκη.
Τα μάτια του θύματος είναι ανοιχτά και αντικρίζοντας τα διακρίνω μέσα τους ένα σύμπλεγμα από τρόμο και έκσταση. Η έκφραση με μπλέκει και αυτό επιτείνει τη φρίκη μου. Τι έγινε άραγε εδώ μέσα που να τα προκάλεσε όλα αυτά; Πώς ο δολοφόνος κατάφερε να προκαλέσει αυτή τη σκηνή σφαγείου. Αλλά και πώς είναι δυνατό το θύμα να έχει μια τέτοια ματιά αμφισημίας. Όλα περιπλέκονται σε ένα κουβάρι που πρέπει να ξετυλίξω.
Γυρίζω το σώμα μου προς την κατεύθυνση της πόρτας σε μια προσπάθεια να μην βλέπω πλέον, όσο γίνεται, το θέαμα που βρίσκεται ολόγυρά μου, για να παρατηρήσω μέσα στο πορφυρό χάος ένα αντικείμενο πεσμένο στο πάτωμα.
Λάμπει με ένα ασυνήθιστα δικό του φως μέσα στο χώρο. Πλησιάζω και απομακρύνω τα μικρά κομμάτια σάρκας που βρίσκονται ολόγυρά του. Ανακαλύπτω πως πρόκειται για ένα μικρό κρυστάλλινο κώνο. Τον κοιτάζω μέσα στο μισοσκόταδο και γρήγορα έρχεται η επιβεβαίωση. Πράγματι, μέσα του διακρίνω μια μικρή εστία φωτός σε χρώμα μωβ να τρεμοπαίζει. Το λείο αντικείμενο είναι περίεργα θερμό στο χέρι μου. Καθώς το περιεργάζομαι έχω ξαφνικά μια αλλόκοτη αίσθηση σα να ακούω ένα χαμηλό, υπόκωφο και έξω από αυτόν τον κόσμο ήχο. Αναρωτιέμαι τι να είναι αυτός ο ήχος. Αλλά δίχως η σκέψη μου να έχει καν σιγήσει, μια δεύτερη έκπληξη με περιμένει. Το φως μέσα στο αντικείμενο αρχίζει να αλλάζει χρωματισμούς, και σύντομα μοιάζει με μικρό φωτορυθμικό. Μόνο που τα χρώματα του δεν δημιουργούν την αίσθηση της ευφορίας. Αντί αυτού η ανησυχία μου και ο φόβος αρχίζουν έντονα να με διαπερνούν. Γρήγορα - γρήγορα τυλίγω το αντικείμενο σε ένα καθαρό μαντήλι και το βάζω αποφασιστικά στην δεξιά τσέπη του σακακιού μου.
Με δυσκολία περνάω από τα κομμάτια σάρκας και πηγαίνω στο μικρό γραφείο. Ανοίγω το πρώτο συρτάρι και εκεί, ανάμεσα σε πολλά άλλα χαρτιά και άλλα αντικείμενα χωρίς κάποια σημασία βρίσκω και ένα μικρό κόκκινο βιβλίο. Το παίρνω από το συρτάρι και ανοίγοντας το διαπιστώνω ότι είναι το ημερολόγιο του θήτη. Η πρώτη σελίδα έχει σημειωμένη μια ημερομηνία…ακριβώς ένα χρόνο πριν. Δεν θέλω να διαβάσω τώρα τις σελίδες του. Είναι κάτι που θα το κάνω με την ηρεμία του γραφείου μου. Έτσι και αλλιώς, ίσως να βρω πολλά και ενδιαφέροντα στοιχεία για το γεγονός αυτό.
Λίγο πριν ανοίξω την πόρτα του δωματίου για βγω στο διάδρομο προσέχω κάτι τελευταίο. Στους τοίχους και πίσω από τους αιμάτινους ζεστούς λεκέδες υπάρχουν ζωγραφισμένα κάποια σύμβολα. Κοιτώντας τα προσεκτικά καταλαβαίνω πως δεν είναι γράμματα μιας από τις γνωστές μου γλώσσες. Μοιάζουν κάτι ανάμεσα σε ιερογλυφικά και ζωόμορφες αναπαραστάσεις. Τα ζώα αυτά όμως δεν ήσαν μορφές γνωστές. Όχι μόνο δεν θυμίζουν τίποτα από όσα ζώα υπάρχουν στη γη... Οι μορφές τους ξυπνούν το φόβο ή ακόμα και τον τρόμο στο απαίσιο και απόκοσμο της εντύπωσης που δίνουν. Εκείνος που τις φιλοτέχνησε σίγουρα τα πήγαινε πολύ καλά με ότι πιο χθόνιο και εφιαλτικό.
Το μυστήριο γίνεται πιο πυκνό και είναι ώρα να αφήσω τους ιατροδικαστές να κάνουν τη δουλειά τους. Υπάρχει και κάποιος άλλος στην ιστορία. Ο φερόμενος ως δράστης. Μαζεύω όση δύναμη μου μένει, ανασκουμπώνομαι και βαδίζω γρήγορα προς το αυτοκίνητο.
Κεφ. 4 / Η επαφή
Προσπαθώ να διατηρήσω τον εαυτό μου όσο πιο ψύχραιμο. Η βραδιά έχει πλέον εξελιχτεί σε κάτι απρόσμενο. Οδηγώ σχεδόν μηχανικά και οι εικόνες από εκείνο το δωμάτιο συνεχίζουν να έρχονται με φωτογραφική ακρίβεια στο νου μου. Αναρωτιέμαι τι θα δω εκεί που πηγαίνω τώρα, προσπαθώ να φανταστώ το πρόσωπο του δολοφόνου αλλά η μέχρι εκείνη την ώρα εμπειρία μου από το χώρο του φόνου δε με βοηθάει. Δεν μπορώ να σκιαγραφήσω στο νου μου έναν τόσο τερατώδες πρόσωπο που μάλιστα ανήκει σε έναν έφηβο.
Μπαίνω στο δωμάτιο που είναι το προσωρινό του κρατητήριο. Είναι ένα άδειο από καθετί δωμάτιο. Στην αριστερή γωνία είναι αυτός καθισμένος στο πάτωμα με σκυμμένο το κεφάλι. Του έχουν κιόλας φορέσει τα ειδικά για κάθε τρελό ρούχα. Γρήγορα διαπιστώνω πως πρόκειται για έναν μάλλον μικροκαμωμένο και με ισχνή διάπλαση νεαρό. Μου είναι δύσκολο να τον φανταστώ να έχει κάνει πράξη κάτι τέτοιο όπως αυτό που πριν από λίγη ώρα αντίκρισα. Και πάλι όμως, κανείς δεν ξέρει. Η δύναμη του ανθρώπου είναι μερικές φορές εκπληκτική.
Τον πλησιάζω και κάθομαι με τρόπο που να βρίσκομαι στο ύψος του γυρτού προς το πάτωμα κεφαλιού του. Του μιλάω προφέροντας το όνομά του. Καμία απόκριση εκτός από τη βαριά και βαθιά ανάσα του. Περιμένω λίγο μήπως και αντιδράσει. Σε λίγο σηκώνει αργά το κεφάλι του προς το μέρος μου.
Ποτέ μα ποτέ μου πλέον δε θα ξεχάσω αυτά τα μάτια. Δύο τρύπες κενές από κάθε συναίσθημα και μαζί χρωματισμένες με όλη την αγωνία που μόνο η τρέλα μπορεί να φέρει στο νου. Απόκοσμα μάτια, τρομερά μάτια. Βλέπω το κενό σε αυτά, νοιώθω προς στιγμή. Αμίλητα και όμως μιλάνε την κάθε σιωπή του πιο απόλυτου τρόμου. Τι μπορεί να έχουν δει αυτά τα μάτια, που κοίταξαν και τι είδαν, άραγε;
Μαζεύω ότι έχει απομείνει από τη θέληση και τον επαγγελματισμό μου και τον ρωτάω τι έγινε. Σιωπή. Είναι η απάντηση που με περίεργα μύχιο τρόπο περιμένω. Τον κοιτώ όσο πλέον μπορώ, κάτι δύσκολο. Σύντομα καταλαβαίνω πως σήμερα δεν θα καταφέρω κάτι. Σηκώνομαι για να φύγω. Λίγο πριν φτάσω στη πόρτα του κελιού ακούω μια φωνή να λέγει κάποιες φράσεις. Ηχεί απόκοσμη αλλά είναι αυτός.
Αυτό μόνο παιγνίδι είναι όλοι εδώ μετά καιρό αντίτιμο χάσαμε απέραντο σκοτάδι φως τρυπά μας θέλουν μας δύο εμένα αύριο.
Δίχως να ξέρω το γιατί και χωρίς να τον αφήσω να ολοκληρώσει το παραλήρημά του βγάζω το αντικείμενο από το χώρο του εγκλήματος και του το δείχνω για να εισπράξω μια κραυγή πέρα από κάθε απόγνωση και φόβο βαθιά από το είναι του εφήβου. Ακούστηκε σα να έφτυνε την ύπαρξή του. Γρήγορα το βάζω πάλι στην τσέπη μου και βγαίνω από το κελί. Δεν αντέχω και άλλο, όχι άλλο σήμερα.
Κεφ. 5 / Σελίδες από το ημερολόγιο του δολοφόνου
«…Αυτό που μας βρήκε μαζί είναι κάτι που ξέρουμε καλά πλέον τι είναι. Παίξαμε μαζί του και μαζί μας έπαιξε. Το αναζητούσαμε για πολύ καιρό. Και να που η αναζήτησή μας ήταν επιτυχής. Χαιρόμαστε σαν παιδιά! Μας έχουν και τους δυο μας προειδοποιήσει όμως καλά. Το παιγνίδι αυτό υπήρχε λόγος που χάθηκε κάποτε, που κάποτε το χάσαμε και εμείς και που τώρα που το βρήκαμε και πάλι κανείς δεν ξέρει ποια θα είναι η κατάληξη. Διαβάσαμε για ιστορίες που λένε πως άλλοι που το έχασαν και το βρήκαν δεν είχαν καλό τέλος. Βλακείες. Είναι το αγαπημένο μας και είμαστε μια χαρά που το βρήκαμε. Βέβαια χθες έγινε κάτι περίεργο. Όταν παίζαμε μαζί του, ξαφνικά είδαμε να βγάζει διάφορα φώτα. Όμορφα φώτα που για πρώτη φορά βλέπαμε! Στην αρχή μας άρεσε πολύ, αλλά σύντομα και στο άκουσμα ενός περίεργου θορύβου ανησυχήσαμε. Περισσότερο τρομάξαμε όμως όταν είδαμε μια σκιά στον τοίχο να παίρνει την μορφή μιας πόρτας. Ήταν μια βαριά και παλιά πόρτα γεμάτη με περίεργα και σύμβολα και σχέδια. Προς στιγμή μας φάνηκε πως άνοιξε και πως πίσω της ήταν κάτι πολύ περίεργο, κάτι σαν ερπετό να μας κοιτάζει με κόκκινα μάτια. Φοβηθήκαμε και φωνάξαμε και έτσι χάθηκε η πόρτα από μπροστά μας...»
Κεφ. 6 / Επίλογος (Αναφορά Αστυνόμου)
Όνομα Θύματος
Χ
Γένος
Άρρεν
Ηλικία
15
Χαρακτηριστικά
(στη βάση των πληροφοριών του κέντρου Η Αγάπη του Παιδιού και της ιατροδικαστικής αναφοράς) 1.70 ύψος, 64 κιλά, κανονικής σωματικής ανάπτυξης, καστανά μάτια και μαλλιά. Κανένα ιδιαίτερο σωματικό σημάδι ή άλλη ιδιαιτερότητα.
Άλλα στοιχεία
Αδιευκρίνιστη είναι η ακριβής σχέση του με το θύτη. Εικάζεται στενή σχέση, όχι σεξουαλικού περιεχομένου. Απομονωμένος όπως και ο θύτης, τουλάχιστο το τελευταίο χρόνο που βρίσκονταν στον ίδιο χώρο. Καταθέσεις αναφέρουν την ενασχόλησή τους με αδιευκρίνιστους στο περιεχόμενό τους τομείς. Τον τελευταίο πριν το συμβάν γεγονός και οι δύο εμφάνιζαν αντικοινωνική και μοναχική συμπεριφορά που έγινε αντιληπτή από το προσωπικό του κέντρου αλλά και άλλους τροφίμους του Κέντρου. Καμία εικασία για το περιεχόμενό της δεν υφίσταται.
Αναφορά γεγονότος
Το θύμα βρέθηκε κατακρεουργημένο με πρωτοφανή τρόπο. Η πλήρης αναγνώριση του πτώματος έγινε στη βάση μαρτυριών από υπαλλήλους του Κέντρου και μετά από διασταύρωση στοιχείων γενετικού υλικού και οδοντοστοιχίας στα αντίστοιχα εργαστήριά μας. Το θύμα βρέθηκε σε κατάσταση μη αναγνωρίσιμη. Οι ιατροδικαστές ανέφεραν αδυναμία να προσδιορίσουν με ακρίβεια το όργανο του φόνου. Εικασίες αναφέρουν πως επρόκειτο για αιχμηρό αντικείμενο ή αντικείμενα που επέτυχαν σειρά από καίρια τραύματα σε δεκάδες σημεία του σώματος του θύματος προκαλώντας το διαμελισμό του. Η έλλειψη ζωτικών του οργάνων, όπως καρδιά, πνεύμονες και εγκέφαλος δεν έχουν απαντηθεί επαρκώς.
Είναι άξιο λόγου να αναφερθεί πως κανείς από το προσωπικό ή και τους τροφίμους δεν άκουσε θόρυβο σχετιζόμενο με το εν λόγω συμβάν.
Σχόλιο αναφορικά με το γεγονός
Αδυναμία επίλυσης του συμβάντος
Πρόταση προς την υπηρεσία
Αρχειοθέτηση της υπόθεσης λόγω αδυναμίας στοιχειοθέτησης επακριβούς κατηγορητηρίου. Ο θεωρούμενος ως υπαίτιος δεν βρίσκεται πλέον εν ζωή. Η αιτιολογία θανάτου του είναι αδιευκρίνιστη.
το αγαπημένο μου παιδικό παιχνίδι
μάρω
Μηπως θαπρεπε να ξαπλωσω στο ντιβανι καποιου ψυχοτετοιου…να ξεκινησουμε
την αναδρομη και να φτασουμε στο επιθυμητο?
Δεν ξερω.Σαν να μου φαινεται κουραστικο ολο αυτο. Και τι νοημα θαχει?
Περσινα ξινα σταφυλια…
Γιατι να μην κανω μονη μου την αναδρομη ψυχαναλυση και να περιοριστω σε μια
ξαπλωμενη ωρα. Θα ταξιδεψω μονη,με ανοιχτα η κλειστα ματια.θα γελασω με οσα
θυμηθω,θα κλαψω,θα το ευχαριστηθω και θα ξαναγελασω με οσα εκλαψα!
Ανοιγοντας ενα μεγαλο κουτι αρχιζουν τα πρωτα χαμογελα..
Ποια barbie να διαλεξω? Φοβαμαι να τις αγγιξω. Ηταν τοσο ομορφες παλια και τωρα ειναι
ολες..τοσο παρουσιαστριες! Τι παιχνιδια εχουμε κανει. Με τις πισινες,τις κουζινες
τα ρουχα τους. Α,να κι ο john john!Αυτoς,απο την μερα που μου τον εφεραν δωρο στο
κουτι παρεμεινε. Τοσο αντιπαθης και αχαρος..
Εδω αρχιζει το βουρκωμα,μαζι με το χαμογελο της λησμονιας!
Τα κλεμμενα playmobil απ’τα ξαδελφια μου. Ποτε δεν ειχα playmobil δικα μου,αλλα
τα αγαπουσα πολυ.Μου αρεσε ο κοσμος τους. Επισης μου αρεσε να τα δανειζομαι απο τα
ξαδελφια μου και να μην τα επιστρεφω ποτε!
Οταν εκεινα κλαιγανε και μου τα ζητουσανε,εγω δεν ηξερα ποτε για ποιο λογο κλαινε.
Αποδειξη,οτι εγω εχω ολη τη συλλογη και κι εκεινα απλα την αναμνηση.
Τι βλεπουν τα ματια μου μεσα ς’αυτον τον πανινο σακο? Τη φιλη μου,τη παρηγορια μου
την αγαπημενη αλλα χαροκαμενη κουκλα μου.
-Θυμασαι γλυκεια μου τι εχεις περασει μαζι μου?
Αυτη η κουκλα δεν ειναι βarbie.Δεν εχει αυτη τη συγκλονιστικη ομορφια. Ειναι η αδελφη
που ποτε δεν ειχα. Ξερει τα μυστικα μου,εχουμε κλαψει,κοιμομασταν αγκαλια,εχουμε
κανει διακοπες μαζι. Της εχω ραψει αμετρητα ρουχα και την εχω κουρεψει χιλιαδες φορες
οχι με επιτυχια παντα. Κοτσιδακια και φιογκακια,μπουκλες και απεγνωσμενες
προσπαθειες να της βαλω σκουλαρικια.
Υπηρξαν και μερες που ημασταν τσακωμενες.Δεν γινετε εγω να σου μιλαω και συ μονο
να με κοιτας. Πες κι εσυ κατι μια φορα..
Στη σειρα,τα αγαπημενα και ξεθωριασμενα απο το παιχνιδι επιτραπεζια.
Ο γκρινιαρης,ενα αλλο με φιδακια και σκαλιτσες,η κλασσικη μονοπολη,κατι ζωακια που
παλευουν να βγουν απο ενα λαβυρινθο…Αυτα τα παιζαμε οταν ειχα παρεα στο δωματιο
μου. Οταν ερχοντουσαν οι φιλοι μου να παιξουμε,το δωματιο μου θυμιζε λουνα παρκ.
Οτι παιχνιδι υπηρχε,ηταν στο πατωμα. Για ολους η για καποιον ξεχωριστα..
Το παραπονο μου τοτε και για αρκετα χρονια μετα ηταν,πως οταν πηγαινα εγω στα σπιτια
των φιλων μου δεν βγαζανε ολα τα παιχνιδια. Καμια φορα δεν παιζαμε κιολας.
Καθομασταν προσεχτικα,μη λερωσουμε το δωματιο,τους τοιχους,μη χαλασουμε τη
μοκετα!
-Και να σου πω μορε μαμα,γιατι εγω κατεβαζω ολα τα παιχνιδια να παιξουμε κι οταν
φευγουν ολοι τα μαζευω και μονη μου?
Αυτο το παραπονο,πολλες φορες με εκανε να παιζω επιτραπεζιο για τεσσερα ατομα.
Κι οχι απο την ιδια θεση,ουτε γυριζα το παιχνιδι. Σηκωνομουνα και πηγαινα στη πλευρα
οποιου ηταν η σειρα να παιξει.
Και φτανουμε στον Ομηρο.Ιλιαδα και Οδυσσεια.
Δυο απο τα βιβλια που μου ειχαν φερει
οι γονεις μου να τα διαβαζουμε μαζι και στη συνεχεια μονη μου.
Βιβλια/παιχνιδια,γιατι μ’αρεσε να κανω τη δασκαλα.Εφτιαχνα μια μικρη ταξη το δωματιο
και επρεπε να μαθουν ολοι οτι ο Οδυσσεας τυφλωσε τον Πολυφημο,για τη Πηνελοπη
και τον Τηλεμαχο. Και γινοτανε χαμος… Τα βιβλια φυλλο και φτερο!
Τι μας νοιαζει ο Παρις,η Ελενη και ο Δουρειος Ιππος..Ποτε θα παιξουμε?
Τι απελπισια κι αυτη. Να μη θελουν να μαθουν. Παντα ομως εβρισκα καποιον
μικροτερο η μεγαλυτερο και εκανα το μαθημα μου.
Οσο για τα βιβλια,λιγο ταλαιπωρημενα αλλα ολες οι σελιδες στη θεση τους.
Υπαρχει αλλο ενα τεραστιο κουτι,που θα το περιεργαστω μια αλλη φορα ομως…και
εννοειται θα σας πω τι ακριβως συμβαινει εκει μεσα!
Και τωρα θελω να σας ρωτησω κατι γιατρε.
Να ξαπλωσω στο ντιβανι,να κατσω απλα στη καρεκλα και εσεις απεναντι…
Η να σας φερω εκεινον που ειχε τη φαεινη ιδεα να μαθει ποιο ειναι το αγαπημενο μου
παιδικο παιχνιδι??
χαρά
Αλεξάνδρα και Ηλίας. Δυο παιδιά, δυο ευτυχισμένα παιδιά, εκφραστικά και χαρούμενα, που ξεχείλιζαν από ενέργεια. Τα προσωπάκια τους έχουν χαραχθεί ανεξίτηλα στη μεσήλικη μνήμη της. Ήταν οι σταθεροί σύντροφοι των πρώτων παιδικών της χρόνων.
Η Αλεξάνδρα, ως πρωτότοκη, υπέστη τα μεγαλύτερα ζόρια. Ευτραφής και χαριτωμένη, με ροδαλά μάγουλα, καστανόξανθα, μακριά μαλλιά και σαρδόνιο χαμόγελο, έτοιμο για σκανταλιά. Στεκόταν απέναντί της, με αυτή τη μόνιμη πονηρή έκφραση, που την προκαλούσε να τη φροντίσει, να τη νανουρίσει, να τη βασανίσει ή να την μαλώσει, ανάλογα με τη διάθεση της στιγμής. Την έντυνε, την έγδυνε, την έλουζε, την έπλενε, γεμίζοντας τον τόπο σαπουνάδες, τη χτένιζε ακούραστα, μέχρι που την κάτσιασε για τα καλά, ώσπου δεν απέμεινε, παρά μια τρίχα όλη και όλη. Η Αλεξάνδρα ανεχόταν καρτερικά την τυραννία που της επέβαλε, λες και καταλάβαινε ότι, όφειλε να το επιτρέπει…
Λίγο αργότερα, στην κοριτσίστικη ζωή εισέβαλε ο Ηλίας, μέσα σ’ ένα όμορφο, πράσινο, μεγάλο κουτί, τυλιγμένο με μια εντυπωσιακή κόκκινη κορδέλα. Το κουτί είχε το ίδιο χρώμα με τα ρούχα του, που –προς μεγάλη του ευτυχία- δεν έβγαιναν. Ήταν ένας ξανθός, χαμογελαστός κοντοπίθαρος, με ένα φασαριόζικο καπελάκι, που δέχθηκε όλη της τη μανία, αφού ήταν το μόνο πράγμα επάνω του, που μπορούσε να μετακινηθεί. Κάποια φορά, ο Ηλίας την λαχτάρησε απίστευτα. Κόντεψε να πνιγεί στη λιμνούλα του Ζαππείου, πάνω στην ερωτοτροπία του με έναν κύκνο. Το κοριτσάκι αγχώθηκε υπερβολικά. Τότε, δεν ήξερε γιατί… Ευτυχώς. Τον έσωσε ο παππούς της και από τότε, η μικρή δεν τόλμησε να ξαναπαίξει με τη ζωή του. Φεύγοντας από το Ζάππειο, αφηγήθηκε όλη την ιστορία του παρ’ ολίγον θανάτου του στον οδηγό ταξί που τους παρέλαβε, ο οποίος μάταια προσπάθησε να την καθησυχάσει…
Δεν άργησε να τους κάνει πρωταγωνιστές στην καθημερινότητα, μέλη της οικογένειας, καθρέφτες της. Έπλαθε ατελείωτες ιστορίες, σε συνέχειες, σε διάλογο με τη νονά της, ζωντανεύοντας ό,τι ένιωθε, ό,τι ονειρευόταν ή απεχθανόταν.
Κάποτε, χάθηκαν μυστηριωδώς. Παραχώρησαν διακριτικά τη θέση τους στη νέα πραγματικότητα, παρατηρώντας τη δράση της ακίνητοι, χωμένοι βαθιά σε κάποια κούτα, με ένα σωρό άχρηστα βάρη επάνω τους.
Ξεπροβάλλουν από καιρό σε καιρό και της θυμίζουν να ζει με εκείνη την αθωότητα, την ωθούν να μην ξεχνά θαμμένη εκεί μέσα την παιδικότητά της…
μαρία
5,10,15...Από μικρή πίστευα ότι το στόμα μου δεν έχει να πει τίποτα ενδιαφέρον. Από νωρίς είχα ακούσει τη φράση «μιλάμε όταν δεν έχουμε ειρήνη με το μέσα μας».Δεν την καταλάβαινα τότε, αλλά αυτό το αρνητικό «δεν» σε συνδυασμό με τη λέξη «ειρήνη» που έπαιζε κάθε πρωτοχρονιά σε όλες τις τηλεοράσεις με φωτεινά χρωματιστά γράμματα με στιγμάτισε. Δεν ήθελα εγώ να χαλάσω αυτή την ειρήνη. ακόμα και μέσα μου. Άνοιγα το στόμα για να φάω, να πιω, να φωνάξω όταν κάποιος μ ενοχλούσε πολύ-κάτι σαν κόρνα δηλαδή-α, και για να τα φυλάω.. 20,25,30,35...Μεγάλωνα και κατάλαβα την πραγματική ερμηνεία αυτής της σοφής φράσης που χανόταν στα βάθη της παιδικότητας μου. Αρνούμουν να γεμίζω τις παύσεις των άλλων με βλακείες, προτιμούσα πάντα τα νεύματα που επικεντρώνουν την προσοχή του άλλου στα μάτια. Αυτά πάντα έχουν κάτι να πουν. Και όπως ο τυφλός, αναπτύσσει τις υπόλοιπες αισθήσεις, έτσι κι εγώ είχα τεχνητά οξύνει την ακοή μου. Ατάκες άλλων σε μέσα μεταφοράς, περαστικών στο δρόμο, ήταν αφορμή για σκέψη. Σκέψη που ποτέ δε εκφράστηκε προφορικά, παρά μόνο σε τεφτέρια, τετράδια, παραδοσιακά και ηλεκτρονικά μέσα. Βλέπετε, ποτέ δε θεώρησα ότι μπορεί το στόμα μου να εκφράσει οτιδήποτε το πολύπλοκο. Δεν είχα την ικανότητα ή δεν το χα εκπαιδεύσει.. Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο ότι ξεστόμιζε μία φράση τη φορά. Σα να μην μπορούσε να βάλει τίποτα σε σειρά. Σειρά στις σκέψεις μου αναλάμβαναν να δίνουν πάντα οι γραμμές στα γραπτά μου...α, και το μέτρημα στο κρυφτό...40,45,50,55... Δεν είπα ποτέ «αυτό που είπα δεν το εννοούσα», Σκέφτηκα όμως «αυτό το εννοούσα, αλλά δεν στο είπα» κοιτάζοντας φιγούρες να απομακρύνονται. Έχασα πολλούς από τη ζωή μου. Οι γονείς μου που με τρέχανε σε ψυχολόγους από μικρή, δε συμβιβάστηκαν ποτέ με τις βουβές αγκαλιές μου. Δε δέχτηκαν τη διαφορετικότητά μου. Καθόμασταν στο κυριακάτικο τραπέζι για ώρες και προσπαθούσαν να βρίσκουν θέματα για συζήτηση, μήπως με παρασύρουν και μπω στη κουβέντα. Ω, πόση βαβούρα χωρίς λόγο! Πόση προσπάθεια για κάτι που δε με άγγιξε ποτέ! Μιλούσαν τόσο που ποτέ δεν είδαν τα μάτια μου που φώναζαν «σταματήστε!». Και η προσωπική μου κόρνα σώπαινε από σεβασμό, όπως σε ώρες κοινής ησυχίας ή στη προκειμένη περίπτωση «κοινής επιφαινόμενης οικογενειακής γαλήνης»...60,65,70,75,80...Οικογένεια δεν έκανα. Οι στενοί δεσμοί δίνουν το δικαίωμα της άποψης για την κατάστασή μου. Αδέρφια δεν είχα κι έτσι όταν έφυγαν οι γονείς μου σταμάτησε αυτό το πέρα δώθε στους γιατρούς. Δεν θα έδινα έκτοτε σε κανέναν άλλον άνθρωπο το δικαίωμα να με σύρει απ το χέρι σε καμιά αίθουσα αναμονής της γνώμης του ειδικού. Δεν θα ξανάκανα ασκήσεις τύπου «α μπε μπα μπλομ» για να γυμνάσω τους στοματικούς μυς και να τους έχω σε ετοιμότητα για όταν θελήσω να φλυαρήσω. Δεν μου πάει η φλυαρία, όπως σε άλλους δεν τους πάει η σιωπή. Σήμερα έκανα ένα ταξίδι στην άλλη όχθη, ίσως γιατί νιώθω το τέλος να πλησιάζει. Χωρίς να ξέρω γιατί σάλιωσα τα χείλη μου και άνοιξα το στόμα μου, όχι για να φάω, όχι για να πιώ, όχι για να φωνάξω τη νοσοκόμα, αλλά για να μιλήσω 5 συνεχόμενα λεπτά ίσως για πρώτη φορά στη ζωή μου ,α, και για να τα φυλάξω ....85,90,95,100... Φτου και βγαίνω!
οι παραλλαγές
μαρία
Το ουδέτερο γεγονός
Το σκηνικό, το καφέ του αεροδρομίου
Το ταξίδι του, το Παρίσι
Το ύφος του, το άγχος του
Το άτομο που τον εξυπηρετεί, τον βρίσκει μυστήριο
Το επόμενο λεπτό, το τραπέζι του άδειο, το εισιτήριό του εκεί κι αυτός μέσα στο πρώτο ταξί
Το ασήκωτο
Όταν κάθισα στην καφετέρια, το ταβάνι μου φαινόταν πιο ψηλά. Όλο και κατεβαίνει. Σαν έτσι που τον έπινα γουλιά γουλιά να κατέβαινε και αυτό μαζί με τον καφέ μου. Έτσι όπως κατεβαίνει το ταβάνι, ο αέρας γίνεται πιο πηχτός. Ανακατεύω το άδειο μου φλιτζάνι σαν να ναι ανεμιστήρας και ξεγελιέμαι πως παίρνω αέρα. Θα πρεπε να σηκωθώ να φύγω, αλλά τα πόδια μου είναι ασήκωτα. Αρνούμαι να μπω στο αεροπλάνο, όσο κι αν το αεροδρόμιο καλεί τους τελευταίους επιβάτες της πτήσης μου εδώ και λίγη ώρα. Νόμιζα πως το περίμενα όσο τίποτα άλλο το ταξίδι αυτό. Το ταβάνι που όλο κατεβαίνει άλλα μου λέει. Θα κάνω νόημα στην αντιπαθέστατη σερβιτόρα που εδώ και ώρα με παρατηρεί, θα πετάξω τα λεφτά και θα φύγω πριν με πλακώσει τούτο το ταβάνι. Μακριά από το αεροδρόμιο, πιο μακριά απ το Παρίσι, ακόμα πιο μακριά κι από σενα.
Το ανάλαφρο
Πτήση 938 για Παρίσι άμεση επιβίβαση στην έξοδο Α8
Ήρθα 3 ώρες νωρίτερα εδώ
Και τώρα γυρίζω κουτάλι σε φλιτζάνι κενό
Και δε μπορώ να κουνηθώ, εγώ που ζούσα για όλο αυτό
Πανικός που δεν έχω άλλο καφέ να προσποιηθώ
Ότι πρέπει να τον πιώ πριν σηκωθώ
Ηρεμία που δεν έχω ακόμα πληρώσει
Ελπίζω η αφηρημένη σερβιτόρα να με σώσει
Κι εκεί που έκανα 20 λεπτά να παραγγείλω
Τώρα κοιτάει αδημονώντας το δικό μου τραπέζι
3 ώρες κατάληψη για έναν μόνο καφέ
Μεγάλη χασούρα για κείνη και το μάτι της παίζει
Πληρώνω, σηκώνομαι και φεύγω
Αλλά την έξοδο Α8 αποφεύγω
Ακούω που τα ηχεία καλούν τους τελευταίους επιβάτες
Μα είναι αργά, παίρνω βαλίτσα και γυρίζω τις πλάτες
Το Multilingual
Γκλιν Γκλον Παρί 938
Έρλυ θρί εδώ
Ζαμέ Ορλύ εγώ
Τικ τακ καφέ καπούτ
Βουαλά 3.20
Μερσί μαντάμ
Φρανσέ στην Ελλάδα μιλώ
Ποτέ Α8
Ζαμέ Ορλύ εγώ
Το déjà-vu
«Άμεση επιβίβαση για Παρίσι στην έξοδο Α8», η φωνή στο μεγάφωνο. «Παρακαλώ, τι θα πάρετε;», η φωνή δίπλα μου. «Το χω ξαναζήσει όλο αυτό», η φωνή μέσα μου. Γύρω μου, η «οχλαγωγία του αεροδρομίου»: πολύς κόσμος, πολλές γλώσσες, πολλή βαβούρα. Μια βαβούρα περίεργα γνώριμη, σα να χω ξανακούσει όλες τις επιμέρους κουβέντες σε κάθε τραπεζάκι αυτής της καφετέριας να κάνουν κονσέρτο με τον ίδιο ακριβώς τόνο, με το ίδιο ακριβώς ηχητικό αποτέλεσμα. Τόσο δυνατά, κι όμως αρκετά αδύναμα να καλύψουν τη βαβούρα στο κεφάλι μου. Αυτή που με κάνει να συνειδητοποιώ μόλις, ότι εδώ και δύο ώρες αναδεύω το κενό με το κουταλάκι μου κι έχω τη σερβιτόρα απέναντί μου να με καρφώνει-ναι, αυτή στην οποία έκανα ακροβατικά για να έρθει να πάρει παραγγελία! Τώρα θα πλησιάσει να την πληρώσω, θα σηκωθώ και θα μαζέψω τα πράγματά μου προσεκτικά -τόσο προσεκτικά που οι γύρω μου θα απορήσουν που θα αφήσω κάτι σαν εισιτήριο πάνω στο τραπεζάκι, αλλά θα σωπάσουν ξαφνικά για να τονιστεί ο ήχος της καρέκλας που θα παρασύρω βγαίνοντας στο πέρασμά μου. Θα περάσω την είσοδο της καφετέριας, την έξοδο Α8 και θα βγω στο δρόμο. Αντίο Παρίσι, καλημέρα Αθήνα.
Το μάτι της σερβιτόρας
Βλέπουν πολλά τα μάτια μου κάθε μέρα εδώ, αλλά τέτοιο φρούτο ρε αδερφάκι μου δεν το χω ξαναματαδεί! Κάθεται 3 ώρες σε εκείνο το τραπέζι και αν δε μου λεγε ένα ευχαριστώ την ώρα που του πήγα τον καφέ θα στοιχημάτιζα πως είναι ξένος, με αλτζάιμερ ή πώς στο διάλο το λένε… Έχει κόλλημα με το κουταλάκι, δεν εξηγείται! Ανακατεύει το άδειο του φλιτζάνι εδώ και 2 ώρες σου λέω! Ασταμάτητα! Έτσι μου ρχεται να πάω να του βάλω κι άλλο καφέ, τσάμπα-προσφορά του καταστήματος πώς το λένε, έτσι για να κάνει κάτι πιο χρήσιμο! Πάλι καλά που γίνεται χαμός στο αεροδρόμιο και δεν ακούγεται αυτό το ντρίνγκι ντρίνγκι του κουταλακίου! Ώπα… Ξύπνησε… με κοιτάει… πω πω! Με φωνάζει…αχ! μάλλον είδε πώς τον κοιτάω και θα μου την πει τώρα! Ουφ να πληρώσει μόνο θέλει, επιτέλους! Έφυγε παρασέρνοντας μια καρέκλα… δε στο λεγα εγώ; Κάτι τρέχει με δαύτον! Πάω να δω αν ο τσιφούτης άφησε τίποτα ψιλά. Άλλο και τούτο πάλι! Ξέχασε το εισιτήριό του και η πτήση για Παρίσι είναι τώρα, θα γυρίσει να το πάρει δε μπορεί, η έξοδος Α8 είναι εδώ δίπλα.
Το πιο σύντομο δε γίνεται
Το πιο μακρύ ταξίδι μου
Αθήνα-αεροδρόμιο-Αθήνα
Πνίγηκα σ ένα φλιτζάνι καφέ
Δεν μπήκα στο αεροπλάνο μου ποτέ
Το ηχητικό
Θ’ αφήσω το πουλί 938, μπόινγκ
Θα πετάξει με άλλους στην πλάτη του, φρρρρρ
Αφού τελειώσει ο καφές, γκλουπ
Περνάει η ώρα, τικ τακ
Έρχεται ο πανικός, ιου ιου ιου
Σηκώνομαι και βγαίνω, σντουπ
Παίρνω βαλίτσα και φεύγω, ουφ
χρήστος
Was no thing
Formless
Without quality
Nameless
Pure power
Yet it was anything that it touched
I am the illusion
And
I am not the illusion
All at the same time
All at the no time
All within the words’ gap
Magick
H Αποδοχή
Είμαι μόνος και θέλω να κλείσω τη σκηνή του θεάτρου για σήμερα. Δεν έχω κουραστεί, μα θα πρέπει να έχω και δύναμη για την αυριανή παράσταση. Μαζεύω ό,τι έμεινε από τις σημερινές παραστάσεις, κομμάτια γυαλί, δακρυσμένες μνήμες, ένα κομμάτι ύφασμα, σταγόνες αίμα.
Φεύγω προς τον άδειο δρόμο σφίγγοντας τα χέρια μου γύρω από τη μέση μου.
Βαδίζω μέσα στη νύχτα και βλέπω δύο φωτεινά σημάδια, πορφυρά μάτια να με παρακολουθούν. Σταματάω και κοιτάζω προς τα εκεί. Πλησιάζω λίγο περισσότερο για να καταλάβω, μέσα στην ασάφεια της νύχτας, πως είναι ένας κάποιος σαν και εμένα. Όχι ίδιος, απλά σαν και εμένα. Οι ματιές μας συναντιόνται. Είναι και οι δύο άδειες ματιές και όμως γεμάτες με το κόκκινο του πόθου μας. Έρχομαι ακόμα πιο κοντά, και βλέπω αυτόν, να είναι σώμα γεμάτο αστέρια και θλίψη που γυρνάει φτιάχνοντας στροβίλους. Κοιταζόμαστε χωρίς να μιλάμε. Σιωπούμε, γιατί οι λέξεις που κάποτε ξέραμε, απλά, δεν λένε κάτι. Πισωγυρνάω και αμφιταλαντεύομαι. Ακούω τη θέληση της σάρκας μου και απλώνω το χέρι προς τη μορφή μπροστά μου.
Νοιώθω μια ανομολόγητη έλξη προς αυτόν, και αφουγκράζομαι πως και ο άλλος νοιώθει κάτι παρόμοιο. Απλώνω και τα δύο χέρια, και ο άλλος απλώνει τα δικά του. Αγγιζόμαστε. Τα άκρα μας είναι σα να μιλάνε μεταξύ τους μυστικά κολυμπώντας στο χώρο που πλέον έχει γίνει πηχτός και αδιαπέραστος.
Αρχίζουμε μια στιχομυθία, ακατανόητη, ίσως…που ακούγεται σαν ηχώ:
Σε κοιτάζω για να με κοιτάξεις – Με κοιτάζω για να σε κοιτάξεις
Σε αγγίζω για να με αγγίξεις – Με αγγίζω για να σε αγγίξεις
Σε θέλω για να με θέλεις – Με θέλω για να σε θέλεις
Σε αγαπάω για να με αγαπήσεις – Με αγαπάω για να σε αγαπήσεις
Σε τρώω για να με φας – Με τρώω για να σε φας
Το άγγιγμά μας διαπερνά με τα χέρια, αλλού, και με μια κίνηση το κάθε μέλος ξεσκίζει το σώμα του άλλου. Δεν είμαστε, κανείς, πουθενά και παντού. Και όλα πάλλονται τριγύρω μας και οι καρδιές δημιουργούν φυγόκεντρες εικόνες που χάνονται στο άπειρο για να συναντηθούν και πάλι στο κέντρο της ύπαρξής μας, που ανοίγει, ανοίγει όλο και πιο πολύ.
Αγκαλιαζόμαστε κοιτώντας ο ένας στα μάτια τον άλλο, όλο και πιο βαθιά σε πορφυρούς καθρέφτες. Από εδώ και πέρα ο ένας θα ‘ναι η σκιά του άλλου και θα ζούμε εκεί όπου ανταμώνουν τα είδωλά μας.
Η Άρνηση
Νοιώθω τόσο μόνος και προσπαθώ να κλείσω τη σκηνή του θεάτρου αυτή, τουλάχιστο για σήμερα. Η κούραση με έχει καταβάλει και δεν έχω δύναμη για άλλη παράσταση. Προσπαθώ μάταια να μαζέψω ό,τι έμεινε από τις προηγούμενες παραστάσεις, κομμάτια γυαλί, δακρυσμένες μνήμες, ένα κομμάτι ύφασμα, σταγόνες αίμα.
Πρέπει να βαδίσω προς το σπίτι και δεν έχω άλλο τρόπο παρά να σφίξω τα χέρια μου γύρω από τη μέση μου.
Βαδίζω αργά μέσα στη βαριά νύχτα όταν βλέπω με φόβο δύο φωτεινά σημάδια, όμοια με πορφυρά μάτια να με παρακολουθούν. Σταματάω ξαφνιασμένος και κοιτάζω με τρόμο προς τα εκεί. Πλησιάζω προσεκτικά λίγο ακόμα για να καταλάβω με έκπληξη, μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, πως πρόκειται για κάποιον που μου μοιάζει διαβολεμένα! Δίχως να το θέλω συναντώ τη ματιά του. Είναι δύο άδειες ίριδες γεμάτες με το αιμάτινο κόκκινο του πόθου. Προχωρώντας δίχως να το θέλω βρίσκομαι πιο κοντά του ακόμα, και τον διακρίνω καθαρά. Ένα σώμα σαν γεμάτο απόμακρα αστέρια κενού και θλίψη που γυρνάει και γυρνάει φτιάχνοντας αέναους στροβίλους. Τον κοιτάζω χωρίς να μιλάω, παγωμένος. Σιωπή, γιατί οι λέξεις δεν περιγράφουν τον τρόμο μου. Πισωγυρνάω και αμφιταλαντεύομαι αλλά... Η σάρκα με δύναμη με παρασέρνει και μηχανικά το χέρι μου απλώνεται προς τη μορφή μπροστά μου.
Ανομολόγητη έλξη προς αυτόν με παρασύρει, και ξέρω πως και ο άλλος επιδιώκει κάτι σαν αυτό. Τα δύο χέρια μου σαν να μην είναι δικά μου απλώνονται προς αυτόν και ο άλλος ανοίγει τα δικά του με ζήλο. Με αγγίζει παντού. Τα άκρα του είναι σα να διατρέχουν το σώμα μου και με δικό τους τρόπο με αναγκάζουν να κολυμπήσω σε ένα χώρο που πλέον έχει γίνει αηδιαστικά πηχτός και αδιαπέραστος.
Μια στιχομυθία ηχεί παρά τη θέλησή μου, ακατανόητη, και μοιάζει να ακούγεται σαν ηχώ από μια απόμακρη χώρα:
Σε κοιτάζω για να με κοιτάξεις – Με κοιτάζω για να σε κοιτάξεις
Σε αγγίζω για να με αγγίξεις – Με αγγίζω για να σε αγγίξεις
Σε θέλω για να με θέλεις – Με θέλω για να σε θέλεις
Σε αγαπάω για να με αγαπήσεις – Με αγαπάω για να σε αγαπήσεις
Σε τρώω για να με φας – Με τρώω για να σε φας
Το άγγιγμά του με διαπερνά, και με μια κίνηση το κάθε μέλος του σχίζει το σώμα μου ολούθε. Δεν είμαι, κανείς πουθενά και παντού. Και όλα πάλλονται τριγύρω μου σα σε κενό και οι καρδιά μου γεμίζει φυγόκεντρες εικόνες που σβύνουν στο κενό για να χαθούν και πάλι στο κέντρο της ύπαρξής μου, που ανοίγει, ανοίγει όλο και πιο πολύ σε σημείο απόλυτης διάλυσης.
Με κοιτάζει όλο και πιο βαθιά και ο νους μου διασπάται σε πορφυρούς καθρέφτες. Από εδώ και πέρα θα είμαι η σκιά του και θα ζω εκεί όπου φεγγίζει το είδωλό μου.
Μια κατάσταση
Μόνος και η σκηνή του θεάτρου κλειστή για σήμερα. Δίχως κούραση, ανάγκη για ετοιμασία για την αυριανή παράσταση. Απομεινάρια που πρέπει να μαζευτούν. Κομμάτια γυαλί, οι μνήμες, το κομμάτι ύφασμα, οι σταγόνες αίμα.
Στον άδειο δρόμο πλέον με σφιχτά τα χέρια γύρω από τη μέση.
Βήματα μέσα στη νύχτα και δύο φωτεινά σημάδια, λαμπερά, πορφυρά μάτια, κάμερες καταγραφής. Στάση και παρατήρηση. Πιο κοντά, σαφής στην ασάφεια της νύχτας η ομοιότητα. Όχι ίδιοι αλλά σχεδόν όμοιοι. Ματιές σε συνάντηση. Άδειες ματιές και όμως με το κόκκινο του πόθου. Ακόμα πιο κοντά και αυτός εκεί, σώμα γεμάτο αστέρια και θλίψη. Στρόβιλοι. Ματιά, αλλά καμία λέξη. Σιωπή, οι λέξεις άφωνες. Κίνηση προς τα πίσω, πάλι μπροστά και πίσω. Η θέληση της σάρκας, ήχος και το χέρι απλωμένο προς τη μορφή μπροστά.
Έλξη ανομολόγητη, έλξη προς αυτόν, διαίσθηση. Χέρια απλωμένα και από τις δυο πλευρές. Άγγιγμα. Άκρα συμφωνημένα σε δική τους συνομιλία, μυστικά μέσα σε χώρο πηχτό και αδιαπέραστο.
Ο ήχος από μια στιχομυθία, δίχως νόημα, ωσάν ηχώ:
Σε κοιτάζω για να με κοιτάξεις – Με κοιτάζω για να σε κοιτάξεις
Σε αγγίζω για να με αγγίξεις – Με αγγίζω για να σε αγγίξεις
Σε θέλω για να με θέλεις – Με θέλω για να σε θέλεις
Σε αγαπάω για να με αγαπήσεις – Με αγαπάω για να σε αγαπήσεις
Σε τρώω για να με φας – Με τρώω για να σε φας
Άγγιγμα διαπεραστικό μέσω των χεριών. Κίνηση κάθε μέλους, μια κίνηση διάρηξης του άλλου. Ανυπαρξία, κανείς, πουθενά και παντού. Παλμός τριγύρω, και καρδιές σε φυγόκεντρες εικόνες σε χάσιμο στο άπειρο, και συνάντηση και πάλι σε άπειρο ύπαρξης. Ανοιχτό. Πιο ανοιχτό ακόμη.
Αγκαλιά σε θωριά με τον άλλο, όλο και πιο μέσα, εις, βαθιά σε πορφυρούς καθρέφτες. Ο άλλος ως σκιά του άλλου, ζωή μέσω ειδώλων συντροφικών.
H Αναδιανομή
Είμαι μόνος και θέλω να κλείσω τη σκηνή του θεάτρου για σήμερα. Μαζεύω ό,τι έμεινε από τις σημερινές παραστάσεις, κομμάτια γυαλί, δακρυσμένες μνήμες, ένα κομμάτι ύφασμα και ξέρω πως από εδώ και πέρα ο ένας θα ‘ναι η σκιά του άλλου και θα ζούμε εκεί όπου ανταμώνουν τα είδωλά μας με σταγόνες αίμα καθώς πλησιάζω λίγο περισσότερο για να καταλάβω, μέσα στην ασάφεια της νύχτας, πως είναι ένα κάτι αιμάτινο σαν και εμένα, αυτό, αυτός. Κοιταζόμαστε χωρίς να μιλάμε και απλώνω τα δύο χέρια, και ο άλλος απλώνει τα δικά του σε άγγιγμα που διαπερνά μέω των άκρων, αλλού, και ολούθε και με μια κίνηση το κάθε μέλος ξεσκίζει το σώμα του άλλου. Από εδώ και πέρα ο ένας θα ‘ναι η σκιά του άλλου και θα ζούμε εκεί όπου ανταμώνουν τα είδωλά μας. Δεν έχω κουραστεί, μα θα πρέπει να έχω και δύναμη για την αυριανή παράσταση, εκείνη τη βουτηγμένη σε αίμα δικό μου και δικό σου.
Σταματάω και κοιτάζω προς τα εκεί για να έρθω ακόμα πιο κοντά σου, και βλέπω, να το σώμα όμοιο γεμάτο αστέρια και θλίψη που γυρνάει φτιάχνοντας στροβίλους παραμυθίας. Όχι ίδιος πλέον, αλλά απλά σαν και εμένα. Νοιώθω μια ανομολόγητη έλξη προς αυτόν, και αφουγκράζομαι πως και ο άλλος νοιώθει κάτι παρόμοιο με τις ματιές μας να συναντιόνται, σπαράγματα. Και όλα πάλλονται τριγύρω μας και οι καρδιές δημιουργούν φυγόκεντρες εικόνες που χάνονται στο άπειρο για να συναντηθούν, και μετά να αγκαλιαστούν κοιτώντας ο ένας στα μάτια τον άλλο, όλο και πιο βαθιά σε πορφυρούς καθρέφτες εκεί στο κέντρο της ύπαρξής μας, που ανοίγει, ανοίγει όλο και πιο πολύ σε διάλυση και άμορφη λύση.
Αρχίζουμε μια στιχομυθία, ακατανόητη, ίσως…που ακούγεται σαν ηχώ:
Σε κοιτάζω για να με κοιτάξεις – Με κοιτάζω για να σε κοιτάξεις
Σε αγγίζω για να με αγγίξεις – Με αγγίζω για να σε αγγίξεις
Σε θέλω για να με θέλεις – Με θέλω για να σε θέλεις
Σε αγαπάω για να με αγαπήσεις – Με αγαπάω για να σε αγαπήσεις
Σε τρώω για να με φας – Με τρώω για να σε φας
Φεύγω προς τον άδειο δρόμο σφίγγοντας τα χέρια μου γύρω από τη μέση μου. Μαζί και σιωπούμε και οι δύο, γιατί οι λέξεις που κάποτε ξέραμε, απλά, δεν λένε κάτι στα βήματας μέσα στη νύχτα εκεί που διακρίνονται δύο φωτεινά σημάδια, πορφυρά μάτια να παρακολουθούν, σκιές. Τα άκρα της ματιάς μας είναι σα να μιλάνε μεταξύ τους μυστικά. Ακούω τη θέληση της σάρκας μου και απλώνω το χέρι προς την μορφή μπροστά μου, τώρα. Κολυμπώντας στο χώρο που πλέον έχει γίνει πηχτός και αδιαπέραστος, πισωγυρνάω και αμφιταλαντεύομαι, αέναη κίνηση. Εκεί οι δύο άδειες ματιές τώρα όμως γεμάτες με το κόκκινο του πόθου μας όπου δεν είμαστε, κανείς, πουθενά και παντού.
H Ανάσα
είμαι μόνος και θέλω να κλείσω τη σκηνή του θεάτρου για σήμερα δεν έχω κουραστεί μα θα πρέπει να έχω και δύναμη για την αυριανή παράσταση μαζεύω ό,τι έμεινε από τις σημερινές παραστάσεις κομμάτια γυαλί δακρυσμένες μνήμες ένα κομμάτι ύφασμα σταγόνες αίμα φεύγω προς τον άδειο δρόμο σφίγγοντας τα χέρια μου γύρω από τη μέση μου βαδίζω μέσα στη νύχτα και βλέπω δύο φωτεινά σημάδια πορφυρά μάτια να με παρακολουθούν σταματάω και κοιτάζω προς τα εκεί πλησιάζω λίγο περισσότερο για να καταλάβω μέσα στην ασάφεια της νύχτας πως είναι ένας κάποιος σαν και εμένα όχι ίδιος απλά σαν και εμένα οι ματιές μας συναντιόνται είναι και οι δύο άδειες ματιές και όμως γεμάτες με το κόκκινο του πόθου μας έρχομαι ακόμα πιο κοντά και βλέπω αυτόν να είναι σώμα γεμάτο αστέρια και θλίψη που γυρνάει φτιάχνοντας στροβίλους κοιταζόμαστε χωρίς να μιλάμε σιωπούμε γιατί οι λέξεις που κάποτε ξέραμε απλά δεν λένε κάτι πισωγυρνάω και αμφιταλαντεύομαι ακούω τη θέληση της σάρκας μου και απλώνω το χέρι προς τη μορφή μπροστά μου νοιώθω μια ανομολόγητη έλξη προς αυτόν και αφουγκράζομαι πως και ο άλλος νοιώθει κάτι παρόμοιο απλώνω και τα δύο χέρια και ο άλλος απλώνει τα δικά του αγγιζόμαστε τα άκρα μας είναι σα να μιλάνε μεταξύ τους μυστικά κολυμπώντας στο χώρο που πλέον έχει γίνει πηχτός και αδιαπέραστος αρχίζουμε μια στιχομυθία ακατανόητη ίσως που ακούγεται σαν ηχώ
Σε κοιτάζω για να με κοιτάξεις – Με κοιτάζω για να σε κοιτάξεις
Σε αγγίζω για να με αγγίξεις – Με αγγίζω για να σε αγγίξεις
Σε θέλω για να με θέλεις – Με θέλω για να σε θέλεις
Σε αγαπάω για να με αγαπήσεις – Με αγαπάω για να σε αγαπήσεις
Σε τρώω για να με φας – Με τρώω για να σε φας
το άγγιγμά μας διαπερνά με τα χέρια αλλού και με μια κίνηση το κάθε μέλος ξεσκίζει το σώμα του άλλου δεν είμαστε κανείς πουθενά και παντού και όλα πάλλονται τριγύρω μας και οι καρδιές δημιουργούν φυγόκεντρες εικόνες που χάνονται στο άπειρο για να συναντηθούν και πάλι στο κέντρο της ύπαρξής μας που ανοίγει ανοίγει όλο και πιο πολύ αγκαλιαζόμαστε κοιτώντας ο ένας στα μάτια τον άλλο όλο και πιο βαθιά σε πορφυρούς καθρέφτες από εδώ και πέρα ο ένας θα ‘ναι η σκιά του άλλου και θα ζούμε εκεί όπου ανταμώνουν τα είδωλά μας
Η Ποιητική
Άδειος εκτός από εμού χώρος σε στιγμή σκοτεινής σκηνής
Δίχως κάμματο αλλά σίγουρα το αύριο θα έρθει
Όχι ανάμεσα στα απομεινάρια του σήμερα
Όχι με τα γυάλινα κομμάτια
Όχι στις δακρυσμένες μνήμες
Όχι στο κομμάτι εκείνο ύφασμα
Και όχι μέσα στις αιμάτηνες σταγόνες
Μα σε άδειο δρόμο όλο ένταση
Σε νύχτα με φωτεινά πορφυρά σημάδια
Να κοιτάζω και να με κοιτούν
Από γωνίες απρόσμενες
Όλο και πιο κοντά
Όλο και πιο κοντά
Στην ασάφεια του σκούρου - είναι εκεί
Ο κάποιος, ο ίδιος, ο σχεδόν εγώ, ο πάντα όμως άλλος
Σε συναντήσεις δίχως λόγο
Απαξίωση νοήματος
Απελευθέρωση του σημείου
Φόβος προς στιγμή
Στο άγγιγμα των χεριών
Σώματα να μιλούν μεταξύ τους μυστικά
Στη θάλλασα του χώρου
Πηχτός χώρος
Αδιαπέραστος χώρος
Εκεί όπου αρχίζουν οι άρρητες φράσεις να ηχούν
Σε κοιτάζω για να με κοιτάξεις – Με κοιτάζω για να σε κοιτάξεις
Σε αγγίζω για να με αγγίξεις – Με αγγίζω για να σε αγγίξεις
Σε θέλω για να με θέλεις – Με θέλω για να σε θέλεις
Σε αγαπάω για να με αγαπήσεις – Με αγαπάω για να σε αγαπήσεις
Σε τρώω για να με φας – Με τρώω για να σε φας
Άγγιγμα διαπεραστικό
Κινήσεις που διαμελίζουν σάρκες και παρελθόν
Παλλόμενες καρδιές ασφυχτιούν
Που είμαστε;
Παντού, πουθενά;
Σε χορούς εικόνων στοβίλων που χάνονται στο άπειρο
Συναντήσεις σε κέντα άκεντρα του εγώ
Άνοιγμα τρομαχτικό
Μια αγκαλιά , μια ματιά πέρα από τον καθρέφτη
Οι σκιές ζούν πιο ζωντανά
Οι σκιές είναι
Ζώντας μαζί
μπαίνεις σ' ένα τηλεφωνικό θάλαμο και βλέπεις ένα χαρτάκι που γράφει ένα τηλεφωνικό αριθμό. αποφασίζεις να τον καλέσεις. γράψε την ιστορία
(κι άλλα διαδραστικά κείμενα)
γιώτα
Πάλι είχε αργήσει. Το προηγούμενο βράδυ είχε βρεθεί με την παλιοπαρέα .Αυτήν του λυκείου. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, είχαν καταφέρει να κρατήσουν τις επαφές τους. Γιορτές, γενέθλια, προαγωγές, γάμοι, χωρισμοί(!),απώλειες- είχε μετρήσει πολλές απώλειες αυτή η παρέα- αλλά και κάτι ατελείωτες ώρες με καφέ και αλκοόλ, πολύ αλκοόλ. Και με συζητήσεις, φιλοσοφίες, πειράγματα, γέλια, πολλά γέλια. Και με έρωτα, κρυφές ματιές, αγάπη, πολύ αγάπη.
Κάπως έτσι είχε κυλήσει το προηγούμενο βράδυ. Για ένα κρασάκι της είπαν. Την πήραν τηλέφωνο και της είπαν ότι θα την περίμεναν. Εκείνη δεν ήταν πολύ θερμή. Μερικές φορές δεν ήθελε να τους βλέπει, να τους ακούει. Της θύμιζαν τα χρόνια του σχολείου που κάθε φορά που τα θυμόταν, της γεννούσαν μια θλίψη ανείπωτη. Άσε που ένιωθε και λίγο ‘ξένη’ ανάμεσά τους. Συνήθως περνούσε υπέροχα μαζί τους στο τέλος και μετά τα έβαζε με τον εαυτό της που σκεφτόταν έτσι. Τους είπε ότι είχε πολύ δουλειά και πως ήταν ήδη τρομερά κουρασμένη. Διαμαρτυρήθηκαν. «Έλα! Έχουμε τόσο καιρό να τα πούμε! Θα είμαστε όλοι!»
Όλοι; Κι εκείνος; Ένας ακόμη λόγος για να μην πάει. Όχι, όχι δεν την άντεχε την αρρωστημένα περίεργη αυτή αύρα μεταξύ τους. Αυτή τη ματιά του που πάντα την προσπερνούσε, σαν να μην υπήρχε ,σαν να μην υπήρχε! Μα αφού βρισκόταν εκεί-σπάνια καθισμένη δίπλα του- θες από τύχη, θες από μια επιτηδευμένη σκοπιμότητα; Εκείνος πάντα τη αγνοούσε, την έκανε να νιώθει άυλη, ανύπαρκτη, φάντασμα. Μετά από το πολύ αλκοόλ –πάντα γινόταν πολύ για τους περισσότερους- όμως άλλαζε, μετουσιωνόταν σε μια θέρμη, σε μια ζεστασιά. Την αναζητούσε με το βλέμμα του, της γέμιζε το ποτήρι, ίσως να την άγγιζε κιόλας…
Αποφάσισε να πάει. Δεν ήταν και στα καλύτερά της τελευταία. Καλά, εδώ που τα λέμε ποτέ δεν ήταν αλλά τελοσπάντων. Ήθελε να τον δει λίγο, να βασανιστεί πολύ, να προβληματιστεί χαμένη σε απίστευτους διαδρόμους αποριών, αναζητήσεων, σκέψεων, παραλογισμών. Πάντα έτσι κατέληγε. Το ραντεβού ήταν για τις δέκα στο γνωστό τους στέκι. Θα πήγαινε κατευθείαν μετά τη δουλειά, δεν προλάβαινε. Έξαλλου είχε τόσα πολλά να κάνει, είχαν μαζευτεί εξαιρετικά πολλές εκκρεμότητες –επαγγελματικές πάντα. Οι άλλες, οι προσωπικές στοιβάζονταν στα δωμάτια του σπιτιού της. Παντού. Στη κουζίνα, στο καθιστικό, στη κρεβατοκάμαρα, στο μπάνιο ακόμα και στο μπαλκόνι. Μα γιατί πότε δεν τις έπαιρνε ο άνεμος να τις εξαφανίσει, να τις σκορπίσει στο απέραντο παντού, στο τεράστιο πουθενά αφού εκείνη δεν μπορούσε να τις αντιμετωπίσει; Παρακαλούσε τα χειμωνιάτικα βράδια που ο αέρας σφύριζε ρυθμικά τα δικά του ροκ κομμάτια, να τις εξαφανίσει όλες αυτές τις άλυτες καταστάσεις. Έτσι όλοι θα ήταν ευχαριστημένοι. Εκείνη κυρίως γιατί θα είχε το άλλοθι της εξαφάνισης-ποιος μπορεί άλλωστε να τα βάλει με τη φύση; Όλοι οι εμπλεκόμενοι δεν θα είχαν κάτι να πουν μπροστά στην ισχυρότατη δικαιολογία της αλλά και ο άνεμος δεν θα έμενε παραπονεμένος. Τί παιχνίδι θα έκανε με όλο αυτό το σκόρπισμα;
Έφτασε πολύ νωρίτερα. Αυτή η τυπικότητά της πια… Τι βραδιά και αυτή. Είχε κάτι από το μούδιασμα του φθινοπώρου, την γλύκα της άνοιξης και το ξεσήκωμα του καλοκαιριού. Τσιγάρο. Ήθελε να καπνίσει. Αυτό θα έκανε. Θα κάπνιζε και θα περπατούσε μέχρι να περάσει η ώρα. Έψαξε στη τσάντα της και μόνο τότε κατάλαβε πως είχε αφήσει το κινητό της στο γραφείο. Γαμώτο! Ένιωθε ανασφάλεια χωρίς αυτό. Τραγικό αλλά έτσι ένιωθε. Έπρεπε να τους τηλεφωνήσει για να δει μήπως και ήταν και κανείς άλλος νωρίτερα, πράγμα απίθανο αλλά θα το προσπαθούσε. Άναψε τσιγάρο και έγειρε στο τοίχο. Τηλεφωνικός θάλαμος ήταν. Πήρε τηλεκάρτα, δεν ήταν σίγουρη πως λεγόταν έτσι, είχε να χρησιμοποιήσει από τότε που ήταν φοιτήτρια και απένταρη. Θυμόταν τελικά πως γινόταν, εντάξει δεν ήταν και τόσο παλιά εκείνη η εποχή ή μήπως ήταν; Σχημάτισε τον αριθμό και περίμενε. «Θα είμαι πάντα εδώ για σένα», «Νίκο γύρνα πίσω», « Όλοι στο συλλαλητήριο..» δεν έβγαζε τι έλεγε παρακάτω το μήνυμα που ήταν γραμμένο στον θάλαμο σε αντίθεση με τα δύο πρώτα μηνύματα αγάπης που δεν είχαν υποκύψει στη φθορά του τηλεφώνου και του χρόνου. Χαμογέλασε με το χαζό της συνειρμό. Δεν απάντησε κανείς τελικά. Ίσως ήταν καθοδόν.
Η αλήθεια είναι πως είχε αρχίσει να εκνευρίζεται και άναψε και δεύτερο τσιγάρο προσπαθώντας παράλληλα να βγάλει την κάρτα από την σχισμή. Μάταια όμως. Είχε κολλήσει. Τα νεύρα της. Προσπάθησε ξανά και τότε το βλέμμα της στάθηκε σε ένα νούμερο τηλεφώνου γραμμένο στο χέρι και όχι τυπωμένο που στις άκρες του χαρτιού είχε σημειωμένα βελάκια που έδειχναν προς το νούμερο. Το έκανε κι εκείνη αυτό όταν ήθελε να σημειώσει κάτι εξαιρετικά σημαντικό.
Εξαιρετικά σημαντικό. Αυτή η φράση κόλλησε στο μυαλό της όπως και η κάρτα φυσικά. Το είδε σαν σημάδι και είπε να καλέσει-πράγμα αλλόκοτο για τα δεδομένα της, αλλά οι αισθήσεις της συνηγορούσαν στο κάλεσμα αυτό. Και κάλεσε. Και χτύπησε. Και μια φωνή απάντησε απροσδιορίστου χροιάς, δυσκολευόταν να εντοπίσει την ταυτότητα αυτής της φωνής. «Έλα κορίτσι μου». Τρόμαξε. Έτσι την αποκαλούσε εκείνος και μετά ο άλλος που τον διάλεξε γιατί του έμοιαζε πολύ. «Έλα κορίτσι μου» ξανά η φωνή. Σάστισε και κοίταξε γύρω της. «Εγώ είμαι. Ο άνεμος που ζητάς, το φύσημα που ψάχνεις, η πνοή που αναζητάς. Που τόσο πικρά με κακολογείς και με πικραίνεις. «Με ακούς;» Η αλήθεια είναι πως δυσκολευόταν να ακούσει. « Με ακούς;» « Σε ακούω.» « Πες μου. Θες να ρυθμίσω το ζητηματάκι σου; Μπορώ. Τώρα όμως. Δεν αντέχω άλλο τις κατηγορίες σου! Μπορώ! Λέγε! Θες; Αν και ,κορίτσι μου, σου έχω και μια εναλλακτική. Μπορώ να μιλήσω στο φίλο μου τον ήλιο, να φωτίσει λίγο παραπάνω στη πλευρά σου, να ζεστάνει περισσότερο τις αχτίνες του, να τις απλώσει πάνω στις στοιβαγμένες σου εκκρεμότητες. Ε; Τι λες; Τελευταία προσφορά. Δεν πρόκειται να υπάρξει άλλη!» Σκέψεις απανωτές : Μήπως ονειρεύομαι; Μήπως μου κάνουν φάρσα; Να το κλείσω να τρέξω; « Να μείνεις εδώ και να αποφασίσεις» είπε η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής επιτακτικά. «Θέλω ήλιο» ψέλισε και η γραμμή κόπηκε ακαριαία και η τηλεκάρτα ξεκόλλησε και το χαρτάκι του τηλεφώνου με τα βελάκια ξεκόλλησε κι αυτό κι ένα μικρό και ξαφνικό στροβίλισμα αέρα το πήρε μακριά γρήγορα.
Βγήκε από τον θάλαμο σαν μαγεμένη, χαμένη με μια παράξενη αίσθηση. Η παρέα , ο καφές , το αλκοόλ, εκείνος. Έτρεξε στο στέκι. Πάλι είχε αργήσει…
στέλλα
Τρεχει .
Δεν τον νοιαζει.
Γελαει.
Μια φορα και καποτε με πολύ καλο μετριο καιρο υπηρχε ένα βου-βου-βου-βου-νο με
ολο-λο-λο-λο-στρο-γγυ-λη-λη-λη κορυφη.
Ηταν γεματo κιτρινα,χρυσαφενια,λαμπερα,προκλητικα σταχυα.
Το ανεβηκε.
Εφτασε στην κορυφη.
Και-και-και-και-και τω-τω-ρα-ρα-ρα το-το-τε-τε ενοιωσε τα σταχυα να τον πληγωνουν και να τον
χαϊδευουν.
Δε-εε-εε-ν-ν-ν καταλαβαινε.αρχισε η βροχη.
Δυνατη.
Ποο-πο-πο-πο-πο-λυ-λυ-λυ-λυ-λυ.
Αρχισε να τρεχει.
Γρηη-γο-ρα-ρα-ρα.
Εφτασε στο κεντρο της κορυφης.
Εκει τον ειδε.
Και καλεσε.
Γρυυ-γρυ-λι-λι-σε και τσιι-ρι-ρι-ρι-ξε και φωω-φω-φω-να-ξε
και ειπε:βοηθεια!αλλα καμια απαντηση. ricky's hand.
Απομακρυνεται.
Τρεχει.
Νοιωθει τον ηλιο που εκρυψαν τα συνεε-νε-νε-φα μεσα του.
Τον ζεσταινει.
Τον σκαει.
Τον εξαγριωνει.τον καταλαβαινεις?
Εσυ!
Εε-συ-συ-συ-συ-συ!
Χαζε.
Τον ζεσταινει.
Και τρεχει .
Εετρεχε.
Μεχρι που εκανε βουτια.
Και φλαϊ fly.supercalifragelisticexpialidocious
Και πε-τα-τα-τα-ξε.
Και πε-πε-πε-τα-ξε.
Πεταγα.
Πετουσα.
Πεταω.
Πετας.
Rrose selavy
Tout tout
Η κλη-ση-ση-ση σας προ-προ-οθει-ει-ται.
στελα
ελπίδα
Αγωνίζομαι στις 3. Έχω χρόνο να ηρεμήσω, ξαπλώνω στα αποδυτήρια και χαλαρώνω. Οι δικοί μου θα έρθουν να με δουν. Ο αγαπημένος μου παππούς θα με περιμένει στην γραμμή του τερματισμού.
Πόση χαρά μου δίνει η παρουσία του παππού μου… μου διώχνει τα άγχος, με γαληνεύει, γεμίζω αισιοδοξία. Βγαίνω για ζέσταμα…η ώρα φτάνει και όλοι είναι στις θέσεις τους. Εγώ στο βατήρα κι εκείνος εκεί, όπως πάντα. Στον τερματισμό.
-Λάβετε θέσεις. Έτοιμοι;
Μπαααμ
Ταχύτητα, δύναμη, διάρκεια, θέληση και όλα δείχνουν πως θα είμαι η νικήτρια. Διακρίνω τον παππού μου που με φωνάζει:
-Μελανούρι μου…είσαι η καλύτερη.
Και τερματίζω πρώτη. Τα κατάφερα. Απλώνω τα χέρια μου να τον φτάσω αλλά….
-Μαμά δε θα έρθω το μεσημέρι σπίτι…με περιμένει ο παππούς να μου δείξει τα νεογέννητα κουνελάκια.
Τρέχω γρήγορα να πάω σπίτι, φιλάω τη γιαγιά για να μη ζηλεύει και πηδάω πάνω στον παππού όλο λαχτάρα. Τι μεγάλη που είναι η αγκαλιά του, με τυλίγει κ νιώθω ασφαλής. Κρατώντας με από τι χέρι κατεβαίνουμε στον κουνελιώνα. Τι όμορφο θέαμα, πολλά μικρά άσπρα κουνελάκια με ροζ αυτάκια. Να και τα νεογέννητα, ίσα που φαίνονται μέσα στο χνούδι.
Τους ρίχνουμε τροφή, τους βάζουμε νερό κι εγώ αποθανατίζω τις στιγμές με την αγαπημένη μου Kodak.
-Παππού μπορώ να παίξω μαζί τους; Παππού;
Ένα πελώριο θαυμαστό κτίριο με τους κίονες απέξω μου κινεί την περιέργεια. Μουσείο θα ναι θαρρώ. Κόσμος μπαινοβγαίνει με κάτι φυλλάδια στα χέρια. Άλλοι φοράνε σορτσάκια, άλλοι σανδάλια, άλλοι πουλόβερ, άλλοι τραβούν φωτογραφίες.
Αγχώθηκα. Ποτέ δε μου άρεσε η ιστορία. Αλλά ο παππούς ήθελε να με πάει βόλτα να μου δείξει τα μνημεία. Δε του χαλούσα χατίρι, ούτε εκείνος άλλωστε. Χεράκι χεράκι τα γυρίσαμε όλα…πολλά αγάλματα, αρκετοί πίνακες, έντονα συναισθήματα!
Δίψασα. Ο παππούς μου πήρε τον αγαπημένο μου φυσικό χυμό. Μου ζήτησε να τον περιμένω στην καφετέρια του μουσείο ώστε να κάνει ένα επείγον τηλεφώνημα στον τηλεφωνικό θάλαμο που υπήρχε στην είσοδο του κτιρίου.
-Θα σε περιμένω εδώ• μην ανησυχείς, του είπα.
Κόσμος ερχόταν, έφευγε, ο χυμός μου τελείωσε και ο παππούς μου; Πήγα τον τηλεφωνικό θάλαμο αλλά δεν ήταν εκεί.
Α! ένα νούμερο με τεράστιους αριθμούς. Μα το τηλέφωνο του παππού μου! Τι συμβαίνει; Αποφασίζω να καλέσω γεμάτη θυμό και φόβο μαζί. Με άφησε μόνη μου, θα του βάλω τις φωνές σκέφτηκα. 6974321528…καλεί.
-Παππού; Παππού που είσαι; Γιατί δε μου μιλάς; Παππού;
Ντριιιν ντριιινννν…
-Παρακαλώ;
-Ελπίδα καλημέρα. Η Κα Αγγελοπούλου είμαι. Συγγνώμη αν σε ξύπνησα αλλά μόλις ήρθε χαρτί από το Πανεπιστήμιο της Αμερικής. Από Σεπτέμβριο φεύγεις.
Αυτό ήταν. Πέταξα το τηλέφωνο, πέταξα τα σεντόνια από πάνω μου, σηκώθηκα και ούρλιασα από χαρά. Δεν το πίστευα. Το όνειρο μου είχε πάρει μορφή στην πραγματικότητα.
-Σας ευχαριστώ πολύ κα Αγγελοπούλου. Όταν συνέλθω τα περάσω από το γραφείο να σας δω. Καλημέρα σας.
Κλείνω το τηλέφωνο και συνειδητοποιώ πως ο αριθμός που με κάλεσε ήταν 6974321528. Μααα… δεν τόλμησα να συνεχίσω• απλά σκέφτηκα.:
« Για ακόμα μια φορά ο παππούς ήταν δίπλα μου όπως όταν έκανα τα πρώτα μου βήματα. Τότε μου κρατούσε το χέρι, τώρα έρχεται στα όνειρα μου και με προστατεύει»
Με ένα χαμόγελο αλλιώτικο από τ’ άλλα σηκώθηκα, ετοιμάστηκα, στολίστηκα και βγήκα να απολαύσω την επιτυχία μου. Στην παρακάτω γωνία του σπιτιού συνάντησα τον τηλεφωνικό θάλαμο, πήρα το μαρκαδοράκι και υπέγραψα:
«Σ’ευχαριστώ που υπάρχεις,
697…28,
το μελανούρι σου»
χαρά
Κατακαλόκαιρο, ζέστη και υγρασία. Η άγρια μπόρα που ξεσπά, διακόπτει βίαια τον ήσυχο νυχτερινό μου περίπατο. Αστραπές φωτίζουν τον ουρανό και οι βροντές ενοχλούν το τύμπανό μου, αναγκαστικά αποσπώντας το νου από κάθε είδους σκέψεις…Υψώνω το κεφάλι, θέλω να θαυμάσω το μεγαλόπρεπο θέαμα, οι δυνατές, χοντρές σταγόνες της βροχής με εμποδίζουν να δω καθαρά, το βλέμμα μου θολώνει, το βάδισμά μου τρέμει.
Το τοπίο αλλάζει τώρα. Νοιώθω απειλή, νηφαλιότητα τέλος…
Αναζητώ ένα καταφύγιο. Ενώ το σκοτάδι βαθαίνει, ανήσυχη επιταχύνω το βήμα, παλεύοντας να διακρίνω κάποιο φως. Η ευγνωμοσύνη επανέρχεται σύντομα, καθώς στο δρόμο μου ξεπροβάλλει φωτεινός κάποιος τηλεφωνικός θάλαμος.
Με δυο δρασκελιές, βρίσκομαι στο εσωτερικό του. Μουσκεμένη σχεδόν μέχρι τον αστράγαλο, κοντοστέκομαι, μέχρι να κοπάσει η καταιγίδα. Περιφέροντας τη ματιά μου στον περιορισμένο χώρο, ξεχωρίζω έναν αχνά σημειωμένο, πρωτότυπο αριθμό τηλεφώνου.
Η περιέργειά μου γυρεύει εκτόνωση. Καλώ με ανυπομονησία, κλεφτά κοιτώντας τον πλημμυρισμένο δρόμο. Μια τρυφερή, ερμαφρόδιτη φωνή μιλά από την άλλη άκρη:
«Έχεις καλέσει τη Γραμμή της Ύπαρξης. Καλωσόρισες στην αναπαράσταση της ζωής. Θαρρετά ανταποκρίθηκες στην πρόκληση του άγνωστου αριθμού. Σκέψου, ίσως να’ ναι τούτη η κίνηση, βήμα ελευθερίας μες το ταξίδι του βίου, βήμα ελπίδας ότι, κάτι νέο επιφυλάσσει το άθροισμα ή και καθένα από τα μέρη της αριθμητικής αυτής αλυσίδας, που μόλις διακρίνεται. Σκέψου, πόσα στάδια διένυσες, μέχρι να πατήσεις ένα-ένα τα πλήκτρα… Καταρχήν, εντόπισες τον αριθμό τηλεφώνου, με τη ματιά σου. Ύστερα, βάλθηκες να τον παρατηρείς, προσπάθησες να τον διακρίνεις καθαρότερα, ανοίγοντας περισσότερο τα μάτια σου. Σου φάνηκε άγνωστος, αλλά αναρωτήθηκες, τι σου θυμίζει… Σου πέρασε από το μυαλό, μέχρι και η σκέψη ότι, ίσως ήταν γέννημα της φαντασίας σου… Αδιόρατοι φόβοι σε διαπέρασαν και κοντοστάθηκες διστακτικά και αναποφάσιστα. Τέλος, το ενδιαφέρον σου φούντωσε. Η παρακίνηση για δράση επικράτησε. Η σκέψη και η καρδιά σου συμβάδισαν αρμονικά, τα δάχτυλα σχημάτισαν σταθερά τον αριθμό τηλεφώνου. Πόσο χρόνο διήρκεσε αυτή η διαδικασία; Απαλά ή νευρικά ακούμπησες τα πλήκτρα; Σκέψου – Νιώσε – Ποιες δυνάμεις επιστράτευσες, για να φθάσεις μέχρι εδώ; Βαθιά, Καθαρή Ματιά, Μνήμη, Πάταξη του Φόβου, Θετική Σκέψη, Ελεύθερη Βούληση. Τώρα μπορείς αποτελεσματικά να πατήσεις τα πλήκτρα της ζωής σου, να δώσεις σάρκα και οστά στο αληθινό μήνυμα του αριθμού που κάλεσες, στην αλήθεια του εαυτού σου.»
ρόζα
Ήταν ένα γαλάζιο χαρτάκι… αλλά όχι οποιοδήποτε γαλάζιο χαρτάκι. Ήταν σαν αυτά που είχαμε μαζί αγαπήσει και τα είχαμε γεμίσει με παρατηρήσεις για τους τύπους των διαφορικών. Έμοιαζε κομμένο απ’ το ίδιο μπλοκάκι. Και οι αριθμοί καλογραμμένοι, όμορφοι και στρογγυλοί, με προκαλούσαν σχεδόν. Αποφάσισα να μπω στη διαδικασία να σχηματίσω αυτό τον αριθμό και να καλέσω – αν και για αλλού δεν ξεκίνησα; Στη Βίκυ ήθελα να τηλεφωνήσω. Να αναβάλω τη συνάντησή μας για να γυρίσω σπίτι μου και να ακούσω τις μουσικές μου. Η ημέρα ήταν λίγο γκρίζα και κάπως μελαγχολική και εγώ με κάτι τέτοια θέλω μόνο το καβούκι μου. Σπίτι, νότες στον αέρα, μυαλό και ψυχή να ταξιδεύουν. Χωρίς να το ξανασκεφτώ, σηκώνω το ακουστικό και πατώ αργά αλλά αποφασιστικά τα δέκα νούμερα που με κοίταζαν σχεδόν γελώντας! Η φωνή στην άλλη άκρη γλυκιά, ζεστή και τόσο ήρεμη, σα να με περίμενε… μου είπε ευχαριστώ που κάλεσα και με παρακάλεσε να δείξω εμπιστοσύνη…. Μα τί λέει; Κακώς έμπλεξα. Μα καλά, τί κάνω κι εγώ; Με παρέπεμψε στον κύριο Λεωνίδα, με το πάντα περιποιημένο μουστάκι και με τα ζεστά του κουλούρια.
"Να πάρεις δύο" ,μου είπε, "και να τα τοποθετήσεις προσεκτικά μέσα στην τσάντα σου με τα ζωγραφιστά κερασάκια!"
…. Ε, δεν είμαστε καλά! Πώς ξέρει τι τσάντα κρατάω; Με παρακολουθούν; Να τρομάξω; Τι γίνεται εδώ;
Έκανα μισή στροφή γύρω από τον εαυτό μου, κοίταξα όσο πιο καλά μπορούσα τους ανθρώπους που στέκονταν εκεί κοντά και προσπαθούσα να καταλάβω τί συμβαίνει. Από την άλλη άκρη της γραμμής, σε τόνο ανησυχητικά οικείο, η φωνή με διαβεβαίωνε ότι όλα είναι μια χαρά και ότι δεν πρέπει να τρομάξω και να φύγω, αλλά αντιθέτως, να μείνω και να ευτυχήσω. Ο κύριος Λεωνίδας θα μου έλεγε τη συνέχεια.
Αφήνω το ακουστικό αφήνοντας παράλληλα και τη γραμμή ανοιχτή καθώς είχα σίγουρο το ότι θα γυρίσω. Ο κύριος Λεωνίδας, φιλικός και με βλέμμα σαν αυτό του παππού μου, με καλησπερίζει και μου δίνει από μόνος του, πριν καν εγώ του πω οτιδήποτε, δυο κουλούρια. Αχνιστά και όχι πολύ ψημένα. Όπως ακριβώς τα τρώω. Πάω να τον πληρώσω και δε θέλει. Μου γελάει και μου λέει να πάω στην Πόπη, αυτή του φούρνου, να πάρω το στεφανάκι μου. Το στεφανάκι μου; Ποιο στεφανάκι μου; Τι γίνεται εδώ; Τι κάνω; Έβαλα τα γέλια. Με δουλεύει όλη η γειτονιά; Πού το πάνε; Άντε να πάω και στην κυρία Πόπη. Να δω τί άλλο θα μου ξημερώσει!
Καθισμένη στη γωνιά της, με την αγκαλιά της πάντα ανοιχτή για όλους, με βλέπει από μακριά να πλησιάζω και γελά. Λάμπει όλο της το πρόσωπο. Ξέρουν όλοι κάτι και δε μου το λένε; Θα τρελαθώ! Έπειτα από τις βασικές ερωτήσεις – που πάντα μου έκανε για το πώς πάει η δουλειά, η υγεία μου και τί κάνουν οι δικοί μου που τόσο τους εκτιμά – σκύβει και βγάζει από μια χάρτινη λευκή σακούλα ένα στεφανάκι. Ένα στεφανάκι που έφτιαξε η εγγονή της από ανεμώνες. Περπάτησε με τον παππού της χέρι χέρι, τα μάζεψε ένα ένα με στοργή κι έφτιαξε μικρά – σα στέκες – στεφανάκια. Για τη γιαγιά της και για όσους εκείνη αγαπά. Θα μου έδινε ακόμα κι αν ήταν το τελευταίο που είχε. Το δικό της.
" Πάρε και δυο πορτοκαλαδίτσες για αργότερα. Από τις μπλε στο μεταλλικό κουτί… τις ΕΨΑ... αυτές που σου αρέσουν και τις πίνεις μια κι έξω! Κερνάω εγώ! "
" Σ’ευχαριστώ κυρία Πόπη. Στην υγειά σου! "
Περνώ το κατώφλι του μαγαζιού της και στο πρώτο μου κιόλας βήμα διαπιστώνω ότι ο δρόμος μου είναι στρωμένος με λουλούδια. Με πολύχρωμες ανεμώνες. Κάθε μου βήμα στολισμένο με χρώματα και μυρωδιές. Πριν πέντε λεπτά δεν ήταν έτσι εκεί έξω. Δεν προχώρησα πολύ. Λίγα μέτρα μόνο. Δε σκεφτόμουν πού πάω. Απλά ακολουθούσα το χρώμα! Και ξαφνικά μπροστά μου εσύ! Σ’ εκείνη τη γωνία που σε αντάμωσα πρώτη φορά. Να μου γελάς και να με κοιτάς στα μάτια. Όπως τότε και τώρα. Όχι, δεν είναι τυχαία η συνάντηση… εσύ είσαι πίσω από όλο αυτό. Νομίζω…
" Στέφανα τα κουλούρια του κυρίου Λεωνίδα, βέρες τα μεταλλικά δαχτυλίδια από τις πορτοκαλάδες, λουλούδια στα μαλλιά σου οι ανεμώνες από τα χέρια της μικρής Καλλιόπης, καλεσμένοι όλοι όσοι μας αγαπούν… γίνε γυναίκα μου… "
Φως, ήλιος παντού…
… και ναι, έγινα γυναίκα σου… και μετά από καιρό μου αποκάλυψες ότι τέτοια, ίδια, μικρά, γαλάζια, σαν από το μπλοκάκι μας κομμένα χαρτάκια, είχες αφήσει σε όλους τους τηλεφωνικούς θαλάμους της γειτονιάς. Γιατί ήξερες ότι αν το δω, θα το αναγνωρίσω, θα σε φέρω στο μυαλό και θα ακολουθήσω το ένστικτό μου. Αυτό που με έπεισε να τηλεφωνήσω και με οδήγησε στα χέρια σου… στην αγάπη σου και στην παντοτινή αφοσίωσή σου…
" … ξύπνα αγάπη μου… χτυπάει το τηλέφωνο… "
χρήστος
Συν-διάλογοι
Εισαγωγή – Οι ήχοι δεν ηχούν και πολύ καλά (ηχητικό intro) Play 1
Τι και αν φωτεινά βαθύ σημάδι μου αφήσει τούτη η νύχτα. Ίσως. Μαζί της, τη γλυκιά αίσθηση της απουσίας που μόνο εσύ μπορείς να μου δίνεις απλόχερα και, με μάλλον, καλοπροαίρετη διάθεση. Με τη σιωπή του ήχου των λόγων σου και μόνο. Βέβαια, ελπίζω να σε ακούσω έστω για μια φορά και ψιθυριστά. Πρώτη και τελευταία, ακόμα. Αν και ξέρω πολύ καλά πως δεν έχω κανένα λόγο να προσπαθώ…και να προσπαθώ ακόμα περισσότερο, αλλά αυτό το απλό και πεισματάρικο, σχεδόν παιδικό παιγνίδι με συνεπαίρνει. Με ταξιδεύει σε προσμονές που δεν μπορείς να φανταστείς καν. Με συγχωρείς για τον απλοϊκό εγωισμό μου. Είναι μια από τις πολλές μου αδυναμίες, εξάλου. Ξέρεις εσύ, ε; Και ελπίζω να με ακούς με κατανόηση, μετά από τόσο καιρό που είμαστε μαζί.
Ήχος από τηλέφωνο πριν καλέσει...
Προσπαθώ να αφουγκραστώ, να σε αφουγκραστώ…Τι να σημαίνει άραγε αυτός ο σιωπηλός ήχος, ο περίεργος ήχος που περνάει μέσα από κάθε σημείο και σημάδι της ύπαρξής μου, μικρό ή και μεγάλο του σώματός μου. Στέκομαι, αν στέκομαι και πού, δεν μπορώ να ξέρω. Σκέψεις θα σου μιλήσω ή και κάτι άλλο; Ποιά είναι η πρόθεση, μα τελικά υπάρχει κάποια πρόθεση; Και εσύ, εσύ , εσύ εσύ! Από τη μία, μου ηχείς σαν αέρινα απαστράπτοντα λουλούδια που με ταξιδεύουν. Από την άλλη θυμίζεις, ξεκάθαρα να πω, χιλιάδες βελόνες που μπήγονται μονομιάς στη σάρκα μου. Είναι η περίεργη σιωπή σου ή κάτι άλλο; Σίγουρα πάντως είναι ένας υπόκωφα σιωπηλός και με πολλές αναταράξεις ήχος που τραυλίζει δυνατά γεμάτος σάρκα και αίμα και λέμφο και σπέρμα…Ίσως ότι πιο ζωντανά σημαντικό μπορώ να νοιώσω ως ανθρώπινο πλάσμα. Σε ευχαριτώ για αυτό που λέγεται ελπίδα!
Ήχος από τηλέφωνο που καλεί ένα αριθμό...
Τώρα τι κάνω; Πήρα το θάρρος να σε καλέσω. Μα και πάλι βλέπω τι έρχεται, αυτό και πάλι. Τη μεγάλη και αρχοντική σιωπή σου. Αυτή που μοιάζει σα να με οδηγεί μπροστά σε μια είσοδο, σε ένα μονοπάτι που οδηγεί σε μια ακινησία μαγικά αλλότρια. Ή μήπως είναι η ζώσα απουσία της φωτεινής αυριομέρας; Εκεί όπου όλα είναι πιθανά αλλά και απίθανα. Στο απέραντο βασίλειο αβεβαιότητας που επαναλαμβάνεται χωρίς αρχή μέση και τέλος, με οδηγείς με σίγουρα και θλιμμένα βήματα. Αέναοι στροβιλισμοί χορευτικής αρτιότητας και θεατρικής έντασης χωρίς όμως κανένα λόγο να αρθρώνεται στο τέλος. Μια βουβή παράσταση, είναι αυτή ή και η επόμενη; Και μην μου πεις πως δεν το έχεις σκεφτεί ποτέ σου αυτό. Μην μου πεις πως δεν το έχεις σκηνοθετήσει με αρτιότητα. Δεν θα το πίστευα, δεν μπορώ να το πιστέψω ή να το δεχτώ. Είναι τόσο αριστοτεχνικά φτιαγμένη αυτή η σιωπή που σίγουρα κρύβει πίσω της μια θεϊκή παρέμβαση. Ένα χέρι, αν μη τι άλλο!
Ήχος από τηλέφωνο που καλεί...
Επανέρχομαι σε αυτή την περίεργη σιωπή σου, αυτήν που ξέρεις καλά να μου δίνεις γεμίζοντας όλες τις αισθήσεις μου, μέσα από τις αποστροφές των διαφόρων λόγων σου και μόνο σε όλες τις άμορφες μορφές τους. Αυτή λοιπόν που είναι μέσα σε κάθε σου απλή ή και όχι απλή λέξη αλλά και στην κάθε σου μικρή ή και μεγαλύτερη παύση σου. Αυτές οι παύσεις...Να ήξερες τι λένε κάποιες φορές.! Πόσο μεγαλώνουν την απόσταση από εμένα, μα πόσο χρωματίζουν με αβεβαιότητα την καρδιά μου, μαζί. Να ήξερες τι μου λείπει τώρα και πόσο μου λείπεις τώρα, επίσης! Η λύση..ρωτάω!?
«Ο αριθμός που καλείτε είναι κατηλημένος...παρακαλώ…»
Τι μου λες, σκέφτεσαι ή και νοιώθεις καμιά φορά; Τι μου λες; Τι μου λες, προσπαθώ να ακούσω και να δω και να… καταλάβω, τελικά αυτό το παιγνίδι τι είναι; Προσπαθώ, με ότι μου έχει απομείνει, να σε ακούσω, να σε ακούσω καθαρά, καθαρά, ακόμα πιο καθαρά αλλά οι σκιές έρχονται πιο γρήγορα! Εσύ το είπες αυτό μα και σε ποιόν; Είμαι μοναδικός σου ή απλά… Προσπαθώ να μην κάνω κάποιο λάθος και με κατηγορήσεις ότι για άλλη μια φορά φέρθηκα σα μανιακός και είδα άλλα εκεί όπου έπρεπε να δω άλλα. Δεν είμαι τρελός – αλλά και αν είμαι τι έγινε;
Ο αριθμός που καλέσατε δεν αντιστοιχεί...
Δεν μπορώ πλέον να μη σου λέω με μονότονη επανάληψη τι ζει εκεί όπου με έχεις οδηγήσει με το ναι μου…ότι και αν είναι αυτό, ακόμα και αν η οσμή του είναι άσχημη και για κάποιους βρωμερή! Παλιά, θυμάσαι πως έκρυβα την απορία μου στα άδεια μου βλέμματα και βέβαια στις λέξεις ή φράσεις σου που αν και δεν καταλάβαινα με ακρίβεια, τις αγαπούσα σαν μια σημαντική και συμπαντική αλήθεια, αυτή από εσένα. Δεν καταλάβαινα! Ήταν ψέματα, ήταν αλήθειες; Δεν με ένοιαζε! Ίσως δεν είχε και πολύ σημασία τότε να με νοιάζει. Απλά ήσαν γλυκείες, πολύ γλυκείες προφάσεις λέξεων και η γλύκα τους με έτρεφε με περισσή ηδονή για κάθε αχνά σκιαγραφημένο αύριο. Τότε όμως! Θυμάσαι που σου είχα πει πως σε αγαπώ και μου απάντησες «μα είμαι κακός άνθρωπος»; Δεν θυμάσαι, ίσως, γιατί ήταν κάτι που έγινε πολύ παλιά και έχει χαθεί στις μνήμες μου, αλλά όχι για εμένα μα και ούτε για εσένα! Ποτέ δεν χάθηκε κάτι δικό σου…αντίθετα το μάζεψα και το φυλάω διαμαντένια ρευστό άγγιγμα ακόμα και σήμερα. Για να περάσω όμως στη γέφυρα ανάμεσα σε εκείνο και στο άλλο μου του τώρα, είσαι το αλλόγνωρο και το αμετροφανές, τότε και τώρα που με εσένα τρελή αγάπη άρχισα να ταξιδεύω στα άρρωστα και όμορφα λουλούδια του κοινού παιχνιδιού.
Ήχος από παράσσιτα τηλεφώνου...( play 2)
Δέχομαι και αποδέχομαι τον καθρέφτη της σιωπής γιατί με έχεις πλέον παρασύρει, εκεί που θέλω. Όπως ένα παιδί, βρίσκομαι να παίζω με την άπειρα κρύα αγκαλιά του σιωπηλού σου λόγου. Περιδιαβαίνω στις στιγμές που με ρίχνεις και νοιώθω σαν μέσα σε διαμαντένιες χρώσεις της ακινησίας και του είναι μου. Η απουσία σου με διαλύει, με κάνει να χάνω και να χάνομαι...Περιμένοντάς σε ο χρόνος είναι άχρονος και μαζί του διαλύομαι σε όλα τα πιθανά συμβάντα και έτσι πλέον δεν μπορώ να είμαι, απλά! Μεταμορφώνομαι σε κάτι απροσδιόριστο που να πονάει και πονάει πέρα από κάθε δυνατότητα να φανταστεί κανείς κα΄ποιο πόνο. Και μαζί φέρνει απερίγραπτο φόβο. Με οδηγείς στην άκρη και δεν έχω άλλη επιλογή και πέφτω ‘εκεί’ όπου έχεις για καιρό προσχεδιάσει να με ταξιδέψεις. Γίνομαι το ιπτάμενο είδωλό της ανάκλασής σου και πέφτω έως ότου, δεν ξέρω τι θα είμαι μετά. Δεν έχει σημασία. Το φως των αστεριών εκεί τρεμοσβήνει μαζί με κάθε πιθανότητα να ηχήσει κάτι και ο χρόνος σταματάει. Μαζί τους έρχονται από κάθε μεριά οι σκιές να αρνηθούν κάθε κίνηση ή και υποψία φωτός. Εκεί τι γίνεται και τι θα γίνεται; Κενό είναι που αρχίζει να μιλάει, ανάμεσα σε άλογα που βρυχώνται και δείχνουν πως πίσω εκεί είναι όλα, μα όλα όσα τραγούδησα και ταξίδεψα και θα ταξιδέψω. Όχι απαντήσεις, αλλά ένας ουρανός που χορεύει με τα αμέτρητα χρώματα του αιώνα και του ποταμού της άρρητης ζωής. Το γέλιο τρανταχτό ηχεί παντού στο σώμα και σε όλες τις διαστάσεις του και ο τρόμος γίνεται ο καλύτερος μου φίλους. Τώρα! Ποιος είμαι ή τι λες ότι είμαι, δεν έχει σημασία. Είμαι ένα από τα άλογα με τις χρυσές οπλές και χορεύω ανάμεσα στους κόσμους που διαλύονται σε στροφές και αποστροφές. Γελάω στη θλίψη μου άλλου που δεν αλλού είναι!
Κλείσιμο - Horses song!
γιώτα
Πάλι είχε αργήσει. Το προηγούμενο βράδυ είχε βρεθεί με την παλιοπαρέα .Αυτήν του λυκείου. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, είχαν καταφέρει να κρατήσουν τις επαφές τους. Γιορτές, γενέθλια, προαγωγές, γάμοι, χωρισμοί(!),απώλειες- είχε μετρήσει πολλές απώλειες αυτή η παρέα- αλλά και κάτι ατελείωτες ώρες με καφέ και αλκοόλ, πολύ αλκοόλ. Και με συζητήσεις, φιλοσοφίες, πειράγματα, γέλια, πολλά γέλια. Και με έρωτα, κρυφές ματιές, αγάπη, πολύ αγάπη.
Κάπως έτσι είχε κυλήσει το προηγούμενο βράδυ. Για ένα κρασάκι της είπαν. Την πήραν τηλέφωνο και της είπαν ότι θα την περίμεναν. Εκείνη δεν ήταν πολύ θερμή. Μερικές φορές δεν ήθελε να τους βλέπει, να τους ακούει. Της θύμιζαν τα χρόνια του σχολείου που κάθε φορά που τα θυμόταν, της γεννούσαν μια θλίψη ανείπωτη. Άσε που ένιωθε και λίγο ‘ξένη’ ανάμεσά τους. Συνήθως περνούσε υπέροχα μαζί τους στο τέλος και μετά τα έβαζε με τον εαυτό της που σκεφτόταν έτσι. Τους είπε ότι είχε πολύ δουλειά και πως ήταν ήδη τρομερά κουρασμένη. Διαμαρτυρήθηκαν. «Έλα! Έχουμε τόσο καιρό να τα πούμε! Θα είμαστε όλοι!»
Όλοι; Κι εκείνος; Ένας ακόμη λόγος για να μην πάει. Όχι, όχι δεν την άντεχε την αρρωστημένα περίεργη αυτή αύρα μεταξύ τους. Αυτή τη ματιά του που πάντα την προσπερνούσε, σαν να μην υπήρχε ,σαν να μην υπήρχε! Μα αφού βρισκόταν εκεί-σπάνια καθισμένη δίπλα του- θες από τύχη, θες από μια επιτηδευμένη σκοπιμότητα; Εκείνος πάντα τη αγνοούσε, την έκανε να νιώθει άυλη, ανύπαρκτη, φάντασμα. Μετά από το πολύ αλκοόλ –πάντα γινόταν πολύ για τους περισσότερους- όμως άλλαζε, μετουσιωνόταν σε μια θέρμη, σε μια ζεστασιά. Την αναζητούσε με το βλέμμα του, της γέμιζε το ποτήρι, ίσως να την άγγιζε κιόλας…
Αποφάσισε να πάει. Δεν ήταν και στα καλύτερά της τελευταία. Καλά, εδώ που τα λέμε ποτέ δεν ήταν αλλά τελοσπάντων. Ήθελε να τον δει λίγο, να βασανιστεί πολύ, να προβληματιστεί χαμένη σε απίστευτους διαδρόμους αποριών, αναζητήσεων, σκέψεων, παραλογισμών. Πάντα έτσι κατέληγε. Το ραντεβού ήταν για τις δέκα στο γνωστό τους στέκι. Θα πήγαινε κατευθείαν μετά τη δουλειά, δεν προλάβαινε. Έξαλλου είχε τόσα πολλά να κάνει, είχαν μαζευτεί εξαιρετικά πολλές εκκρεμότητες –επαγγελματικές πάντα. Οι άλλες, οι προσωπικές στοιβάζονταν στα δωμάτια του σπιτιού της. Παντού. Στη κουζίνα, στο καθιστικό, στη κρεβατοκάμαρα, στο μπάνιο ακόμα και στο μπαλκόνι. Μα γιατί πότε δεν τις έπαιρνε ο άνεμος να τις εξαφανίσει, να τις σκορπίσει στο απέραντο παντού, στο τεράστιο πουθενά αφού εκείνη δεν μπορούσε να τις αντιμετωπίσει; Παρακαλούσε τα χειμωνιάτικα βράδια που ο αέρας σφύριζε ρυθμικά τα δικά του ροκ κομμάτια, να τις εξαφανίσει όλες αυτές τις άλυτες καταστάσεις. Έτσι όλοι θα ήταν ευχαριστημένοι. Εκείνη κυρίως γιατί θα είχε το άλλοθι της εξαφάνισης-ποιος μπορεί άλλωστε να τα βάλει με τη φύση; Όλοι οι εμπλεκόμενοι δεν θα είχαν κάτι να πουν μπροστά στην ισχυρότατη δικαιολογία της αλλά και ο άνεμος δεν θα έμενε παραπονεμένος. Τί παιχνίδι θα έκανε με όλο αυτό το σκόρπισμα;
Έφτασε πολύ νωρίτερα. Αυτή η τυπικότητά της πια… Τι βραδιά και αυτή. Είχε κάτι από το μούδιασμα του φθινοπώρου, την γλύκα της άνοιξης και το ξεσήκωμα του καλοκαιριού. Τσιγάρο. Ήθελε να καπνίσει. Αυτό θα έκανε. Θα κάπνιζε και θα περπατούσε μέχρι να περάσει η ώρα. Έψαξε στη τσάντα της και μόνο τότε κατάλαβε πως είχε αφήσει το κινητό της στο γραφείο. Γαμώτο! Ένιωθε ανασφάλεια χωρίς αυτό. Τραγικό αλλά έτσι ένιωθε. Έπρεπε να τους τηλεφωνήσει για να δει μήπως και ήταν και κανείς άλλος νωρίτερα, πράγμα απίθανο αλλά θα το προσπαθούσε. Άναψε τσιγάρο και έγειρε στο τοίχο. Τηλεφωνικός θάλαμος ήταν. Πήρε τηλεκάρτα, δεν ήταν σίγουρη πως λεγόταν έτσι, είχε να χρησιμοποιήσει από τότε που ήταν φοιτήτρια και απένταρη. Θυμόταν τελικά πως γινόταν, εντάξει δεν ήταν και τόσο παλιά εκείνη η εποχή ή μήπως ήταν; Σχημάτισε τον αριθμό και περίμενε. «Θα είμαι πάντα εδώ για σένα», «Νίκο γύρνα πίσω», « Όλοι στο συλλαλητήριο..» δεν έβγαζε τι έλεγε παρακάτω το μήνυμα που ήταν γραμμένο στον θάλαμο σε αντίθεση με τα δύο πρώτα μηνύματα αγάπης που δεν είχαν υποκύψει στη φθορά του τηλεφώνου και του χρόνου. Χαμογέλασε με το χαζό της συνειρμό. Δεν απάντησε κανείς τελικά. Ίσως ήταν καθοδόν.
Η αλήθεια είναι πως είχε αρχίσει να εκνευρίζεται και άναψε και δεύτερο τσιγάρο προσπαθώντας παράλληλα να βγάλει την κάρτα από την σχισμή. Μάταια όμως. Είχε κολλήσει. Τα νεύρα της. Προσπάθησε ξανά και τότε το βλέμμα της στάθηκε σε ένα νούμερο τηλεφώνου γραμμένο στο χέρι και όχι τυπωμένο που στις άκρες του χαρτιού είχε σημειωμένα βελάκια που έδειχναν προς το νούμερο. Το έκανε κι εκείνη αυτό όταν ήθελε να σημειώσει κάτι εξαιρετικά σημαντικό.
Εξαιρετικά σημαντικό. Αυτή η φράση κόλλησε στο μυαλό της όπως και η κάρτα φυσικά. Το είδε σαν σημάδι και είπε να καλέσει-πράγμα αλλόκοτο για τα δεδομένα της, αλλά οι αισθήσεις της συνηγορούσαν στο κάλεσμα αυτό. Και κάλεσε. Και χτύπησε. Και μια φωνή απάντησε απροσδιορίστου χροιάς, δυσκολευόταν να εντοπίσει την ταυτότητα αυτής της φωνής. «Έλα κορίτσι μου». Τρόμαξε. Έτσι την αποκαλούσε εκείνος και μετά ο άλλος που τον διάλεξε γιατί του έμοιαζε πολύ. «Έλα κορίτσι μου» ξανά η φωνή. Σάστισε και κοίταξε γύρω της. «Εγώ είμαι. Ο άνεμος που ζητάς, το φύσημα που ψάχνεις, η πνοή που αναζητάς. Που τόσο πικρά με κακολογείς και με πικραίνεις. «Με ακούς;» Η αλήθεια είναι πως δυσκολευόταν να ακούσει. « Με ακούς;» « Σε ακούω.» « Πες μου. Θες να ρυθμίσω το ζητηματάκι σου; Μπορώ. Τώρα όμως. Δεν αντέχω άλλο τις κατηγορίες σου! Μπορώ! Λέγε! Θες; Αν και ,κορίτσι μου, σου έχω και μια εναλλακτική. Μπορώ να μιλήσω στο φίλο μου τον ήλιο, να φωτίσει λίγο παραπάνω στη πλευρά σου, να ζεστάνει περισσότερο τις αχτίνες του, να τις απλώσει πάνω στις στοιβαγμένες σου εκκρεμότητες. Ε; Τι λες; Τελευταία προσφορά. Δεν πρόκειται να υπάρξει άλλη!» Σκέψεις απανωτές : Μήπως ονειρεύομαι; Μήπως μου κάνουν φάρσα; Να το κλείσω να τρέξω; « Να μείνεις εδώ και να αποφασίσεις» είπε η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής επιτακτικά. «Θέλω ήλιο» ψέλισε και η γραμμή κόπηκε ακαριαία και η τηλεκάρτα ξεκόλλησε και το χαρτάκι του τηλεφώνου με τα βελάκια ξεκόλλησε κι αυτό κι ένα μικρό και ξαφνικό στροβίλισμα αέρα το πήρε μακριά γρήγορα.
Βγήκε από τον θάλαμο σαν μαγεμένη, χαμένη με μια παράξενη αίσθηση. Η παρέα , ο καφές , το αλκοόλ, εκείνος. Έτρεξε στο στέκι. Πάλι είχε αργήσει…
στέλλα
Τρεχει .
Δεν τον νοιαζει.
Γελαει.
Μια φορα και καποτε με πολύ καλο μετριο καιρο υπηρχε ένα βου-βου-βου-βου-νο με
ολο-λο-λο-λο-στρο-γγυ-λη-λη-λη κορυφη.
Ηταν γεματo κιτρινα,χρυσαφενια,λαμπερα,προκλητικα σταχυα.
Το ανεβηκε.
Εφτασε στην κορυφη.
Και-και-και-και-και τω-τω-ρα-ρα-ρα το-το-τε-τε ενοιωσε τα σταχυα να τον πληγωνουν και να τον
χαϊδευουν.
Δε-εε-εε-ν-ν-ν καταλαβαινε.αρχισε η βροχη.
Δυνατη.
Ποο-πο-πο-πο-πο-λυ-λυ-λυ-λυ-λυ.
Αρχισε να τρεχει.
Γρηη-γο-ρα-ρα-ρα.
Εφτασε στο κεντρο της κορυφης.
Εκει τον ειδε.
Και καλεσε.
Γρυυ-γρυ-λι-λι-σε και τσιι-ρι-ρι-ρι-ξε και φωω-φω-φω-να-ξε
και ειπε:βοηθεια!αλλα καμια απαντηση. ricky's hand.
Απομακρυνεται.
Τρεχει.
Νοιωθει τον ηλιο που εκρυψαν τα συνεε-νε-νε-φα μεσα του.
Τον ζεσταινει.
Τον σκαει.
Τον εξαγριωνει.τον καταλαβαινεις?
Εσυ!
Εε-συ-συ-συ-συ-συ!
Χαζε.
Τον ζεσταινει.
Και τρεχει .
Εετρεχε.
Μεχρι που εκανε βουτια.
Και φλαϊ fly.supercalifragelisticexpialidocious
Και πε-τα-τα-τα-ξε.
Και πε-πε-πε-τα-ξε.
Πεταγα.
Πετουσα.
Πεταω.
Πετας.
Rrose selavy
Tout tout
Η κλη-ση-ση-ση σας προ-προ-οθει-ει-ται.
στελα
ελπίδα
Αγωνίζομαι στις 3. Έχω χρόνο να ηρεμήσω, ξαπλώνω στα αποδυτήρια και χαλαρώνω. Οι δικοί μου θα έρθουν να με δουν. Ο αγαπημένος μου παππούς θα με περιμένει στην γραμμή του τερματισμού.
Πόση χαρά μου δίνει η παρουσία του παππού μου… μου διώχνει τα άγχος, με γαληνεύει, γεμίζω αισιοδοξία. Βγαίνω για ζέσταμα…η ώρα φτάνει και όλοι είναι στις θέσεις τους. Εγώ στο βατήρα κι εκείνος εκεί, όπως πάντα. Στον τερματισμό.
-Λάβετε θέσεις. Έτοιμοι;
Μπαααμ
Ταχύτητα, δύναμη, διάρκεια, θέληση και όλα δείχνουν πως θα είμαι η νικήτρια. Διακρίνω τον παππού μου που με φωνάζει:
-Μελανούρι μου…είσαι η καλύτερη.
Και τερματίζω πρώτη. Τα κατάφερα. Απλώνω τα χέρια μου να τον φτάσω αλλά….
-Μαμά δε θα έρθω το μεσημέρι σπίτι…με περιμένει ο παππούς να μου δείξει τα νεογέννητα κουνελάκια.
Τρέχω γρήγορα να πάω σπίτι, φιλάω τη γιαγιά για να μη ζηλεύει και πηδάω πάνω στον παππού όλο λαχτάρα. Τι μεγάλη που είναι η αγκαλιά του, με τυλίγει κ νιώθω ασφαλής. Κρατώντας με από τι χέρι κατεβαίνουμε στον κουνελιώνα. Τι όμορφο θέαμα, πολλά μικρά άσπρα κουνελάκια με ροζ αυτάκια. Να και τα νεογέννητα, ίσα που φαίνονται μέσα στο χνούδι.
Τους ρίχνουμε τροφή, τους βάζουμε νερό κι εγώ αποθανατίζω τις στιγμές με την αγαπημένη μου Kodak.
-Παππού μπορώ να παίξω μαζί τους; Παππού;
Ένα πελώριο θαυμαστό κτίριο με τους κίονες απέξω μου κινεί την περιέργεια. Μουσείο θα ναι θαρρώ. Κόσμος μπαινοβγαίνει με κάτι φυλλάδια στα χέρια. Άλλοι φοράνε σορτσάκια, άλλοι σανδάλια, άλλοι πουλόβερ, άλλοι τραβούν φωτογραφίες.
Αγχώθηκα. Ποτέ δε μου άρεσε η ιστορία. Αλλά ο παππούς ήθελε να με πάει βόλτα να μου δείξει τα μνημεία. Δε του χαλούσα χατίρι, ούτε εκείνος άλλωστε. Χεράκι χεράκι τα γυρίσαμε όλα…πολλά αγάλματα, αρκετοί πίνακες, έντονα συναισθήματα!
Δίψασα. Ο παππούς μου πήρε τον αγαπημένο μου φυσικό χυμό. Μου ζήτησε να τον περιμένω στην καφετέρια του μουσείο ώστε να κάνει ένα επείγον τηλεφώνημα στον τηλεφωνικό θάλαμο που υπήρχε στην είσοδο του κτιρίου.
-Θα σε περιμένω εδώ• μην ανησυχείς, του είπα.
Κόσμος ερχόταν, έφευγε, ο χυμός μου τελείωσε και ο παππούς μου; Πήγα τον τηλεφωνικό θάλαμο αλλά δεν ήταν εκεί.
Α! ένα νούμερο με τεράστιους αριθμούς. Μα το τηλέφωνο του παππού μου! Τι συμβαίνει; Αποφασίζω να καλέσω γεμάτη θυμό και φόβο μαζί. Με άφησε μόνη μου, θα του βάλω τις φωνές σκέφτηκα. 6974321528…καλεί.
-Παππού; Παππού που είσαι; Γιατί δε μου μιλάς; Παππού;
Ντριιιν ντριιινννν…
-Παρακαλώ;
-Ελπίδα καλημέρα. Η Κα Αγγελοπούλου είμαι. Συγγνώμη αν σε ξύπνησα αλλά μόλις ήρθε χαρτί από το Πανεπιστήμιο της Αμερικής. Από Σεπτέμβριο φεύγεις.
Αυτό ήταν. Πέταξα το τηλέφωνο, πέταξα τα σεντόνια από πάνω μου, σηκώθηκα και ούρλιασα από χαρά. Δεν το πίστευα. Το όνειρο μου είχε πάρει μορφή στην πραγματικότητα.
-Σας ευχαριστώ πολύ κα Αγγελοπούλου. Όταν συνέλθω τα περάσω από το γραφείο να σας δω. Καλημέρα σας.
Κλείνω το τηλέφωνο και συνειδητοποιώ πως ο αριθμός που με κάλεσε ήταν 6974321528. Μααα… δεν τόλμησα να συνεχίσω• απλά σκέφτηκα.:
« Για ακόμα μια φορά ο παππούς ήταν δίπλα μου όπως όταν έκανα τα πρώτα μου βήματα. Τότε μου κρατούσε το χέρι, τώρα έρχεται στα όνειρα μου και με προστατεύει»
Με ένα χαμόγελο αλλιώτικο από τ’ άλλα σηκώθηκα, ετοιμάστηκα, στολίστηκα και βγήκα να απολαύσω την επιτυχία μου. Στην παρακάτω γωνία του σπιτιού συνάντησα τον τηλεφωνικό θάλαμο, πήρα το μαρκαδοράκι και υπέγραψα:
«Σ’ευχαριστώ που υπάρχεις,
697…28,
το μελανούρι σου»
χαρά
Κατακαλόκαιρο, ζέστη και υγρασία. Η άγρια μπόρα που ξεσπά, διακόπτει βίαια τον ήσυχο νυχτερινό μου περίπατο. Αστραπές φωτίζουν τον ουρανό και οι βροντές ενοχλούν το τύμπανό μου, αναγκαστικά αποσπώντας το νου από κάθε είδους σκέψεις…Υψώνω το κεφάλι, θέλω να θαυμάσω το μεγαλόπρεπο θέαμα, οι δυνατές, χοντρές σταγόνες της βροχής με εμποδίζουν να δω καθαρά, το βλέμμα μου θολώνει, το βάδισμά μου τρέμει.
Το τοπίο αλλάζει τώρα. Νοιώθω απειλή, νηφαλιότητα τέλος…
Αναζητώ ένα καταφύγιο. Ενώ το σκοτάδι βαθαίνει, ανήσυχη επιταχύνω το βήμα, παλεύοντας να διακρίνω κάποιο φως. Η ευγνωμοσύνη επανέρχεται σύντομα, καθώς στο δρόμο μου ξεπροβάλλει φωτεινός κάποιος τηλεφωνικός θάλαμος.
Με δυο δρασκελιές, βρίσκομαι στο εσωτερικό του. Μουσκεμένη σχεδόν μέχρι τον αστράγαλο, κοντοστέκομαι, μέχρι να κοπάσει η καταιγίδα. Περιφέροντας τη ματιά μου στον περιορισμένο χώρο, ξεχωρίζω έναν αχνά σημειωμένο, πρωτότυπο αριθμό τηλεφώνου.
Η περιέργειά μου γυρεύει εκτόνωση. Καλώ με ανυπομονησία, κλεφτά κοιτώντας τον πλημμυρισμένο δρόμο. Μια τρυφερή, ερμαφρόδιτη φωνή μιλά από την άλλη άκρη:
«Έχεις καλέσει τη Γραμμή της Ύπαρξης. Καλωσόρισες στην αναπαράσταση της ζωής. Θαρρετά ανταποκρίθηκες στην πρόκληση του άγνωστου αριθμού. Σκέψου, ίσως να’ ναι τούτη η κίνηση, βήμα ελευθερίας μες το ταξίδι του βίου, βήμα ελπίδας ότι, κάτι νέο επιφυλάσσει το άθροισμα ή και καθένα από τα μέρη της αριθμητικής αυτής αλυσίδας, που μόλις διακρίνεται. Σκέψου, πόσα στάδια διένυσες, μέχρι να πατήσεις ένα-ένα τα πλήκτρα… Καταρχήν, εντόπισες τον αριθμό τηλεφώνου, με τη ματιά σου. Ύστερα, βάλθηκες να τον παρατηρείς, προσπάθησες να τον διακρίνεις καθαρότερα, ανοίγοντας περισσότερο τα μάτια σου. Σου φάνηκε άγνωστος, αλλά αναρωτήθηκες, τι σου θυμίζει… Σου πέρασε από το μυαλό, μέχρι και η σκέψη ότι, ίσως ήταν γέννημα της φαντασίας σου… Αδιόρατοι φόβοι σε διαπέρασαν και κοντοστάθηκες διστακτικά και αναποφάσιστα. Τέλος, το ενδιαφέρον σου φούντωσε. Η παρακίνηση για δράση επικράτησε. Η σκέψη και η καρδιά σου συμβάδισαν αρμονικά, τα δάχτυλα σχημάτισαν σταθερά τον αριθμό τηλεφώνου. Πόσο χρόνο διήρκεσε αυτή η διαδικασία; Απαλά ή νευρικά ακούμπησες τα πλήκτρα; Σκέψου – Νιώσε – Ποιες δυνάμεις επιστράτευσες, για να φθάσεις μέχρι εδώ; Βαθιά, Καθαρή Ματιά, Μνήμη, Πάταξη του Φόβου, Θετική Σκέψη, Ελεύθερη Βούληση. Τώρα μπορείς αποτελεσματικά να πατήσεις τα πλήκτρα της ζωής σου, να δώσεις σάρκα και οστά στο αληθινό μήνυμα του αριθμού που κάλεσες, στην αλήθεια του εαυτού σου.»
ρόζα
Ήταν ένα γαλάζιο χαρτάκι… αλλά όχι οποιοδήποτε γαλάζιο χαρτάκι. Ήταν σαν αυτά που είχαμε μαζί αγαπήσει και τα είχαμε γεμίσει με παρατηρήσεις για τους τύπους των διαφορικών. Έμοιαζε κομμένο απ’ το ίδιο μπλοκάκι. Και οι αριθμοί καλογραμμένοι, όμορφοι και στρογγυλοί, με προκαλούσαν σχεδόν. Αποφάσισα να μπω στη διαδικασία να σχηματίσω αυτό τον αριθμό και να καλέσω – αν και για αλλού δεν ξεκίνησα; Στη Βίκυ ήθελα να τηλεφωνήσω. Να αναβάλω τη συνάντησή μας για να γυρίσω σπίτι μου και να ακούσω τις μουσικές μου. Η ημέρα ήταν λίγο γκρίζα και κάπως μελαγχολική και εγώ με κάτι τέτοια θέλω μόνο το καβούκι μου. Σπίτι, νότες στον αέρα, μυαλό και ψυχή να ταξιδεύουν. Χωρίς να το ξανασκεφτώ, σηκώνω το ακουστικό και πατώ αργά αλλά αποφασιστικά τα δέκα νούμερα που με κοίταζαν σχεδόν γελώντας! Η φωνή στην άλλη άκρη γλυκιά, ζεστή και τόσο ήρεμη, σα να με περίμενε… μου είπε ευχαριστώ που κάλεσα και με παρακάλεσε να δείξω εμπιστοσύνη…. Μα τί λέει; Κακώς έμπλεξα. Μα καλά, τί κάνω κι εγώ; Με παρέπεμψε στον κύριο Λεωνίδα, με το πάντα περιποιημένο μουστάκι και με τα ζεστά του κουλούρια.
"Να πάρεις δύο" ,μου είπε, "και να τα τοποθετήσεις προσεκτικά μέσα στην τσάντα σου με τα ζωγραφιστά κερασάκια!"
…. Ε, δεν είμαστε καλά! Πώς ξέρει τι τσάντα κρατάω; Με παρακολουθούν; Να τρομάξω; Τι γίνεται εδώ;
Έκανα μισή στροφή γύρω από τον εαυτό μου, κοίταξα όσο πιο καλά μπορούσα τους ανθρώπους που στέκονταν εκεί κοντά και προσπαθούσα να καταλάβω τί συμβαίνει. Από την άλλη άκρη της γραμμής, σε τόνο ανησυχητικά οικείο, η φωνή με διαβεβαίωνε ότι όλα είναι μια χαρά και ότι δεν πρέπει να τρομάξω και να φύγω, αλλά αντιθέτως, να μείνω και να ευτυχήσω. Ο κύριος Λεωνίδας θα μου έλεγε τη συνέχεια.
Αφήνω το ακουστικό αφήνοντας παράλληλα και τη γραμμή ανοιχτή καθώς είχα σίγουρο το ότι θα γυρίσω. Ο κύριος Λεωνίδας, φιλικός και με βλέμμα σαν αυτό του παππού μου, με καλησπερίζει και μου δίνει από μόνος του, πριν καν εγώ του πω οτιδήποτε, δυο κουλούρια. Αχνιστά και όχι πολύ ψημένα. Όπως ακριβώς τα τρώω. Πάω να τον πληρώσω και δε θέλει. Μου γελάει και μου λέει να πάω στην Πόπη, αυτή του φούρνου, να πάρω το στεφανάκι μου. Το στεφανάκι μου; Ποιο στεφανάκι μου; Τι γίνεται εδώ; Τι κάνω; Έβαλα τα γέλια. Με δουλεύει όλη η γειτονιά; Πού το πάνε; Άντε να πάω και στην κυρία Πόπη. Να δω τί άλλο θα μου ξημερώσει!
Καθισμένη στη γωνιά της, με την αγκαλιά της πάντα ανοιχτή για όλους, με βλέπει από μακριά να πλησιάζω και γελά. Λάμπει όλο της το πρόσωπο. Ξέρουν όλοι κάτι και δε μου το λένε; Θα τρελαθώ! Έπειτα από τις βασικές ερωτήσεις – που πάντα μου έκανε για το πώς πάει η δουλειά, η υγεία μου και τί κάνουν οι δικοί μου που τόσο τους εκτιμά – σκύβει και βγάζει από μια χάρτινη λευκή σακούλα ένα στεφανάκι. Ένα στεφανάκι που έφτιαξε η εγγονή της από ανεμώνες. Περπάτησε με τον παππού της χέρι χέρι, τα μάζεψε ένα ένα με στοργή κι έφτιαξε μικρά – σα στέκες – στεφανάκια. Για τη γιαγιά της και για όσους εκείνη αγαπά. Θα μου έδινε ακόμα κι αν ήταν το τελευταίο που είχε. Το δικό της.
" Πάρε και δυο πορτοκαλαδίτσες για αργότερα. Από τις μπλε στο μεταλλικό κουτί… τις ΕΨΑ... αυτές που σου αρέσουν και τις πίνεις μια κι έξω! Κερνάω εγώ! "
" Σ’ευχαριστώ κυρία Πόπη. Στην υγειά σου! "
Περνώ το κατώφλι του μαγαζιού της και στο πρώτο μου κιόλας βήμα διαπιστώνω ότι ο δρόμος μου είναι στρωμένος με λουλούδια. Με πολύχρωμες ανεμώνες. Κάθε μου βήμα στολισμένο με χρώματα και μυρωδιές. Πριν πέντε λεπτά δεν ήταν έτσι εκεί έξω. Δεν προχώρησα πολύ. Λίγα μέτρα μόνο. Δε σκεφτόμουν πού πάω. Απλά ακολουθούσα το χρώμα! Και ξαφνικά μπροστά μου εσύ! Σ’ εκείνη τη γωνία που σε αντάμωσα πρώτη φορά. Να μου γελάς και να με κοιτάς στα μάτια. Όπως τότε και τώρα. Όχι, δεν είναι τυχαία η συνάντηση… εσύ είσαι πίσω από όλο αυτό. Νομίζω…
" Στέφανα τα κουλούρια του κυρίου Λεωνίδα, βέρες τα μεταλλικά δαχτυλίδια από τις πορτοκαλάδες, λουλούδια στα μαλλιά σου οι ανεμώνες από τα χέρια της μικρής Καλλιόπης, καλεσμένοι όλοι όσοι μας αγαπούν… γίνε γυναίκα μου… "
Φως, ήλιος παντού…
… και ναι, έγινα γυναίκα σου… και μετά από καιρό μου αποκάλυψες ότι τέτοια, ίδια, μικρά, γαλάζια, σαν από το μπλοκάκι μας κομμένα χαρτάκια, είχες αφήσει σε όλους τους τηλεφωνικούς θαλάμους της γειτονιάς. Γιατί ήξερες ότι αν το δω, θα το αναγνωρίσω, θα σε φέρω στο μυαλό και θα ακολουθήσω το ένστικτό μου. Αυτό που με έπεισε να τηλεφωνήσω και με οδήγησε στα χέρια σου… στην αγάπη σου και στην παντοτινή αφοσίωσή σου…
" … ξύπνα αγάπη μου… χτυπάει το τηλέφωνο… "
χρήστος
Συν-διάλογοι
Εισαγωγή – Οι ήχοι δεν ηχούν και πολύ καλά (ηχητικό intro) Play 1
Τι και αν φωτεινά βαθύ σημάδι μου αφήσει τούτη η νύχτα. Ίσως. Μαζί της, τη γλυκιά αίσθηση της απουσίας που μόνο εσύ μπορείς να μου δίνεις απλόχερα και, με μάλλον, καλοπροαίρετη διάθεση. Με τη σιωπή του ήχου των λόγων σου και μόνο. Βέβαια, ελπίζω να σε ακούσω έστω για μια φορά και ψιθυριστά. Πρώτη και τελευταία, ακόμα. Αν και ξέρω πολύ καλά πως δεν έχω κανένα λόγο να προσπαθώ…και να προσπαθώ ακόμα περισσότερο, αλλά αυτό το απλό και πεισματάρικο, σχεδόν παιδικό παιγνίδι με συνεπαίρνει. Με ταξιδεύει σε προσμονές που δεν μπορείς να φανταστείς καν. Με συγχωρείς για τον απλοϊκό εγωισμό μου. Είναι μια από τις πολλές μου αδυναμίες, εξάλου. Ξέρεις εσύ, ε; Και ελπίζω να με ακούς με κατανόηση, μετά από τόσο καιρό που είμαστε μαζί.
Ήχος από τηλέφωνο πριν καλέσει...
Προσπαθώ να αφουγκραστώ, να σε αφουγκραστώ…Τι να σημαίνει άραγε αυτός ο σιωπηλός ήχος, ο περίεργος ήχος που περνάει μέσα από κάθε σημείο και σημάδι της ύπαρξής μου, μικρό ή και μεγάλο του σώματός μου. Στέκομαι, αν στέκομαι και πού, δεν μπορώ να ξέρω. Σκέψεις θα σου μιλήσω ή και κάτι άλλο; Ποιά είναι η πρόθεση, μα τελικά υπάρχει κάποια πρόθεση; Και εσύ, εσύ , εσύ εσύ! Από τη μία, μου ηχείς σαν αέρινα απαστράπτοντα λουλούδια που με ταξιδεύουν. Από την άλλη θυμίζεις, ξεκάθαρα να πω, χιλιάδες βελόνες που μπήγονται μονομιάς στη σάρκα μου. Είναι η περίεργη σιωπή σου ή κάτι άλλο; Σίγουρα πάντως είναι ένας υπόκωφα σιωπηλός και με πολλές αναταράξεις ήχος που τραυλίζει δυνατά γεμάτος σάρκα και αίμα και λέμφο και σπέρμα…Ίσως ότι πιο ζωντανά σημαντικό μπορώ να νοιώσω ως ανθρώπινο πλάσμα. Σε ευχαριτώ για αυτό που λέγεται ελπίδα!
Ήχος από τηλέφωνο που καλεί ένα αριθμό...
Τώρα τι κάνω; Πήρα το θάρρος να σε καλέσω. Μα και πάλι βλέπω τι έρχεται, αυτό και πάλι. Τη μεγάλη και αρχοντική σιωπή σου. Αυτή που μοιάζει σα να με οδηγεί μπροστά σε μια είσοδο, σε ένα μονοπάτι που οδηγεί σε μια ακινησία μαγικά αλλότρια. Ή μήπως είναι η ζώσα απουσία της φωτεινής αυριομέρας; Εκεί όπου όλα είναι πιθανά αλλά και απίθανα. Στο απέραντο βασίλειο αβεβαιότητας που επαναλαμβάνεται χωρίς αρχή μέση και τέλος, με οδηγείς με σίγουρα και θλιμμένα βήματα. Αέναοι στροβιλισμοί χορευτικής αρτιότητας και θεατρικής έντασης χωρίς όμως κανένα λόγο να αρθρώνεται στο τέλος. Μια βουβή παράσταση, είναι αυτή ή και η επόμενη; Και μην μου πεις πως δεν το έχεις σκεφτεί ποτέ σου αυτό. Μην μου πεις πως δεν το έχεις σκηνοθετήσει με αρτιότητα. Δεν θα το πίστευα, δεν μπορώ να το πιστέψω ή να το δεχτώ. Είναι τόσο αριστοτεχνικά φτιαγμένη αυτή η σιωπή που σίγουρα κρύβει πίσω της μια θεϊκή παρέμβαση. Ένα χέρι, αν μη τι άλλο!
Ήχος από τηλέφωνο που καλεί...
Επανέρχομαι σε αυτή την περίεργη σιωπή σου, αυτήν που ξέρεις καλά να μου δίνεις γεμίζοντας όλες τις αισθήσεις μου, μέσα από τις αποστροφές των διαφόρων λόγων σου και μόνο σε όλες τις άμορφες μορφές τους. Αυτή λοιπόν που είναι μέσα σε κάθε σου απλή ή και όχι απλή λέξη αλλά και στην κάθε σου μικρή ή και μεγαλύτερη παύση σου. Αυτές οι παύσεις...Να ήξερες τι λένε κάποιες φορές.! Πόσο μεγαλώνουν την απόσταση από εμένα, μα πόσο χρωματίζουν με αβεβαιότητα την καρδιά μου, μαζί. Να ήξερες τι μου λείπει τώρα και πόσο μου λείπεις τώρα, επίσης! Η λύση..ρωτάω!?
«Ο αριθμός που καλείτε είναι κατηλημένος...παρακαλώ…»
Τι μου λες, σκέφτεσαι ή και νοιώθεις καμιά φορά; Τι μου λες; Τι μου λες, προσπαθώ να ακούσω και να δω και να… καταλάβω, τελικά αυτό το παιγνίδι τι είναι; Προσπαθώ, με ότι μου έχει απομείνει, να σε ακούσω, να σε ακούσω καθαρά, καθαρά, ακόμα πιο καθαρά αλλά οι σκιές έρχονται πιο γρήγορα! Εσύ το είπες αυτό μα και σε ποιόν; Είμαι μοναδικός σου ή απλά… Προσπαθώ να μην κάνω κάποιο λάθος και με κατηγορήσεις ότι για άλλη μια φορά φέρθηκα σα μανιακός και είδα άλλα εκεί όπου έπρεπε να δω άλλα. Δεν είμαι τρελός – αλλά και αν είμαι τι έγινε;
Ο αριθμός που καλέσατε δεν αντιστοιχεί...
Δεν μπορώ πλέον να μη σου λέω με μονότονη επανάληψη τι ζει εκεί όπου με έχεις οδηγήσει με το ναι μου…ότι και αν είναι αυτό, ακόμα και αν η οσμή του είναι άσχημη και για κάποιους βρωμερή! Παλιά, θυμάσαι πως έκρυβα την απορία μου στα άδεια μου βλέμματα και βέβαια στις λέξεις ή φράσεις σου που αν και δεν καταλάβαινα με ακρίβεια, τις αγαπούσα σαν μια σημαντική και συμπαντική αλήθεια, αυτή από εσένα. Δεν καταλάβαινα! Ήταν ψέματα, ήταν αλήθειες; Δεν με ένοιαζε! Ίσως δεν είχε και πολύ σημασία τότε να με νοιάζει. Απλά ήσαν γλυκείες, πολύ γλυκείες προφάσεις λέξεων και η γλύκα τους με έτρεφε με περισσή ηδονή για κάθε αχνά σκιαγραφημένο αύριο. Τότε όμως! Θυμάσαι που σου είχα πει πως σε αγαπώ και μου απάντησες «μα είμαι κακός άνθρωπος»; Δεν θυμάσαι, ίσως, γιατί ήταν κάτι που έγινε πολύ παλιά και έχει χαθεί στις μνήμες μου, αλλά όχι για εμένα μα και ούτε για εσένα! Ποτέ δεν χάθηκε κάτι δικό σου…αντίθετα το μάζεψα και το φυλάω διαμαντένια ρευστό άγγιγμα ακόμα και σήμερα. Για να περάσω όμως στη γέφυρα ανάμεσα σε εκείνο και στο άλλο μου του τώρα, είσαι το αλλόγνωρο και το αμετροφανές, τότε και τώρα που με εσένα τρελή αγάπη άρχισα να ταξιδεύω στα άρρωστα και όμορφα λουλούδια του κοινού παιχνιδιού.
Ήχος από παράσσιτα τηλεφώνου...( play 2)
Δέχομαι και αποδέχομαι τον καθρέφτη της σιωπής γιατί με έχεις πλέον παρασύρει, εκεί που θέλω. Όπως ένα παιδί, βρίσκομαι να παίζω με την άπειρα κρύα αγκαλιά του σιωπηλού σου λόγου. Περιδιαβαίνω στις στιγμές που με ρίχνεις και νοιώθω σαν μέσα σε διαμαντένιες χρώσεις της ακινησίας και του είναι μου. Η απουσία σου με διαλύει, με κάνει να χάνω και να χάνομαι...Περιμένοντάς σε ο χρόνος είναι άχρονος και μαζί του διαλύομαι σε όλα τα πιθανά συμβάντα και έτσι πλέον δεν μπορώ να είμαι, απλά! Μεταμορφώνομαι σε κάτι απροσδιόριστο που να πονάει και πονάει πέρα από κάθε δυνατότητα να φανταστεί κανείς κα΄ποιο πόνο. Και μαζί φέρνει απερίγραπτο φόβο. Με οδηγείς στην άκρη και δεν έχω άλλη επιλογή και πέφτω ‘εκεί’ όπου έχεις για καιρό προσχεδιάσει να με ταξιδέψεις. Γίνομαι το ιπτάμενο είδωλό της ανάκλασής σου και πέφτω έως ότου, δεν ξέρω τι θα είμαι μετά. Δεν έχει σημασία. Το φως των αστεριών εκεί τρεμοσβήνει μαζί με κάθε πιθανότητα να ηχήσει κάτι και ο χρόνος σταματάει. Μαζί τους έρχονται από κάθε μεριά οι σκιές να αρνηθούν κάθε κίνηση ή και υποψία φωτός. Εκεί τι γίνεται και τι θα γίνεται; Κενό είναι που αρχίζει να μιλάει, ανάμεσα σε άλογα που βρυχώνται και δείχνουν πως πίσω εκεί είναι όλα, μα όλα όσα τραγούδησα και ταξίδεψα και θα ταξιδέψω. Όχι απαντήσεις, αλλά ένας ουρανός που χορεύει με τα αμέτρητα χρώματα του αιώνα και του ποταμού της άρρητης ζωής. Το γέλιο τρανταχτό ηχεί παντού στο σώμα και σε όλες τις διαστάσεις του και ο τρόμος γίνεται ο καλύτερος μου φίλους. Τώρα! Ποιος είμαι ή τι λες ότι είμαι, δεν έχει σημασία. Είμαι ένα από τα άλογα με τις χρυσές οπλές και χορεύω ανάμεσα στους κόσμους που διαλύονται σε στροφές και αποστροφές. Γελάω στη θλίψη μου άλλου που δεν αλλού είναι!
Κλείσιμο - Horses song!
Πέμπτη, 7 Μάϊος 2009
ειδικό σεμινάριο ρεπερτορίου στο μικρό πολυτεχνείο
Συναντήσεις: 6 (26/5, 2/6, 9/6, 16/6, 23/6, 30/6)
Α’ Τμήμα: Τρίτη 6-9
Β’ Τμήμα: Τρίτη 9-12
Γιατί ακούμε Nina Simone στον Best, Madrugada στον Μελωδία, Bob Dylan στο Τρίτο, Αρβανιτάκη στο Cosmos και Χατζιδάκι παντού;
Τι είναι αυτό που κάνει ένα τραγούδι να αγγίζει πλατύτερο κοινό; Πώς ανακαλύπτουμε αυτά τα τραγούδια; Πώς τα αναγνωρίζουμε; Πώς τα συμπεριλαμβάνουμε στο demo μας; Πώς τα μεταδίδουμε στο κοινό μας;
Ένα σεμινάριο έξι συναντήσεων με πολλή μουσική από κάθε μουσικό ιδίωμα (rock, pop, jazz, soul, ελληνική, world, κλασική, electronic) που έχει σκοπό να μας φέρει σε επαφή με καινούργια ακούσματα, να πλουτίσει την οπτική μας πάνω στη μουσική και να φρεσκάρει την επαφή μας με το Ραδιόφωνο σε μια εποχή που γίνονται πολλές αλλαγές στον χώρο αυτό.
(τα παιδιά με ρωτούσαν πάντα γιατί δεν συνεχίζαμε σε δεύτερο κύκλο. τώρα είναι η πρώτη φορά που έχω μια ιδέα που μου φαίνεται καλή. δεν ξέρω πώς θα χωρέσουμε αλλά σας θέλω όλους.)
Α’ Τμήμα: Τρίτη 6-9
Β’ Τμήμα: Τρίτη 9-12
Γιατί ακούμε Nina Simone στον Best, Madrugada στον Μελωδία, Bob Dylan στο Τρίτο, Αρβανιτάκη στο Cosmos και Χατζιδάκι παντού;
Τι είναι αυτό που κάνει ένα τραγούδι να αγγίζει πλατύτερο κοινό; Πώς ανακαλύπτουμε αυτά τα τραγούδια; Πώς τα αναγνωρίζουμε; Πώς τα συμπεριλαμβάνουμε στο demo μας; Πώς τα μεταδίδουμε στο κοινό μας;
Ένα σεμινάριο έξι συναντήσεων με πολλή μουσική από κάθε μουσικό ιδίωμα (rock, pop, jazz, soul, ελληνική, world, κλασική, electronic) που έχει σκοπό να μας φέρει σε επαφή με καινούργια ακούσματα, να πλουτίσει την οπτική μας πάνω στη μουσική και να φρεσκάρει την επαφή μας με το Ραδιόφωνο σε μια εποχή που γίνονται πολλές αλλαγές στον χώρο αυτό.
(τα παιδιά με ρωτούσαν πάντα γιατί δεν συνεχίζαμε σε δεύτερο κύκλο. τώρα είναι η πρώτη φορά που έχω μια ιδέα που μου φαίνεται καλή. δεν ξέρω πώς θα χωρέσουμε αλλά σας θέλω όλους.)
ένας φόνος (κείμενα από το εργαστήρι διαδραστικής γραφής του μικρού πολυτεχνείου)
στέλλα
ο χιψι
ειναι αληθινος και ονειρευεται την ψιφιφι καθε βραδυ,γυμνη σε ποζα αφροδιτης.η
ψιφιφι δεν τον θελει.ειναι αχαρος,αξεστος και καθολου ρομαντικος.εχει μια ελια
στο πιγουνι.
ειναι τριτη
και βρεχει.τελεια!
ο χιψι
ειναι αληθινος και θελει την ψιφιφι.θελει να την ξαπλωσει στο φεγγαρι,να την
πασπατεψει και υστερα να την κρεμασει απο ενα αστερι και να την
σκοτωσει.τοσο απλα.η ψιφιφι δεν τον θελει.ειναι αχαρος και αξεστος
και καθολου ρομαντικος.
ειναι τριτη
και βρεχει.τελεια!
ο χιψι
ειναι αληθινος και θελει την ψιφιφι.εκεινη δεν τον θελει.και ας
μην της φαινεται τοσο αξεστος πια.κοιτα να δεις που η ελια στο
πιγουνι του θα μπορουσε να ειναι γοητευτικη.μοιαζει με κουμπι.
ειναι τριτη
και βρεχει.τελεια!
ο χιψι
ειναι περιεργος.τηλε-φονευει την ψιφιφι.δινουν ραντεβου στην ακρη.η ψιφιφι
ανοιγει την ομπρελα της.τικ-τικ-τικ.την πρασινη,βελουδινη,ξεθωριασμενη,αθλια
ομπρελα της με το κοκκαλινο,κιτς χερουλι-γλυπτο μαϊμου..το φορεμα της σερνεται
στο νερο.το μακρυ,μαυρο,δαντελενιο φορεμα της σερνεται στη λασπη.τα βαμενα
γαλαζια χειλη της λαμπυριζουν στην αντανακλαση της στο νερο.βρισκει τον
χιψι σκαρφαλωμενο στην ακρη..την κοιταει κοροϊδευτικα.
-παραδεξου
το!αλλιως πηδαω!
-και δεν
πηδας ρε!σιγα!γινε ρομαντικος εστω για μια φορα!
και πηδηξε.
και το φως
ειναι εντονο.
και τωρα η
ψιφιφι τον θελει.
και τοτε παει..
και τωρα
τον κρεμασε με ενα κοκκινο λαστιχενιο σχοινι απο ενα αστερι.
και τωρα
τελος.
και τοτε
πηδηξε και τωρα ειναι στον αερα.
και
επεσε_πεφτει.
και η
ψιφιφι ειναι ψευτικη.
και ο χιψι
ειναι ψευτικος.
και το
σχοινι ειναι αληθινο.
χι(ψιψι)φιφι
και..
ειναι τριτη
και βρεχει.
Τελεια.
μάρω
Θα πρέπει να΄ναι ʼνοιξη,με πορεία προς το καλοκαίρι.
Έχει φύγει για τα καλά ο χειμώνας,πράγμα που το προδίδει το η ίδια η φύση. Τα μπουμπουκιασμένα δέντρα προσπαθούν
να ξεπεράσουν το ένα το άλλο στις μυρωδιές. Τα πουλιά έχουν ζωηρέψει τα τιτιβίσματα και πετούν ανάμεσα στη
πολυχρωμία.
Είναι η ώρα που τα χωράφια παίρνουν ζωή,και οι χωρικοί από νωρίς το πρωί μέχρι που θα δύσει ο ήλιος παλεύουν
με τη γή τους. Είναι λίγα τα χιλιόμετρα που χωρίζουν τη πόλη από το μικρό χωριό.
Με την κούραση όλης της μέρας φεύγουν αποκαμωμένοι για τα σπίτια τους.
Η πόλη λένε,είναι για τους παραθεριστές! Στο σπίτι,μια μπουκιά ψωμί και φαί με κουτάλι.
Οι άντρες μοιράζονται στα δύο καφενεία του χωριού,ανάλογα με το κομματικό στρατόπεδο που ανήκει η συνείδηση
του καθένα. Του τρίτου στρατοπέδου είναι λίγοι. Πάνε όλοι μαζί και τις πιο πολλές φορές μοιράζονται τα παγκάκια της
πλατείας η κάτι σκόρπιες καρέκλες κάτω από τον υπεραιωνόβιο πλάτανο.
Στα καφενεία λοιπόν ξεκουράζονται, πίνουν το κρασάκι τους,παίζουν καμιά πρέφα κι αν υπάρχει κάποιο τρανταχτό νέο
γίνετε κουβέντα,μέχρι να εμφανιστεί το επόμενο γεγονός.
Ολοι θέλουν να κάτσουν στο τραπέζι που κάθετε ο γιατρός,ο δικηγόρος,ο πρόεδρος..ο γραμματιζούμενος.
Το θεωρούν τιμητικό.Για ποιόν ποτέ δεν κατάλαβα!
Οι μορφωμένοι για εκείνους είναι το πάν. Εχουν τα καλύτερα σπίτια,ωραίες οικογένειες,τις πιο ακριβές κούρσες
πολλά χαρτιά στον τοίχο…και είναι διαβασμένοι!
Είναι τιμή μου και υποχρέωση μου να πάω να βάψω τα κάγκελα του εφέτη.Ερχονται τα παιδιά του από την Αθήνα.
Το δικό μου χώμα δεν φεύγει,με περιμένει. Θα φύγω εγώ κι αυτό εκεί θα΄ναι.
Στην αρχή του χωριού,το πρώτο σπίτι που συναντάς είναι το ρόζ σπίτι του γιατρού με τις ψηλές τις μάντρες.
Πολλά λουλούδια μεγάλος κήπος_μόνο τα πουλιά και τα έντομα έχουν ορατότητα στο εσωτερικό του.
Λίγο πιο μέσα,σε μια σούδα που δεν φαίνεται από το δρόμο είναι ένα χαμόσπιτο. Μια φτωχή κοπέλα μένει μόνη εκεί,
όπου έφυγε από το ορεινό χωριό της για καλύτερη ζωή στα πεδινά.
Καθαρίζει σπίτια,φροντίζει κήπους,πάει στα χωράφια παλεύει να επιβιώσει.
Αναλαμβάνει λοιπόν,και το σπίτι του γιατρού. Δεν μένει μόνιμα στο χωριό,ζεί στην Αθήνα με τη γυναίκα του
δεν έχει παιδιά αλλά πηγαίνει τακτικά στις ρίζες του. Ο κήπος του και το σπίτι,πρέπει να’ναι σε άριστη κατάσταση
με τον ερχομό του.
Σε ένα από τα πολλά πήγαινε έλα του λοιπόν,κατάφερε να βιάσει τη «μικρή του δούλα»..
Δεν της επιτρέπει να πατήσει ποτέ ξανά σπίτι του,δεν ξέρει ποια είναι κι από που έχει έρθει.
Γεννάει μετά από οχτώ μήνες,μόνη στα χωράφια.
Πάντα,πίσω από κάθε τοίχο υπάρχει ένα μάτι η ένα αυτί.
Εχουν περάσει σαρανταπέντε χρόνια από τότε,ο γιατρός εδώ και δέκα χρόνια δεν είναι στη ζωή ο κόσμος ξέρει και
Ο Νίκος είναι ένα πιστό αντίγραφο του γιατρού. Ενας άνθρωπος που το χωριό μια γελάει,μια λυπάται και μια αδιαφορεί.
Ενας άνεργος Νίκος με χαμηλών δυνατοτήτων μυαλό. Σχολείο μέχρι το δημοτικό,πάντα σε μια νευρικότητα
κάποια στιγμή γίνετε πωλητής βιβλίων. Αγοράζει ένα μεταχειρισμένο αμαξάκι και αποφασίζει ξαφνικά να γίνει κυνηγός.
Νύχτα μέρα, η καραμπίνα στο χέρι. Οι σχέσεις μάνας/γιού περνάνε δια πυρός και σιδήρου.
Φασαρίες στο σπίτι όταν δεν υπάρχει δουλειά,ζητάει χρήματα δεν υπάρχουν.
Κάποιος έχει την ιδέα και τον κάνουνε παπά.Κανονικό παπά,που πρέπει να διανύσει κάθε Κυριακή περίπου 70χλμ
με το αμάξι του,για να πάει σ’ένα ορεινό χωριό όπου τον περίμεναν είκοσι γεροντάκια.
Ξέχασα να σας πω ότι πριν γίνει παπάς παντρεύτηκε μετά βαίων και κλάδων. Μια κοπέλα από ένα παραλιακό χωριό
Επίσης μειωμένης αντίληψης.Κάθε Κυριακή λοιπόν,και η παπαδιά στο δρόμο για τη λειτουργία.
O καιρός πέρασε,όπου κάποια στιγμή τον σταματάνε από το δρόμο του θεού,γιατί έδειρε τη παπαδιά μέσα στο ιερό.
Ξεκινάει θεραπευτική αγωγή και δείχνει ήρεμος υποτίθεται.
Όταν σταματάει τα χάπια,μπροστά του τα θηρία είναι ανύπαρκτα.Γίνετε ακόμα πιο βίαιος. Η αστυνομία πηγαίνει συχνά
στο σπίτι γιατί σακατεύει τη γυναίκα του στο ξύλο.
- Πρέπει να παίρνεις τα χάπια σου Νίκο,μη το ξεχνάς.
- Ναι ναι αστυνόμε μου ότι πείς,μείνε ήσυχος!
Αφού έφευγαν οι άνθρωποι του νόμου και της τάξης…έβγαζε όλες τις κατσαρόλες και τα τεντζερέδια στην αυλή,
έβαζε και κασέτα του Καζαντζίδη/πιο τέρμα δεν είχε ο ήχος..και έπαιζε ντράμς.
Επνιγε το πόνο του,τη πίκρα του,την απόγνωση,το αναπάντητο γιατί του. Αν κάποια από τις δυο γυναίκες του΄λεγε να
σωπάσει,έβριζε και μονολογούσε « γιατί ρε θεέ;» και χτύπαγε όποια έβρισκε μπροστά του.
Το ότι η γυναίκα του ήταν έγκυος,εννοείται ότι δεν άλλαξε κάτι στη συμπεριφορά του.
-Θέλει χτύπημα η γυναίκα μεγάλε,σαν το χταπόδι μέχρι να μαλακώσει.
Το χταπόδι μαλακώνει και στη χύτρα ταχύτητος επίσης.Για σκέψου…
Οι καυγάδες,η βία,η οργή συνεχίζονται και η μάνα είναι με το μέρος του γιού πλέον,εκτονώνωντας τη δική της τρέλα
επάνω στη νύφη της.
Η γέννηση του παιδιού δεν φέρνει καμία αλλαγή βέβαια.Αντιθέτως χειροτερεύει καταστάσεις.
Στον ενάμισι χρόνο το ζευγάρι χωρίζει,μετά από καυγά που ακούστηκε στο διπλανό χωριό.Αιμόφυρτη παίρνει τους δρόμους,ζητάει βοήθεια.Το χωριό σκέφτεται πως ο Νίκος έχει καραμπίνα,σηκώνει τα χέρια και μένει πίσω από κλειδωμένες πόρτες.
Δεν τη δέχονται πίσω στο σπίτι,κρατάνε το παιδί γιαγιά και πατέρας.Η μάνα ούτε από μακριά πια…
Πέντε χρόνια μετά,αν δεί κάποιον από το χωριό τυχαία, και με μάτια βουρκωμένα που το χρώμα τους δεν το ξεχωρίζει
ρωτάει αν ο Παναγιωτάκης της είναι καλά!
Αυτό το παιδάκι δεν έχει φίλους.Με βοήθεια του προέδρου του χωριού,κάθε μέρα ένα ταξί το παίρνει και το πηγαίνει
σ΄ένα ειδικό σχολείο της πόλης και το επιστρέφει ξανά στο σπίτι.
Το παιδί αυτό δεν μιλάει,δεν παίζει,δεν βγαίνει μόνο του έξω.Αυτό το μικρό βγάζει μόνο ήχους!
Κάθεται πίσω από ένα παράθυρο,κρατάει μια μυγοσκοτώστρα και κουνιέται με βλέμμα στο απέραντο κενό.
Μουγκρίζει,κάθε φορά που το σπίτι τραντάζεται από τις φωνές,τις βρισιές,την ένταση που δεν σταματάει σχεδόν ποτέ.
Αν περάσεις έξω από το σπίτι,κρύβεται και σε κοιτάει μέσα από τη μυγοσκοτώστρα.
Ο Παναγιώτης είναι ίδιος ο πατέρας του,αλλά εάν δείς φωτοφραφίες του γιατρού πιτσιρίκι δεν ξεχωρίζεις ποιος είναι ποιος
Το ρόζ σπίτι του γιατρού,απέχει δυο χωράφια από το χαμόσπιτο. Κάπου εκεί ανάμεσα κοντά στο δρόμο, η κοινότητα έχει φτιάξει ένα μικρό παρκάκι με την προτομή του ανθρώπου που έφυγε νωρίς..
Κάθε χρόνο γίνετε και μια μικρή γιορτή στη μνήμη του.
Ένα απόγευμα,η γιαγιά πήρε το εγγόνι της και κάθισαν στο παρκάκι.Ο μικρός έπαιζε χωρίς να απομακρύνετε από
κοντά της.Εκείνη αρχίζει να τραβάει ξαφνικά το παιδί κι εκείνο κλαίει με αναφιλητά.
Εχει δει τη γυναίκα του γιατρού και θέλει να την αποφύγει.Ο μικρός θέλει να πάρει τη μυγοσκοτώστρα του,τη παρέα του.
Η γιαγιά οργισμένη. Μόνο φωνές,μόνο κλάμα.Τρέχει ο πατέρας του,έξαλλος – Γιατί κλαίει μάνα το παιδί;
Στα χέρια του κρατάει ένα λασπωμένο φτυάρι. Προσπαθεί να πάρει από το χέρι το γιό του.
Η γιαγιά τραβάει από το άλλο χέρι.
- Ασε ρε μάνα το παιδί,να πάμε μέσα. Τη βρίζει άσχημα.Τραβάει το παιδί και τη σπρώχνει με δύναμη.
Εκείνη χάνει την όποια ισορροπία της και πέφτει. Το κεφάλι της χτυπάει στη προτομή του γιατρού.
Η γιαγιά του Παναγιωτάκη και η μάνα του Νίκου έχει μείνει με τα μάτιά ανοιχτά.
Δίπλα της η μυγοσκοτώστρα και αίμα που ξεκίνησε να κυλάει στο πλακόστρωτο.
Κανείς δεν είδε το μικρό στο παράθυρο ποτέ… και κανένας ήχος δεν βγήκε ξανά από το στόμα του…!
ρόζα
… μέρα φωτεινή, τόσο ηλιόλουστη, τόσο ζεστή, τόσο χρωματιστή και όμορφη… τα λουλούδια μοσχοβολάνε και αφήνουν ελεύθερες τις μυρωδιές τους να ταξιδέψουν για να συναντήσουν τον κάθε έναν από εμάς και να τον μεθύσουν ή τουλάχιστον να του θυμίσουν την ύπαρξή τους… κάθομαι και χαζεύω… ανθρώπους, πρόσωπα, εκφράσεις, κινήσεις, ανάσες…
Όλοι τρέχουν… μα όλοι… όσο πιο γρήγορα μπορεί ο καθένας βαδίζει. Οι ανάσες γρήγορες, σχεδόν απορείς πότε προλαβαίνουν να εισπνεύσουν. Το βλέμμα συνήθως σκοτεινό, τα χέρια κουνιούνται βιαστικά, άλλοτε κρατώντας ένα κινητό τηλέφωνο, άλλοτε μια τσάντα, άλλοτε καφέ, νερό ή φαγητό. Όλοι αλαφιασμένοι, όλοι στον κόσμο τους, με τα μάτια καρφωμένα στο κενό, με σκέψεις πολλές να τους βασανίζουν το μυαλό – έτσι θέλουν να νομίζουν – και με μια αδιαφορία για τον διπλανό που σκοτώνει.
Μια κοπέλα, φιγούρα ευγενική και συνάμα σκοτεινή, με ένα ζευγάρι ακουστικά στα αυτιά της, περπατά με το κεφάλι χαμηλωμένο και το σώμα της να δείχνει πως με κάποιο τρόπο έχει ηττηθεί… κλαίει δυνατά και ασταμάτητα, τα δάκρυα κυλάνε πάνω στα άχρωμα μάγουλά της. Δεν τα σκουπίζει… τα αφήνει να στάξουν πάνω στα μαύρα ρούχα της αρχικά και στη συνέχεια να πέσουν στο οδόστρωμα… μαύρο κι αυτό… σαν τα ρούχα της, σαν τα μάτια της, σαν την ψυχή της… και απορεί… μα κανένας δεν την παρατήρησε; Κανένας δεν έχει λίγο χρόνο να της αφιερώσει; Να σταθεί δίπλα της ένα λεπτό και απλώς να τη ρωτήσει αν είναι καλά, αν χρειάζεται κάτι… μα γιατί κλαίει;
Μα ξέρω γιατί κλαίει. Για τη χαμένη αγάπη, τη ζεστασιά των ανθρώπινων ψυχών, την απώλεια ενός γλυκού και ουσιαστικού πλησιάσματος. Όλα θυσιασμένα στο βωμό του χρήματος. Όλοι τρέχουν για να προλάβουν δουλειές, προθεσμίες, τρέχουν να πληρώσουν ή να πληρωθούν. Το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας τους αφιερωμένο σ’ ένα κυνηγητό που τελικά έχει νόημα; Όταν έχεις χάσει την ψυχή σου, την ικανότητά σου να αγαπάς και να αγαπιέσαι, να ακούς, να αγγίζεις, να συγκινείσαι, να νοιάζεσαι, να συμπονάς, να ενθαρρύνεις, να ανοίγεις την αγκαλιά σου και να χαμογελάς… όταν έχεις χάσει την ικανότητα να συλλαμβάνεις στον αέρα τις μυρωδιές από τα λουλούδια που προσπαθούν να διεισδύσουν στη μαυρίλα της πόλης, στη μαυρίλα της ψυχής των περισσοτέρων…
Μην κλαις κορίτσι μου… υπάρχει και φως και ελπίδα και αγάπη. Άνοιξε τα μάτια σου και την καρδιά σου και άφησέ τα να σε πλημμυρίσουν. Στο μυαλό σου συνεχώς μια σκέψη, μια επιθυμία ανείπωτη… να σκοτωθείς παίρνοντας για πάντα μαζί σου τους φόβους, τις ανησυχίες, τα συναισθήματά σου και όλα όσα σε πνίγουν καθημερινά. Θέλεις να πάψεις να αναπνέεις για να πάψεις και να πονάς. Όχι μικρό μου ξωτικό. Δε χρειάζεται να σκοτωθείς. Ούτε να σκοτώσεις.
Κοίτα ψηλά, βρες τη χαραμάδα του γαλάζιου και πέτα! Θα σε ακολουθήσουν πολλοί. Κι εγώ μαζί! Άκου με...
ελπίδα
" Ένοχο είδωλο "
Πάνε έξι μήνες από τότε που συστήθηκα,
ήσουν σκεπτικός, αρρενωπός αυτός που πάντα ονειρευόμουν..
ήξερα πως δε σε έβλεπα για πρώτη φορά..
ήσουν συνήθεια εθισμος, μα ταυτόχρονα τόσο άγωστος
Το όνομα σου δεν το έμαθα ποτέ...κι όμως σε ήξερα
το άρωμα σου ξένο μα τόσο γνώριμο πάνω μου...
Σιωπή..μα γιατί τόση ησυχία;
Μίλα μου...σου ψιθύρισα όσο πιο δυνατά μπορούσα
μα εσύ αρνήθηκες ακόμα μια φορά,
αυτό το πείσμα σου, αχ αυτό το πείσμα σου!
Και μέθυσα στο χθες, έτσι έκανα πάντα
Στιγμή στάσου..απόδραση γλυκιά ανακούφισέ με!
Με κουράζεις!η παρουσία σου με βαραίνει!
Εγκλωβισμένη στη σκοτεινή σου γοητεία έψαψνα το λυχναράκι
να φωτίσω τα κενά μου..
φτερά με χειροπέδες περασμένες στην κουνιστή πολυθρόνα
που χρόνια τώρα κινείται στον ίδιο ρυθμό..
Ένας δυνατός κρότος και η πολυθρόνα έσπασε
οι χειροπέδες άνοιξαν κι εγώ έμεινα εκει να σε κοιτάζω!
Κι όσο σε κοίταζα εσύ απομακρυνόσουν
Κι όσο σου μιλούσα εσύ έκλεινες τα αυτιά σου
Έτρεξα να σε φτάσω κι εσύ το βαλες στα πόδια!
Ο καθρέφτης σε περίμενε στην πόρτα!
Νόμιζα οτι σ'άρεσε να βλέπεισ το είδωλο σου..
μα δεν άντεξες!
Και τώρα ακούω μονάχα τους χτύπους τησ καρδιάς μου!
Λυπάμαι που ήσουν τόσο ευαίσθητος!
Ανοίγω το παράθυρο κ η μυρωδιά της άνοιξης
αρωματίζει την κλεισούρα του σπιτιού μου...
Φως παντού..και ήρθε η ώρα
για το τελευταίο αντίο...
Καβάλα στο άλογο καλπάζοντας ελέυθερη
χαμογελάω και σκέφτομαι:
"Έτσι το ήθελα
έτσι το φανταζόμουνα"
Αντίο
χαρά
Εκείνο το πρωϊνό ξύπνησε αργά, αντίθετα με τη συνήθειά του.
Χρειαζόταν επειγόντως έναν ζεστό, βαρύ ελληνικό καφέ, να τον τονώσει. Αφού διαπίστωσε ενοχλημένος ότι, το βολικό γκαζάκι, που ανταποκρινόταν άμεσα στις απαιτήσεις του, έπνεε τα λοίσθια, άναψε το μάτι και όρμησε σπασμωδικά στην αυλή του ισογείου, που φιλοξενούσε τις αγωνίες του το τελευταίο πεντάμηνο. Προς στιγμήν αναστέναξε με ανακούφιση και στάθηκε να θαυμάσει τον ήλιο που έλαμπε στον κενό από σύννεφα ουρανό, γενναιόδωρα επιτρέποντας στη χειμωνιάτικη λιακάδα να δεσπόζει.
Πώς δεν το είχε προσέξει τόσες μέρες;
Τα λουλουδάκια του, που τόσο είχε κοπιάσει να φυτέψει, μήπως και διανθίσει τουλάχιστον τον εξωτερικό του περίγυρο, τώρα ήθελαν φροντίδα.
Σήμερα, όμως, δεν άντεχε. Ούτε τις γλάστρες, το αγαπημένο του αυτό δημιούργημα, δεν είχε κουράγιο να περιποιηθεί, μολονότι τόσες φορές τον είχαν βοηθήσει να διώξει τα φαντάσματα που τον κυνηγούσαν. Τι περίεργο… Όσο κρατούσε τα χέρια του απασχολημένα με τους βολβούς, παρέμενε νηφάλιος. Μόλις διέκοπτε, καταπονημένος πια, οι σκέψεις του επανέρχονταν, πιο χειμαρρώδεις και εφιαλτικές από πριν, τόσο που δεν έβρισκε τρόπο να αποδράσει…
Πήρε το ζεστό φλιτζάνι και κάθισε στο γραφείο του, ανάβοντας λαίμαργα ένα τσιγάρο. Απέμεινε να κοιτάζει τον φωτεινό, κατάλευκο περίβολο, βυθισμένος σε μια αδιόρατη ανησυχία, που τον συνόδευε από την ώρα που άνοιξε τα μάτια του. Ένοιωθε ταλαιπωρημένος από την προηγούμενη νύχτα. Δυσβάσταχτα φορτωμένος. Προσπαθούσε απεγνωσμένα να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις του. Όψιμα είχε αποκτήσει αυτήν την τάση. Ποτέ μέχρι τότε δεν επιχειρούσε να σκάψει μέσα του για να κατανοήσει, τι ήταν αυτό που τον έκανε να νιώθει τόσο κενός, τόσο ανικανοποίητος. Πάντα έβρισκε κάτι να κάνει, για να διοχετεύει την ενέργειά του και να αποφεύγει τη δυσφορία.
Και όμως, σήμερα δεν μπορούσε. Ένιωθε εξουθενωμένος. Το προηγούμενο βράδυ είχε επινοήσει μια κοινότυπη, αλλά πειστική δικαιολογία για να την αποφύγει. Ντρεπόταν ήδη που αναγκάστηκε να την ξεγελάσει, ένιωθε και δυνατός που κατάφερε να ξεφύγει από την επιρροή της. Τότε γιατί, μια μόλις εβδομάδα πριν, αντέδρασε τόσο αδύναμα στην προοπτική να την χάσει; Δεν καταλάβαινε τίποτα. Τα είχε χαμένα. Θύμωνε πολύ, που του είχε μεταδώσει την εμμονή της να ψάχνεται. Όχι. Εκείνος δεν άντεχε έτσι. Ήθελε πλέον να γεύεται τη ζωή κάθε στιγμή, να αρπάζει ό,τι συναντούσε στο δρόμο του, να γεμίζει το κενό μέσα του, χωρίς δεύτερες σκέψεις, χωρίς έννοιες και ευθύνες. Ένιωθε κουρασμένος από την άδεια συμβατικότητα της πρότερης συζυγικής του ζωής, ήταν καιρός να διασκεδάσει ανενδοίαστα και η γυναίκα της περασμένης νύχτας φαινόταν ιδανική για αυτό. Του είχε αβίαστα προσφερθεί, φουσκώνοντας το εγώ του. Είχε νιώσει ανάλαφρος και ξένοιαστος, επιτέλους. Είχε καταφέρει να ξεφύγει από τον κλοιό, που τον στένευε όλο και περισσότερο τελευταία και τον οδηγούσε σε μια νέα φυλακή. Κάτι τον έφραζε, ωστόσο. Από τη μια βάραινε και ήθελε να τελειώνει, από την άλλη, δεν ήθελε ακριβώς να διακόψει μαζί της. Του ήταν ξεκάθαρο πως επρόκειτο για ό,τι ωραιότερο του είχε συμβεί, είχε αγγίξει την πονεμένη του ψυχή, του είχε προκαλέσει τη διάθεση να ζήσει μια δεύτερη ζωή. Όμως, ένιωθε να τον κουράζει η σοβαρότητά της, όλες αυτές οι αναλύσεις που ηχούσαν διαρκώς στα αυτιά του, όχι, δεν ήθελε να ζορίζεται, δεν άντεχε την παραμικρή μύγα στο σπαθί του, έπρεπε πια να προχωρήσει όπως ήθελε εκείνος, αναπόσπαστος από τα θέλω του, να απεγκλωβιστεί από τα νέα δεσμά που, άθελά του, είχε δημιουργήσει.
Είχε πάει 11.30 και ακόμη δεν τολμούσε να της τηλεφωνήσει. Τις σκέψεις του διέκοψε το κουδούνισμα της συσκευής. Ανησύχησε μήπως τον καταλάβει, αλήθεια, πώς είχε αυτήν την ικανότητα, που όσο τον γαλήνευε, άλλο τόσο τον τρόμαζε; Αποφάσισε να αναβάλει για λίγο τη συνομιλία τους, με μια πρόχειρη δικαιολογία.
Εκείνη είχε ξυπνήσει με άγχος. Την τελευταία εβδομάδα είχε διασαλευθεί ακόμη και ο ύπνος της, που σπάνια ταραζόταν. Η αγωνία της είχε κορυφωθεί, τον ένιωθε να απομακρύνεται και δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Είχε νιώσει τη δικαιολογία του το προηγούμενο βράδυ και προσπαθούσε να καταλάβει. Ήταν μια θύελλα ενθουσιασμού που σιγά-σιγά ξεφούσκωνε, ή την κύκλωναν οι φόβοι της; Όχι. Ήταν έντιμος και νοιαζόταν, δεν θα της έκανε ποτέ κακό, για αυτό ήταν απολύτως βεβαία. Ήξερε, όμως, τις αγωνίες του για το μέλλον, τον πόνο που είχε βιώσει με το διαζύγιό του, τον ένιωθε ότι, πρόδιδε για καιρό τον εαυτό του και αδυνατούσε ακόμη να βρει γαλήνη. Έκανε ό,τι μπορούσε για να τον ανακουφίσει, προσπάθησε να τον φέρει σε επαφή με την ψυχή του, πίστευε βαθιά στη συναισθηματική του δύναμη, στην αγάπη του για τη ζωή, η ίδια είχε τροφοδοτηθεί απίστευτα από αυτά του τα χαρίσματα.
Θα άντεχε, άραγε, αυτή η σχέση, ή θα βυθιζόταν στη φουρτούνα των ασύγχρονων κυμάτων;
Αποφάσισε να του τηλεφωνήσει, για να βρεθούν, επιχειρώντας να αποβάλει κάθε αρνητική σκέψη. Τον άκουσε χαριτωμένα να λέει ότι, πάει να αγοράσει εφημερίδα, να φτιάξει καφέ και θα την πάρει μετά…
Ο λόγος του ήταν τόσο ασυνάρτητος, που την έκανε να νιώσει αμέσως τον δισταγμό του. Της πρότεινε να βρεθούν από νωρίς το απόγευμα, να φάνε μαζί στο σπίτι του και στη συνέχεια να συναντήσουν τους άλλους, στον κινηματογράφο. Κάτι αόριστο την έσπρωξε, να συμφωνήσει μόνο για το βράδυ.
Η παρέα ατύχησε, από μια ίωση, το ίδιο και ο κινηματογράφος, εισιτήρια τέλος. Λες και όλα συνωμοτούσαν… Η ομίχλη πύκνωνε, η ατμόσφαιρα ήταν τώρα πιο βαριά ανάμεσά τους. Την παρέσυρε να συναντήσουν μια δεκαμελή συντροφιά των νεανικών του χρόνων. Ένιωσε ότι, με κάθε τρόπο ήθελε να αποφύγει να μείνουν οι δυο τους, τον ρώτησε διστακτικά, αν προτιμά να πάει μόνος, η αδιάφορη απάντηση τη λύγισε, αλλά δείλιασε να ακολουθήσει το ένστικτό της, που της κραύγαζε να μην ακολουθήσει… Αν το είχε κάνει, πώς θα ήταν, άραγε, η επόμενη μέρα; Ποτέ δεν θα μάθαινε, κανείς από τους δύο…
Συναντήθηκαν στην παγωμένη λεωφόρο της πόλης, εκείνος ενοχικά παγερός και απόμακρος, πάντα τρία βήματα εμπρός της και εκείνη αμήχανη και λυπημένη. Τράβηξαν βόρεια, να βρουν την ταβέρνα, μέσα στη σκοτεινή νύχτα, σχεδόν αμίλητοι, ακόμη και το φεγγάρι είχε εξαφανιστεί.
Ούτε αυτό δεν είχαν για να γείρουν…
Με τις φλόγες να χορεύουν ειρωνικά στο τζάκι, το άπλετο φως και τα εδέσματα, το βουητό του σαββατιάτικου γλεντιού και το κέφι της παρέας, κανείς δεν θα μπορούσε να συλλάβει, τι σαματάς γινόταν στις ψυχές τους… Εκείνη έσβηνε μέσα της, καθώς έκανε τον καραγκιόζη, σε δέκα ευγενείς, εγκάρδιους αγνώστους, χωρίς να καταφέρνει να του ρίξει την παραμικρή ματιά και εκείνος έπιασε να πίνει ακατάπαυστα, νιώθοντας ισχυρή την επίδρασή της πάνω του. Ύστερα από μερικά ποτηράκια, χαλάρωσε και θέλησε να την φροντίσει. Ένιωσε το χέρι του να την αγκαλιάζει θερμά, τον άκουσε να της αφιερώνει το τραγούδι, όμως λύγιζε όλο και περισσότερο, τώρα της ερχόταν να ξεσπάσει σε λυγμούς και να φύγει τρέχοντας… Εκείνος αποτραβήχτηκε απογοητευμένος. Όταν μπήκαν στο αυτοκίνητο, όλα ήταν χειρότερα από πριν. Είχαν αγγίξει και οι δυο τα όριά τους.
Δεν άργησε να ξεσπάσει η καταιγίδα. Η παντοδυναμία της μέθης κυριάρχησε. Πατούσε το γκάζι με όλη της τη δύναμη. Οδηγούσε νευρικά και γρήγορα, με την αδρεναλίνη στο κόκκινο. Η μια λέξη έφερε την άλλη και ξάφνου, έμεινε εμβρόντητη. Δυσκολευόταν να πιστέψει αυτόν τον κρότο στα αυτιά της. «Τέλος», είχαν ξεστομίσει τα χείλη του.
Ήταν πολύ νωπή ακόμη η απόρριψη που βίωσε, με τη διάλυση του γάμου του. Τον είχε οδηγήσει, ερήμην της, στην τέλεια αφορμή που άθελά του έψαχνε, να λυτρωθεί από το δίλημμα, να μεταθέσει την ενοχή και να φύγει με το κεφάλι ψηλά.
Αυτό ήταν. Ένας διττός, διπλός θάνατος, εξ αμελείας ή εκ προμελέτης;
Άραγε, όταν ξεριζωθεί μια ψυχή, ξαναγεννιέται;
μαρία
Νίκος, Μαρία και Πάνος. Πατέρας, μητέρα και παιδί. Μια συνηθισμένη οικογένεια. Με σπίτι, αυτοκίνητο και εξοχικό. Με μικρό σπίτι, μεγάλο αυτοκίνητο και προσφάτως αποκτηθέν εξοχικό. Ο Πάνος έχει πολλά παιχνίδια για να μην κουράζει τους γονείς. Ο Νίκος παίζει με το αυτοκίνητο-το χαϊδεύει, το γυαλίζει, το στολίζει. Η Μαρία ασχολείται με το σπίτι- το χαϊδεύει, το γυαλίζει, το στολίζει. Όταν το αυτοκίνητο είναι έτοιμο και το σπίτι στολισμένο πηγαίνουν να χαϊδέψουν, να γυαλίζουν και να στολίσουν το εξοχικό.
Εκεί βρίσκουν χρόνο να παίξουν και με τον Πάνο. Τις καλές μέρες κατεβαίνουν στον κήπο και παίζουν ποδόσφαιρο. Καμιά φορά καλούν και τους γείτονες για να ναι ζυγός αριθμός και να χωριστούν σε ομάδες. Τους λείπει ένας και αναγκάζονται να καλέσουν άλλους τρεις. Μα πιο πολύ αυτός ο ένας λείπει στη Μαρία και όχι στα αγόρια που βιάζονται να ξεκινήσει το ματς.
Και ο Νίκος όμως δεν πάει πίσω... Δεν είναι λίγες οι φορές που η Μαρία είναι στη μια άκρη του κήπου και ο Πάνος στην άλλη κι εκείνος ξεγελασμένος από τη σκιά ρίχνει τη μπάλα στο ενδιάμεσο κενό. Η μπάλα τότε σκίζει τον αέρα, περνάει μέσα από τη σκιά και σκάει στο θάμνο, στα όρια του οικοπέδου. Και τότε η σκιά γίνεται σύννεφο, σκεπάζει τον ήλιο και ο Νίκος κρυώνει ξαφνικά και τους καλεί να μαζευτούν μέσα γιατί είναι αργά. Και ο ήλιος ακόμα ψηλά....
Τη σκιά αυτή δεν τη βλέπει μόνον όμως ο Νίκος. Για την ακρίβεια τη σκιά μόνον ο Πάνος δεν τη βλέπει. Γιατί εκείνος είναι μικρός, ήρθε στη ζωή τους όταν τα δύσκολα πέρασαν και δεν τους ξάφνιασε, ίσα ίσα τον περίμεναν με χαρά. Μια χαρά μεγάλη, που φώτισε τη ζωή του νέου ζευγαριού, αλλά συγχρόνως έριξε φως σ ένα έγκλημα που ήταν καλά χωμένο μέσα τους.
Ένα έγκλημα που με τόσο φως απέκτησε παρέα μια μακριά σκιά. Μια σκιά που ήταν μεγαλύτερη από το καλάθι του νεογέννητου, μια σκιά που τρεφόταν παράλληλα με το μωρό από το άλλο στήθος της μάνας του, μια σκιά που δεν έπιανε χώρο στο μικρό τους σπίτι, αλλά βάραινε ασήκωτα τα πλάσματα που κινούνταν εντός του. Μια σκιά που σερνόταν αθόρυβα στους διαδρόμους, από τότε που γυρίσανε οι τρεις τους απ το μαιευτήριο, ως σήμερα ακόμα. Κάθεται να φάει, ξυπνάει και ξενυχτάει μαζί τους, σπάνιες φορές όμως κοιμάται αληθινά.
Έτσι λοιπόν ουσιαστικά ήταν μια συνηθισμένη οικογένεια με ασυνήθιστο κατοικίδιο μια βαριά, άγρυπνη σκιά. Χωρίς να ξέρουν αν είναι θηλυκό ή αρσενικό, όμορφο ή άσχημο είναι πάντα τέσσερις, αλλά παραδόξως μονός αριθμός, δε μπορούν να παίξουν σε ομάδες. Κι έτσι πάντα λειψοί, θα τιμωρούν οι γονείς τους εαυτούς τους για την επιλογή να σκοτώσουν κάποιον πριν τον γνωρίσουν. Νόμιζαν ότι μπορούσαν να πατήσουν pause μέχρι να τελειώσουν οι δόσεις για το ΙΧ και να χουν δικό τους σπίτι. Κι έτσι έκαναν. Όμως ο χρόνος μάσησε την κασέτα όσο ήταν στην αναμονή και καταδικάστηκαν να ζουν με τη σκιά του αγέννητου παιδιού τους.
χρήστος
Η νέα εποχή
(μονόπρακτο σε 7 σύντομες Σκηνές
“Έφηβος
«Αυτοί είναι οι άνθρωποι μιας εποχής που έφυγε. Τα άψυχα σώματά τους είν’η σιωπή ενός κόσμου που έληξε. Κοιτάξτε αυτό το τέλος όλοι. Ακούστε αυτή τη φωνή. Δε σέβομαι το θάνατό σας. Η τελική σας ακαμψία μου δίνει την απόλαυση που δε χαρίζει καμιά μορφή ζωής»
Δ. Δημητριάδης - Η Νέα Εκκλησία του Αίματος
[Η σκηνή
Η βάση της είναι κυκλική και έχει κλίση 30ο από την πίσω πλευρά. Σε κάθε επιμέρους σκηνή του Μονόπρακτου θα υπάρχει ένα συγκεκριμένο χρώμα φωτός που θα πέφτει σε όλη την κυκλική σκηνή δίνοντας της συγκεκριμένη κάθε φορά αίσθηση.
Στο κέντρο του κύκλου υπάρχει ένα ανοικτό λευκό βιβλίο σε μέγεθος που να είναι ορατό από τους θεατές, δεξιά του βρίσκεται ένα ασημί δοχείο, παρόμοιο με πλατύ δισκοπότηρο και αριστερά του μια μεγάλη μυτερή γραφίδα από ασημί επίσης μεταλλικό χρώμα.
Πίσω από τη σκηνή υπάρχει μια ημιδιαφανής μαύρη κουρτίνα όμοια με οθόνη. Πίσω της θα διαδραματίζονται ενίοτε καταστάσεις ή και θα προβάλλονται συγκεκριμένες εικόνες.
Οι Ήρωες:
Ο Λόγιος
Κάπως παχουλός, δίνει την αίσθηση του μεσήλικα. Έχει σχετικά μακριά και αραιά μαλλιά και φοράει στρογγυλά μικρά γυαλιά πρεσβυωπίας. Το πρόσωπο του είναι λευκοβαμμένο με τα χείλη να διαγράφουν με μαύρο χρώμα ένα μόνιμο και αφύσικα σοβαρό ύφος. Φοράει μαύρο κοστούμι και κόκκινο παπιόν.
Το Ον
Ένα πλάσμα που δεν καταλαβαίνουμε αν είναι άντρας ή γυναίκα ή ακόμα και την ηλικία του. Είναι τυφλό. Το σώμα του είναι βαμμένο λευκό γκρί και η περιοχή των γεννητικών οργάνων καλύπτεται από μια μια κατασκευή πάνω στην οποία είναι ζωγραφισμένο με εμφανή τρόπο ένα κουλουριασμένο φίδι.
Η Θεά
Υπερφυσικά ψιλή, με σκούρο μπλε φόρεμα που απλώνεται κατά την εμφάνισή της μέχρι στις δύο νοητές άκρες της διαμέτρου της κυκλικής σκηνής. Έχει επίσης αφύσικα μακριά μαλλιά σε μήκος όμοιο του σώματός της τα οποία λάμπουν με φωσφορίζουσα ασημόσκονη. Το πρόσωπό της είναι βαμμένο μισό ασημί και μισό κόκκινο. Μιλάει αργόσυρτα τονίζοντας κάθε της λέξη
8 Ακόλουθοι
Φαίνονται γυμνοί, με βαμμένα κάθετα το μισό τους σώμα ασημί. Δεν έχουν μαλλιά. Στο στέρνο τους όλοι έχουν ζωγραφισμένο με πορφυρό χρώμα ένα κόκκινο κύκλο. Ο καθένας κρατά ένα πυρσό.]
Σκηνή 1η Ο Γραφέας Προλογίζει
(Η σκηνή έχει ένα απαλό λευκό φως. Επάνω της βρίσκεται ο Λόγιος όρθιος. Ήχος από τους χτύπους ενός ρολογιού. Σιγά σιγά ο ήχος χαμηλώνει έως να σβήσει τελείως)
Λόγιος - Εν αρχή πρέπει να είναι ο λόγος και γι’ αυτόν και τη διάδοσή του βρίσκομαι εδώ. Είμαι αυτός που φέρνει το λόγο εδώ και αλλού και παντού. Γεννήθηκα με έναν και μόνο προορισμό, να διδάξω την αλήθεια του, την καθαρή, την απανταχού παρούσα, τη θεία και μοναδική.
(Κοιτάζει το ανοιχτό βιβλίο που είναι άγραφο/ λευκό) Υπάρχω για να βοηθήσω με όλες μου τις δυνάμεις το γένος αυτό να μάθει τη γραφή και την έννοιά του νοήματος και της κάθε απόχρωσής του. Να μπορέσει έτσι να δώσει κάποια έννοια στην προσωρινή και ταπεινή του ύπαρξη. Πριν πεθάνει θα έχει μάθει όλα όσα είναι απαραίτητα για να ξέρει με περισσή ακρίβεια που οδεύει και να είναι περήφανα σίγουρος για τον εαυτό του. Και βέβαια να αφήσει την πιο πλούσια δυνατόν παρακαταθήκη στο αύριο των παιδιών του, για ένα καλύτερο, ομορφότερο και πιο αισιόδοξο μέλλον.
(Πίσω από την κουρτίνα / οθόνη διαφαίνεται το Ον να βαδίζει με αργά βήματα από τη μια πλευρά έως την άλλη. Είναι σκυφτό σα να και σα να υποογίζει το κάθε του βήμα)
Λόγιος - (Κοιτάζοντας πλέον το Ον) Να, έρχεται ένα δείγμα του χαμένου γένους. Είναι τόσοι πολλοί πλέον που δεν προφταίνουμε να δώσουμε τα φώτα μας σε όλους τους. Είναι εμφανές, αδιαμφισβήτητο βλέπω πως αναμένει κάποιον οδηγό στο σκοτάδι της θλιβερής αμάθειάς του. Είναι τόσο χαμένο και βυθισμένο στην αβεβαιότητά του. Θα μπορούσα να γελάσω με την εικόνα του ή να δακρύσω με την κατάστασή του. Αλλά όχι, δεν είμαι εδώ για αυτό το λόγο. Καμιά αψυχολόγητη αντίδραση, που θα ‘ταν, αν μη τι άλλο, ανάρμοστη για κάποιον σαν εμένα. Η αποστολή μου είναι άλλη και την ξέρω καλά μια που την σπούδασα για χρόνια πολλά σε σκιερά και δύσκολα βιβλία αλλά και σε ευαίσθητα και αγαπησιάρικα αγγίγματα ή και με μεθόδους κάπως αυστηρές…η μάθηση, είναι γνωστό, θέλει κόπο και πειθαρχία και κατανόηση για τα Όντα, πόσο μάλλον η ίδια η αλήθεια.
(Κοιτάζει το δοχείο και τη γραφίδα) Αυτά θα είναι τα σύνεργα της σωτηρίας του. Θα μάθει καθετί και πιο πολλά ακόμα…την ίδια την ιστορία του, πριν και μετά από την ίδια τη ζωή του εδώ. Όλα θα ειπωθούν με ακρίβεια και θα γραφούν με ξεκάθαρα σίγουρη βεβαιότητα. Και μετά θα καταλάβει και το ίδιο το νόημα του δρόμου του. Τι θα πρέπει να διαλέξει και τι να αφήσει πίσω του, το τι και το πώς και το πού και το γιατί του καθετί! Εγώ θα είμαι ο οδηγός του, τα μάτια του και ο γιατρός κάθε ονείρου του χαμένου στο πουθενά της σκιάς του. Θα γίνει ένας χαρούμενος και σίγουρος και ασφαλής και όμορφα ακόλουθος του καλού του γένους!
(Προς το Ον) Είσαι εδώ, εσύ; Για πού το έχεις βάλει, τι είναι πιο μπροστά σου; Φοβάσαι; Ναι! Αν μη τι άλλο! Ηρέμησε όμως, γιατί δεν είσαι πλέον ένα ακόμα χαμένο Ον…Είμαι εγώ εδώ για εσένα. Πάνω και κάτω σου βλέπεις κάτι; Με ακούς, εσύ;
Ον - Φώναξε κάποιος, κάτι; Κάπου θα υπάρξει κάποιο φως, επιτέλους; Δεν ξέρω αν καν το χρειάζομαι αλλά θα πρέπει το φως να είναι φως φωτεινό και ίσως αυτό να είναι καλό. Ποιος θα με βγάλει από αυτό το μονοπάτι; Έχει γίνει τόσο μονότονο, βαρετό και πονάνε τα πόδια μου, δεν αντέχω άλλο, θέλω να ξαποστάσω. Θέλω να ηρεμήσω, να δω επιτέλους πέρα από αυτό το σκοτάδι!
Λόγιος – Σκοτάδι …δεν πρέπει να πεις άλλη φορά τη λέξη αυτή, γιατί εγώ είμαι εδώ και είμαι για εσένα. Πίστεψε το, έτσι και αλλιώς δεν έχεις άλλη επιλογή, το νοιώθεις, το ξέρεις, το μυρίζεις, έτσι δεν είναι;
Σκηνή 2η – Η Γνώση προ των πυλών
(Η σκηνή φωτίζεται με αχνό γαλάζιο χρώμα. Το Ον είναι πλέον πάνω στην κυκλική σκηνή και είναι στραμμένο προς το Λόγιο)
Ον - Η φωνή αυτή κάτι μου θυμίζει, αμυδρά, κάτι πολύ μα πολύ παλιό, τελικά. Δεν μπορώ όμως να ξέρω τι είναι ακριβώς. Το σκοτάδι με έχει καταδικάσει από τότε που θυμάμαι πως γεννήθηκα στη σκιά των προσώπων. Ποιος είσαι; Τι θες; Μπορείς να με βοηθήσεις;
Λόγιος - Είσαι τόσο, μα τόσο τυχερό, εσύ, Ον που βρέθηκα στον δρόμο σου. Είμαι η ευκαιρία να σταματήσεις αυτό το πέρα δώθε. Ήρθε η ώρα επιτέλους θα βρεις εκείνο που ζητάς, το φως σου δηλαδή. Το αναζητάς, τόσο πολύ καιρό, το ξέρω καλά, φαίνεται εξάλλου, πως για καιρό γυροφέρνεις από πόλη σε πόλη, από χώρα σε χώρα και από ήπειρο σε ήπειρο ...μα κανείς δεν βρέθηκε να σε βοηθήσει. Κακόμοιρε!
Ον - Έχεις τόσο δίκιο. Δεν μπορώ καν με λόγια να περιγράψω αυτή την αναζήτηση. Χρόνια τώρα, που έχω πλέον ξεχάσει, νομίζω. Και είναι τόση η χαρά μου που επιτέλους ακούω λόγια κατανόησης και συμπόνιας στο πρόβλημά μου. Πρέπει να σου πω ότι νοιώθω κιόλας να αχνοφέγγει το φως μέσα από τα λόγια σου. Μα ποιος είσαι...; Δεν ξέρω μήτε το όνομα σου και βέβαια ούτε τι ακριβώς κάνεις!
Λόγιος - Είμαι και λέγομαι με ένα όνομα. Για την απλότητα του θέματος, αν μη τι άλλο. Λόγιος, λοιπόν είμαι και λέγομαι. Και είναι καθήκον αλλά και βαθιά χαρά μου να σου δείξω βήμα προς βήμα το μονοπάτι που λέγεται γνώση. Να σε μάθω να διαβάζεις τις λέξεις, τα νοήματά τους , να δώσεις τελικά σάρκα και οστά σε εσένα το ίδιο, Ον. Να δεις τον κόσμο, να τον περιγράψεις, να τον αισθανθείς με όλη τη γνώση που θα σου δώσω άφθονα και με ακρίβεια. Να μπορέσεις να κοιτάξεις επιτέλους εσένα το ίδιο αλλά και τα άλλα παρόμοια με εσένα όντα. Να καταλάβεις τον κόσμο και να βρεις τη γλυκιά σιγουριά της αλήθειας σε κάθε σου βήμα. Να δεις το φως του αύριο και να φτιάξεις, αν μη τι άλλο κάτι πιο καλό για εσένα και κα όντα μετά από εσένα.
Ον - Το νόημα, η αλήθεια, το αύριο... Μα αυτά θα είναι σίγουρα συγκλονιστικά. Όχι μόνο θα γλυτώσω από τις σκιές, αλλά θα μπορέσω, με τη δική σου βοήθεια, Λόγιε φίλε, να καταλάβω και τον κόσμο, το ίδιο το νόημά του; Η προοπτική αυτή με κάνει κιόλας να σκιρτώ. Νοιώθω τυχερός, μα πολύ τυχερός και χαίρομαι πέρα από τη δύναμη κάθε φράσης που είμαι μαζί σου. Μα γιατί να χάνουμε ακόμα χρόνο και να μένω και άλλες στιγμές στο σκοτάδι;
Σκηνή 3η – Η Διαδικασία πριν…
( Η σκηνή φωτίζεται με λαμπρό κίτρινο φως)
Λόγιος – (δίνει στο Ον τη Γραφίδα) Πάρε αυτή τη γραφίδα, έχει να σε μάθει πολλά. Είναι βαριά, μα πίστεψε με, έχει μάθει πολλά σε τόσους άλλους πριν εσένα και είμαι σίγουρος σε περισσότερους μετά! Είναι ασφαλής, καιδοκιμασμένη, πίστεψέ με.
Ον- (αγγίζει την γραφίδα, την ψηλαφεί) Ναι την νοιώθω, είναι κάπως κρύα αλλά δεν θα πρέπει να με φοβίζει.
Λόγιος – Θα ακολουθήσεις τις οδηγίες του χεριού μου, με ακρίβεια και πίστη. Είμαι ο οδηγός σου, συμφωνείς;
Ον – Εγώ θέλω να δω, να μάθω, να δω, ναι! Και βέβαια θα ακολουθήσω κάθε σου οδηγία. Έτσι και αλλιώς είμαι τυφλός, τι έχω να χάσω πέρα από τις σκιές μου;
Λόγιος – (Κατευθύνει το χέρι του Οντος με τη Γραφίδα προς το Δοχείο μέσα στο οποίο στο υπάρχει ένα μαύρουγρό) Δεν θα χάσεις, αντίθετα θα κερδίσεις, να είσαι σίγουρος. Λοιπόν θες να αρχίσουμε τα ταξίδι στη σιγουριά της γνώσης; Θες να μάθεις τα μυστικά; Και πολλά ίσως άλλα, τόσο καλά και χρήσιμα;
Ον – Για το φως και το αύριο, ναι. Απλά και σίγουρα, Ποτέ το χθες δεν θα είναι πλέον μαζί μου, ποτέ. Είμαι έτοιμο να γεννηθώ για δεύτερη φορά, ναι!
Σκηνή 4η - Η Νύχτα έρχεται
(Η σκηνή φωτίζεται με βαθύ μπλε χρώμα)
Λόγιος – Γράψε κάτι, αυτό που σου είπα, την αλήθεια, συλλάβισε τη με τον τόνο και τη μορφή που σου έδειξα! Γράψε το νόημα σου και του κόσμου, μίλησε, δες, μάθε .. εν αρή είναι ο Λόγος...κατάλαβες; Ο Λόγος. Ο ΛΟΓΟΣ καθήκι, μάθε τον, ‘αστον να μπει μέσα στο σκατομυαλό σου! Άστον να σε φάει, να σε γαμίσει, να σε καταλλάβει, να γίνεις δικό του, υποκείμενο, σακάτη!
Ον – (Βλέπουμε να πρσπαθει να γράψει κάτι στο λευκό βιβλίο) Είναι δύσκολο αυτό, τι γίνεται; Κάτι με καίει, είναι τόσο καφτό αυτό, από μέσα μου, ολούθε, μα τι λες; Δεν είναι δυνατό αυτό, γιατί μου το κάνεις Λόγιε φίλε μου;!
Λόγιος – Δεν ήθελες να δεις; Δεν ήθελες; Δική σου επιλογή ήταν! Θα μάθεις λοιπόν με τον τρόπο που πρέπει, τις αλήθειες, το σωστό και το λάθος, το εσύ και το αυτός, θα σε διαχωρίσω σε όσα είσαι από πάντα, θα σε κάνω δικό μου, δικό μας, θα σε κάνω άνθρωπο! Ακούς ρε! ΑΝΘΡΩΠΟ! Σωστό και με μέλλον!!!
(Πίσω από την κουρτίνα παίζουν πλέον γρήγορα, σχεδόν καταιγιστικά εικόνες αντίθετες, φως σκοτάδι, αγάπης – μίσος, πλούτου – φτώχειας, αλλά και λέξεις από όσα λέει πλέον το Ον...)
Ον – (Με αγωνία) Πού είναι η διάσταση που μου τραγούδησες – πού σε απάντηση στο δίχως κάπου που εκεί - δεν ξέρω κάτι ή και ξέρω τίποτα αν που όμως - είναι το κάτι που δεν έχει εαυτό να λέει - όχι όλα μα σε τι να μιλήσω και τι να πω και τι να δω - τίποτα εσύ και εσείς - ναι και σε τι πλέον να ακούσω στο ρυθμό αυτό - τρία μνήματα που είναι κανένα ίχνος σε κανένα βήμα – εκεί όπου ρίχνουν το βλέμμα τους στην ομορφιά στο μικρό τραύμα εκεί όπου ο φόβος και η πληγή μου είναι εκεί - εδώ ανοίγει η πόρτα της λέξης σε ήχο – στο στόμα στεγνό και όλο κόκκινο λήθης τρέμοντας – με διάλυση και άνοιγμα σε τι – όχι σε αυτό – ποιός θα με σώσει από το σώμα του Θανάτου, ποιός;! Ποιός θα με γεννήσει από αυτό το σώμα του θανάτου; ΠΟΙΟΣ;!
(Μπαίνουν γρήγορα και με σαματά οι Οκτώ Ακόλουθοι με τους πυρσούς αναμένους και περιτρυγυρίζουν το Λόγιο, ακινητοποιώντας τον)
Ον - (Εκστατικά) Τράβηγμα στο χάδι της απόλυσης - νέα είναι εκεί σα ροή ατέρμονη η εικόνα - φραγμός σε καθετί - προστασία από τη φωνή εκείνη - δώστε κάτι στη σιωπή του - τη λέξη και το φράγμα της απλά σε κίνηση αέναη - και άλλο πιο μέσα στο δρόμο - μη και μέσα στα τόσα και στα ένα και στο δυο και στα άπειρα - και στους δρόμους των αστεριών – σε δρόμους προς το καν-ένα - ένα δύο όλα – κανένα ίχνος σε μνήμη παρούσα που - στο τέλος - όχι τέλος - όχι αρχή - όχι τέλος μήτε αρχή - ή κάτι που να - μη μιλάς ωσάν μιλώ δεν θέλω τίποτα να - άνοιγμα στο ρυάκι που οδεύει – κάποιος ψίθυρος όπως ηχεί όμοια με το αγαπώ εσένα Θεά - σε σκιά φωτεινή πύλης της σκιάς της πορφυρής σελήνης με το χάδι και τη ματιά σου αίμα - πλέον μόνο – η κραυγή του φωτός σου είναι εδώ – είναι εδώ – επιτέλους θα είσαι μαζί και είμαι εδώ και μαζι σου ..ΕΛΑ! ΔΩΣΕ ΜΟΥ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ!
Σκηνή 5η – Η Θυσία
(Η σκηνή φωτίζεται έντονα πορφυρή ενώ μια κουρτίνα την αγκαλιάζει κυκλικά. ‘Όλα όσα θα διαδραματιστούν είναι πλέον σαν να βλέπουμε θέατρο σκιών. Ακούγονται κραυγές και το Ον – σκιά πλέον – μπήγει το γραφίδα στο Γραφέα. Ήχοι δυνατοί ακούγονται. Οι 8 Ακόλουθοι στέκουν γονατιστά γύρω από τη σκηνή και κοιτούν με απάθεια τα δρώμενα ενώ κρατούν τους αναμένους πυρσούς)
Ον (σε κατάσταση οργιώδη) - Ναι μαλάκα, δες και πάρε ότι σου αξίζει. Το αίμα σου και τα σωθικά σου είναι δικά μου, τώρα σε τρώω όλο, μαλάκα, κοιτάς …όχι ρε μαλάκα, τώρα δεν μπορείς γιατί ποτέ δεν μπόρεσες να δεις τίποτα, τελικά. Είναι στιγμές που έχασα το χρόνο στη σκέψη της μνήμης, στις τόσες σκιές και στα τόσα άλλα, σε δρόμους και υγρές ματιές, μια και δυο και χιλιάδες φορές στο κενό, μια ακόμα φορά, ας γελάσω με το φιλί αυτό, όταν οι λέξεις δεν λένε κάτι, επιτέλους, άγνωστε γλώσσες άγνωστης αλήθειας, ή μήπως κάτι άλλο γίνεται; Είμαι σκιά και τόσο κοντινή και τόσο μακρινή, οι σκιές μιας ακόμα ματιάς όπου όλα αδειάζουν στο άγγιγμα της πείνας που με ακολουθεί σε κάθε όνειρο για αυτή, τη μεγάλη, τη δυνατή, τη θεία, τη σκοτεινή! Στις στιγμές που τρώω τη σάρκα μου και καθεμιά άλλη. Ανοίω τις πύλες της άλλης έννοιας μαλάκα … στο αίμα της είσαι ένα τίποτα...
Και τώρα είναι ξεκάθαρο! Πιο φωτεινό από κάθε άλλη φορά! Φάει σκατά! Φάε το τίποτα και πνίξου γιατί εγώ το γουστάρω και μου αρέσει ρε συ, ρε συ ρε συ σκατομαλάκα! Το αίμα αυτό που πίνω είναι της μάνας και του πατέρα μου και όλων των αποβλήτων! Έχω σκοτώσει καθετί και είμαι εκεί χωρίς να είμαι. Ελευθερος πλεον και βλέπω πέρα από κάθε ορίζοντα!
Μαλάκες!!!!!
Και αγαπώ αυτή τη Μεγάλη Μητέρα, εκείνη που φοβούνται να δουν τα παιδιά σας, εκείνη που σκίζει, εκείνη που σκιάζει καθετί, εκείνη τη μεγάλη και άλλη, εκείνη τη βαθιά και τη γλυκιά άπειρη, εκείνη τη χωρίς. Εκείνη που γεννιέται δίχως να γεννηθεί εκεί στο πιο άκρο της μνήμης που τρομάζει, στο φεγγάρι, στο φεγγάρι, στο φεγγάρι, και με τους λύκους τους χιλίους τους ακόλουθους του φεγγαριού το αίμα!
Σκηνή 6η – Η Γιορτή της Αναγέννησης
(Η σκηνή πλέον είναι σε έντονο λευκό ασημί χρώμα. Από πάνω της εμφανίζεται η Θεά η οποία αιωρείται σε απόσταση τριών μέτρων πάνω από τη σκηνή. Ανοίγει τα χέρια της και ρίχνει στη Σκηνή λωρίδες ασημένιες σαν βροχή, Το Ον με μάτια ανοικτά πλέον κοιτάζει καθισμένο τη Θεά και γράφει στο σώμα του σχήματα με το κόκκινο / αίμα πλέον από το Δοχείο καθώς μιλάει η Θεά. Οι Ακόλουθοι καθισμένοι θαυμάζουν και ακούν επίσης τη Θεά)
Θεά - Είμαι εκείνη η πραγματικά ζωντανή, μέσα και έξω και αλλού και παν-έμορφη. Είμαι στο σκοτάδι του ήρεμου μπλε. Ο Στρόβιλος στις μορφές και στο γέλιο! Μιλάω με του ψιθύρους των ονείρων σας και των σκιών σας στα πορφυρά δάκρυα από ξεχασμένους πόνους και μνήμες και ανεκπλήρωτα χρώματα. Ποιοι είναι αυτοί που δεν κατάλαβαν ποτέ; Εκείνοι που διέψευσαν τα όνειρά τους και που τώρα πορεύονται στον άλλο κόσμο μέσα στη χαρά του ψέματός τους. Τα μάτια μου σας βλέπουν, χωρίς νοσταλγία. Εσένα θέλω να αγκαλιάσω αγαπημένε μου στο δρόμο μου και στην θάλασσα αυτή άγρια ή όχι. Κέρδισες την συμπάθειά μου. Στο πιο άθλιο χρώμα της αλήθειας είδες και άντεξες τον πόνο. Είμαι και θα είμαι αυτή εγώ που δεν είμαι και να είσαι και σα να είσαι και είμαι χωρίς και με όλα μέχρι να σε δω εδώ και εκεί και πάντα και σε έχω γεννήσει και σε έχω σκοτώσει και σε έχω από-αναρροφήσει σε κάθε σου μορφή και σε κάθε σου έκταση και κοίτα την μορφή σου που αλλάζει σε μορφές ανείπωτες και τρομερές, είμαι εγώ και είμαι και δεν είμαι, μια φωνή από μέσα που διαλύει όλες τις σιγουριές σου είμαι η φωνή σου και είμαι η ανάσα των ονείρων σου, κοιτά αυτό και κοιτά και άκου και άκου …τώρα θα είσαι ελεύθερος, θα βλέπεις στο φως του σκοταδιού στα μάτια σου, τον θάνατο σου η γέννησή σου, είμαι εδώ μαζί σου αθάνατη... Είσαι ελεύθερος και φίλησε την αγάπη σου! Τώρα είδες, τώρα ένοιωσες τώρα άγγιξες το σώμα μου ...Τώρα απλά γεννήθηκες και το όνομά σου είναι
….
Σκηνή 7η – Αγάπη
(Τα φώτα τρεμοσβήνουν αλλάζοντας ανάμεσα σε όλα τα μέχρι τώρα χρώματα. Δημιουργούνται δίνες χρωμάτων. Όλα γίνοπνται σε αργό ρυθμό)
Οι 8 Ακόλουθοι και το αναγεννημένο πλέον Ον αγκαλιάζονται, χαϊδεύονται και ανταλλάσουν φιλιά. Φαίνεται σα να είναι σε άλλη διάσταση. Ερωτοτροπούν χωρίς να ερωτοτροπούν, σαν να γιορτάζουν τη ζωή χωρίς κανένα αύριο, όλοι μαζί. Ακούγονται ήχοι ερωτικοί. Σιγά σιγά οι Ακόλουθοι συγκεντρώνονται γύρω από το Ον και το αγκαλιάζουν ενώ βαθμιαία το τυλίγουν φτιάχνοντας κάτι σα μια σφαίρα τριγύρω του.
Βλέπουμε σώματα ενωμένα και αδιαχώριστα, πλέον.
Μένει ένα φως στο χώρο – Βαθύ μπλέ
Ακούγονται οι ανάσες των σωμάτων και ψίθυροι « Σε αγαπώ, σε αγαπώ…»
ΤΕΛΟΣ
(συνεχίζεται: θα συμπληρωθούν κείμενα και άλλων παιδιών αμέσως μόλις φθάσουν)
ο χιψι
ειναι αληθινος και ονειρευεται την ψιφιφι καθε βραδυ,γυμνη σε ποζα αφροδιτης.η
ψιφιφι δεν τον θελει.ειναι αχαρος,αξεστος και καθολου ρομαντικος.εχει μια ελια
στο πιγουνι.
ειναι τριτη
και βρεχει.τελεια!
ο χιψι
ειναι αληθινος και θελει την ψιφιφι.θελει να την ξαπλωσει στο φεγγαρι,να την
πασπατεψει και υστερα να την κρεμασει απο ενα αστερι και να την
σκοτωσει.τοσο απλα.η ψιφιφι δεν τον θελει.ειναι αχαρος και αξεστος
και καθολου ρομαντικος.
ειναι τριτη
και βρεχει.τελεια!
ο χιψι
ειναι αληθινος και θελει την ψιφιφι.εκεινη δεν τον θελει.και ας
μην της φαινεται τοσο αξεστος πια.κοιτα να δεις που η ελια στο
πιγουνι του θα μπορουσε να ειναι γοητευτικη.μοιαζει με κουμπι.
ειναι τριτη
και βρεχει.τελεια!
ο χιψι
ειναι περιεργος.τηλε-φονευει την ψιφιφι.δινουν ραντεβου στην ακρη.η ψιφιφι
ανοιγει την ομπρελα της.τικ-τικ-τικ.την πρασινη,βελουδινη,ξεθωριασμενη,αθλια
ομπρελα της με το κοκκαλινο,κιτς χερουλι-γλυπτο μαϊμου..το φορεμα της σερνεται
στο νερο.το μακρυ,μαυρο,δαντελενιο φορεμα της σερνεται στη λασπη.τα βαμενα
γαλαζια χειλη της λαμπυριζουν στην αντανακλαση της στο νερο.βρισκει τον
χιψι σκαρφαλωμενο στην ακρη..την κοιταει κοροϊδευτικα.
-παραδεξου
το!αλλιως πηδαω!
-και δεν
πηδας ρε!σιγα!γινε ρομαντικος εστω για μια φορα!
και πηδηξε.
και το φως
ειναι εντονο.
και τωρα η
ψιφιφι τον θελει.
και τοτε παει..
και τωρα
τον κρεμασε με ενα κοκκινο λαστιχενιο σχοινι απο ενα αστερι.
και τωρα
τελος.
και τοτε
πηδηξε και τωρα ειναι στον αερα.
και
επεσε_πεφτει.
και η
ψιφιφι ειναι ψευτικη.
και ο χιψι
ειναι ψευτικος.
και το
σχοινι ειναι αληθινο.
χι(ψιψι)φιφι
και..
ειναι τριτη
και βρεχει.
Τελεια.
μάρω
Θα πρέπει να΄ναι ʼνοιξη,με πορεία προς το καλοκαίρι.
Έχει φύγει για τα καλά ο χειμώνας,πράγμα που το προδίδει το η ίδια η φύση. Τα μπουμπουκιασμένα δέντρα προσπαθούν
να ξεπεράσουν το ένα το άλλο στις μυρωδιές. Τα πουλιά έχουν ζωηρέψει τα τιτιβίσματα και πετούν ανάμεσα στη
πολυχρωμία.
Είναι η ώρα που τα χωράφια παίρνουν ζωή,και οι χωρικοί από νωρίς το πρωί μέχρι που θα δύσει ο ήλιος παλεύουν
με τη γή τους. Είναι λίγα τα χιλιόμετρα που χωρίζουν τη πόλη από το μικρό χωριό.
Με την κούραση όλης της μέρας φεύγουν αποκαμωμένοι για τα σπίτια τους.
Η πόλη λένε,είναι για τους παραθεριστές! Στο σπίτι,μια μπουκιά ψωμί και φαί με κουτάλι.
Οι άντρες μοιράζονται στα δύο καφενεία του χωριού,ανάλογα με το κομματικό στρατόπεδο που ανήκει η συνείδηση
του καθένα. Του τρίτου στρατοπέδου είναι λίγοι. Πάνε όλοι μαζί και τις πιο πολλές φορές μοιράζονται τα παγκάκια της
πλατείας η κάτι σκόρπιες καρέκλες κάτω από τον υπεραιωνόβιο πλάτανο.
Στα καφενεία λοιπόν ξεκουράζονται, πίνουν το κρασάκι τους,παίζουν καμιά πρέφα κι αν υπάρχει κάποιο τρανταχτό νέο
γίνετε κουβέντα,μέχρι να εμφανιστεί το επόμενο γεγονός.
Ολοι θέλουν να κάτσουν στο τραπέζι που κάθετε ο γιατρός,ο δικηγόρος,ο πρόεδρος..ο γραμματιζούμενος.
Το θεωρούν τιμητικό.Για ποιόν ποτέ δεν κατάλαβα!
Οι μορφωμένοι για εκείνους είναι το πάν. Εχουν τα καλύτερα σπίτια,ωραίες οικογένειες,τις πιο ακριβές κούρσες
πολλά χαρτιά στον τοίχο…και είναι διαβασμένοι!
Είναι τιμή μου και υποχρέωση μου να πάω να βάψω τα κάγκελα του εφέτη.Ερχονται τα παιδιά του από την Αθήνα.
Το δικό μου χώμα δεν φεύγει,με περιμένει. Θα φύγω εγώ κι αυτό εκεί θα΄ναι.
Στην αρχή του χωριού,το πρώτο σπίτι που συναντάς είναι το ρόζ σπίτι του γιατρού με τις ψηλές τις μάντρες.
Πολλά λουλούδια μεγάλος κήπος_μόνο τα πουλιά και τα έντομα έχουν ορατότητα στο εσωτερικό του.
Λίγο πιο μέσα,σε μια σούδα που δεν φαίνεται από το δρόμο είναι ένα χαμόσπιτο. Μια φτωχή κοπέλα μένει μόνη εκεί,
όπου έφυγε από το ορεινό χωριό της για καλύτερη ζωή στα πεδινά.
Καθαρίζει σπίτια,φροντίζει κήπους,πάει στα χωράφια παλεύει να επιβιώσει.
Αναλαμβάνει λοιπόν,και το σπίτι του γιατρού. Δεν μένει μόνιμα στο χωριό,ζεί στην Αθήνα με τη γυναίκα του
δεν έχει παιδιά αλλά πηγαίνει τακτικά στις ρίζες του. Ο κήπος του και το σπίτι,πρέπει να’ναι σε άριστη κατάσταση
με τον ερχομό του.
Σε ένα από τα πολλά πήγαινε έλα του λοιπόν,κατάφερε να βιάσει τη «μικρή του δούλα»..
Δεν της επιτρέπει να πατήσει ποτέ ξανά σπίτι του,δεν ξέρει ποια είναι κι από που έχει έρθει.
Γεννάει μετά από οχτώ μήνες,μόνη στα χωράφια.
Πάντα,πίσω από κάθε τοίχο υπάρχει ένα μάτι η ένα αυτί.
Εχουν περάσει σαρανταπέντε χρόνια από τότε,ο γιατρός εδώ και δέκα χρόνια δεν είναι στη ζωή ο κόσμος ξέρει και
Ο Νίκος είναι ένα πιστό αντίγραφο του γιατρού. Ενας άνθρωπος που το χωριό μια γελάει,μια λυπάται και μια αδιαφορεί.
Ενας άνεργος Νίκος με χαμηλών δυνατοτήτων μυαλό. Σχολείο μέχρι το δημοτικό,πάντα σε μια νευρικότητα
κάποια στιγμή γίνετε πωλητής βιβλίων. Αγοράζει ένα μεταχειρισμένο αμαξάκι και αποφασίζει ξαφνικά να γίνει κυνηγός.
Νύχτα μέρα, η καραμπίνα στο χέρι. Οι σχέσεις μάνας/γιού περνάνε δια πυρός και σιδήρου.
Φασαρίες στο σπίτι όταν δεν υπάρχει δουλειά,ζητάει χρήματα δεν υπάρχουν.
Κάποιος έχει την ιδέα και τον κάνουνε παπά.Κανονικό παπά,που πρέπει να διανύσει κάθε Κυριακή περίπου 70χλμ
με το αμάξι του,για να πάει σ’ένα ορεινό χωριό όπου τον περίμεναν είκοσι γεροντάκια.
Ξέχασα να σας πω ότι πριν γίνει παπάς παντρεύτηκε μετά βαίων και κλάδων. Μια κοπέλα από ένα παραλιακό χωριό
Επίσης μειωμένης αντίληψης.Κάθε Κυριακή λοιπόν,και η παπαδιά στο δρόμο για τη λειτουργία.
O καιρός πέρασε,όπου κάποια στιγμή τον σταματάνε από το δρόμο του θεού,γιατί έδειρε τη παπαδιά μέσα στο ιερό.
Ξεκινάει θεραπευτική αγωγή και δείχνει ήρεμος υποτίθεται.
Όταν σταματάει τα χάπια,μπροστά του τα θηρία είναι ανύπαρκτα.Γίνετε ακόμα πιο βίαιος. Η αστυνομία πηγαίνει συχνά
στο σπίτι γιατί σακατεύει τη γυναίκα του στο ξύλο.
- Πρέπει να παίρνεις τα χάπια σου Νίκο,μη το ξεχνάς.
- Ναι ναι αστυνόμε μου ότι πείς,μείνε ήσυχος!
Αφού έφευγαν οι άνθρωποι του νόμου και της τάξης…έβγαζε όλες τις κατσαρόλες και τα τεντζερέδια στην αυλή,
έβαζε και κασέτα του Καζαντζίδη/πιο τέρμα δεν είχε ο ήχος..και έπαιζε ντράμς.
Επνιγε το πόνο του,τη πίκρα του,την απόγνωση,το αναπάντητο γιατί του. Αν κάποια από τις δυο γυναίκες του΄λεγε να
σωπάσει,έβριζε και μονολογούσε « γιατί ρε θεέ;» και χτύπαγε όποια έβρισκε μπροστά του.
Το ότι η γυναίκα του ήταν έγκυος,εννοείται ότι δεν άλλαξε κάτι στη συμπεριφορά του.
-Θέλει χτύπημα η γυναίκα μεγάλε,σαν το χταπόδι μέχρι να μαλακώσει.
Το χταπόδι μαλακώνει και στη χύτρα ταχύτητος επίσης.Για σκέψου…
Οι καυγάδες,η βία,η οργή συνεχίζονται και η μάνα είναι με το μέρος του γιού πλέον,εκτονώνωντας τη δική της τρέλα
επάνω στη νύφη της.
Η γέννηση του παιδιού δεν φέρνει καμία αλλαγή βέβαια.Αντιθέτως χειροτερεύει καταστάσεις.
Στον ενάμισι χρόνο το ζευγάρι χωρίζει,μετά από καυγά που ακούστηκε στο διπλανό χωριό.Αιμόφυρτη παίρνει τους δρόμους,ζητάει βοήθεια.Το χωριό σκέφτεται πως ο Νίκος έχει καραμπίνα,σηκώνει τα χέρια και μένει πίσω από κλειδωμένες πόρτες.
Δεν τη δέχονται πίσω στο σπίτι,κρατάνε το παιδί γιαγιά και πατέρας.Η μάνα ούτε από μακριά πια…
Πέντε χρόνια μετά,αν δεί κάποιον από το χωριό τυχαία, και με μάτια βουρκωμένα που το χρώμα τους δεν το ξεχωρίζει
ρωτάει αν ο Παναγιωτάκης της είναι καλά!
Αυτό το παιδάκι δεν έχει φίλους.Με βοήθεια του προέδρου του χωριού,κάθε μέρα ένα ταξί το παίρνει και το πηγαίνει
σ΄ένα ειδικό σχολείο της πόλης και το επιστρέφει ξανά στο σπίτι.
Το παιδί αυτό δεν μιλάει,δεν παίζει,δεν βγαίνει μόνο του έξω.Αυτό το μικρό βγάζει μόνο ήχους!
Κάθεται πίσω από ένα παράθυρο,κρατάει μια μυγοσκοτώστρα και κουνιέται με βλέμμα στο απέραντο κενό.
Μουγκρίζει,κάθε φορά που το σπίτι τραντάζεται από τις φωνές,τις βρισιές,την ένταση που δεν σταματάει σχεδόν ποτέ.
Αν περάσεις έξω από το σπίτι,κρύβεται και σε κοιτάει μέσα από τη μυγοσκοτώστρα.
Ο Παναγιώτης είναι ίδιος ο πατέρας του,αλλά εάν δείς φωτοφραφίες του γιατρού πιτσιρίκι δεν ξεχωρίζεις ποιος είναι ποιος
Το ρόζ σπίτι του γιατρού,απέχει δυο χωράφια από το χαμόσπιτο. Κάπου εκεί ανάμεσα κοντά στο δρόμο, η κοινότητα έχει φτιάξει ένα μικρό παρκάκι με την προτομή του ανθρώπου που έφυγε νωρίς..
Κάθε χρόνο γίνετε και μια μικρή γιορτή στη μνήμη του.
Ένα απόγευμα,η γιαγιά πήρε το εγγόνι της και κάθισαν στο παρκάκι.Ο μικρός έπαιζε χωρίς να απομακρύνετε από
κοντά της.Εκείνη αρχίζει να τραβάει ξαφνικά το παιδί κι εκείνο κλαίει με αναφιλητά.
Εχει δει τη γυναίκα του γιατρού και θέλει να την αποφύγει.Ο μικρός θέλει να πάρει τη μυγοσκοτώστρα του,τη παρέα του.
Η γιαγιά οργισμένη. Μόνο φωνές,μόνο κλάμα.Τρέχει ο πατέρας του,έξαλλος – Γιατί κλαίει μάνα το παιδί;
Στα χέρια του κρατάει ένα λασπωμένο φτυάρι. Προσπαθεί να πάρει από το χέρι το γιό του.
Η γιαγιά τραβάει από το άλλο χέρι.
- Ασε ρε μάνα το παιδί,να πάμε μέσα. Τη βρίζει άσχημα.Τραβάει το παιδί και τη σπρώχνει με δύναμη.
Εκείνη χάνει την όποια ισορροπία της και πέφτει. Το κεφάλι της χτυπάει στη προτομή του γιατρού.
Η γιαγιά του Παναγιωτάκη και η μάνα του Νίκου έχει μείνει με τα μάτιά ανοιχτά.
Δίπλα της η μυγοσκοτώστρα και αίμα που ξεκίνησε να κυλάει στο πλακόστρωτο.
Κανείς δεν είδε το μικρό στο παράθυρο ποτέ… και κανένας ήχος δεν βγήκε ξανά από το στόμα του…!
ρόζα
… μέρα φωτεινή, τόσο ηλιόλουστη, τόσο ζεστή, τόσο χρωματιστή και όμορφη… τα λουλούδια μοσχοβολάνε και αφήνουν ελεύθερες τις μυρωδιές τους να ταξιδέψουν για να συναντήσουν τον κάθε έναν από εμάς και να τον μεθύσουν ή τουλάχιστον να του θυμίσουν την ύπαρξή τους… κάθομαι και χαζεύω… ανθρώπους, πρόσωπα, εκφράσεις, κινήσεις, ανάσες…
Όλοι τρέχουν… μα όλοι… όσο πιο γρήγορα μπορεί ο καθένας βαδίζει. Οι ανάσες γρήγορες, σχεδόν απορείς πότε προλαβαίνουν να εισπνεύσουν. Το βλέμμα συνήθως σκοτεινό, τα χέρια κουνιούνται βιαστικά, άλλοτε κρατώντας ένα κινητό τηλέφωνο, άλλοτε μια τσάντα, άλλοτε καφέ, νερό ή φαγητό. Όλοι αλαφιασμένοι, όλοι στον κόσμο τους, με τα μάτια καρφωμένα στο κενό, με σκέψεις πολλές να τους βασανίζουν το μυαλό – έτσι θέλουν να νομίζουν – και με μια αδιαφορία για τον διπλανό που σκοτώνει.
Μια κοπέλα, φιγούρα ευγενική και συνάμα σκοτεινή, με ένα ζευγάρι ακουστικά στα αυτιά της, περπατά με το κεφάλι χαμηλωμένο και το σώμα της να δείχνει πως με κάποιο τρόπο έχει ηττηθεί… κλαίει δυνατά και ασταμάτητα, τα δάκρυα κυλάνε πάνω στα άχρωμα μάγουλά της. Δεν τα σκουπίζει… τα αφήνει να στάξουν πάνω στα μαύρα ρούχα της αρχικά και στη συνέχεια να πέσουν στο οδόστρωμα… μαύρο κι αυτό… σαν τα ρούχα της, σαν τα μάτια της, σαν την ψυχή της… και απορεί… μα κανένας δεν την παρατήρησε; Κανένας δεν έχει λίγο χρόνο να της αφιερώσει; Να σταθεί δίπλα της ένα λεπτό και απλώς να τη ρωτήσει αν είναι καλά, αν χρειάζεται κάτι… μα γιατί κλαίει;
Μα ξέρω γιατί κλαίει. Για τη χαμένη αγάπη, τη ζεστασιά των ανθρώπινων ψυχών, την απώλεια ενός γλυκού και ουσιαστικού πλησιάσματος. Όλα θυσιασμένα στο βωμό του χρήματος. Όλοι τρέχουν για να προλάβουν δουλειές, προθεσμίες, τρέχουν να πληρώσουν ή να πληρωθούν. Το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας τους αφιερωμένο σ’ ένα κυνηγητό που τελικά έχει νόημα; Όταν έχεις χάσει την ψυχή σου, την ικανότητά σου να αγαπάς και να αγαπιέσαι, να ακούς, να αγγίζεις, να συγκινείσαι, να νοιάζεσαι, να συμπονάς, να ενθαρρύνεις, να ανοίγεις την αγκαλιά σου και να χαμογελάς… όταν έχεις χάσει την ικανότητα να συλλαμβάνεις στον αέρα τις μυρωδιές από τα λουλούδια που προσπαθούν να διεισδύσουν στη μαυρίλα της πόλης, στη μαυρίλα της ψυχής των περισσοτέρων…
Μην κλαις κορίτσι μου… υπάρχει και φως και ελπίδα και αγάπη. Άνοιξε τα μάτια σου και την καρδιά σου και άφησέ τα να σε πλημμυρίσουν. Στο μυαλό σου συνεχώς μια σκέψη, μια επιθυμία ανείπωτη… να σκοτωθείς παίρνοντας για πάντα μαζί σου τους φόβους, τις ανησυχίες, τα συναισθήματά σου και όλα όσα σε πνίγουν καθημερινά. Θέλεις να πάψεις να αναπνέεις για να πάψεις και να πονάς. Όχι μικρό μου ξωτικό. Δε χρειάζεται να σκοτωθείς. Ούτε να σκοτώσεις.
Κοίτα ψηλά, βρες τη χαραμάδα του γαλάζιου και πέτα! Θα σε ακολουθήσουν πολλοί. Κι εγώ μαζί! Άκου με...
ελπίδα
" Ένοχο είδωλο "
Πάνε έξι μήνες από τότε που συστήθηκα,
ήσουν σκεπτικός, αρρενωπός αυτός που πάντα ονειρευόμουν..
ήξερα πως δε σε έβλεπα για πρώτη φορά..
ήσουν συνήθεια εθισμος, μα ταυτόχρονα τόσο άγωστος
Το όνομα σου δεν το έμαθα ποτέ...κι όμως σε ήξερα
το άρωμα σου ξένο μα τόσο γνώριμο πάνω μου...
Σιωπή..μα γιατί τόση ησυχία;
Μίλα μου...σου ψιθύρισα όσο πιο δυνατά μπορούσα
μα εσύ αρνήθηκες ακόμα μια φορά,
αυτό το πείσμα σου, αχ αυτό το πείσμα σου!
Και μέθυσα στο χθες, έτσι έκανα πάντα
Στιγμή στάσου..απόδραση γλυκιά ανακούφισέ με!
Με κουράζεις!η παρουσία σου με βαραίνει!
Εγκλωβισμένη στη σκοτεινή σου γοητεία έψαψνα το λυχναράκι
να φωτίσω τα κενά μου..
φτερά με χειροπέδες περασμένες στην κουνιστή πολυθρόνα
που χρόνια τώρα κινείται στον ίδιο ρυθμό..
Ένας δυνατός κρότος και η πολυθρόνα έσπασε
οι χειροπέδες άνοιξαν κι εγώ έμεινα εκει να σε κοιτάζω!
Κι όσο σε κοίταζα εσύ απομακρυνόσουν
Κι όσο σου μιλούσα εσύ έκλεινες τα αυτιά σου
Έτρεξα να σε φτάσω κι εσύ το βαλες στα πόδια!
Ο καθρέφτης σε περίμενε στην πόρτα!
Νόμιζα οτι σ'άρεσε να βλέπεισ το είδωλο σου..
μα δεν άντεξες!
Και τώρα ακούω μονάχα τους χτύπους τησ καρδιάς μου!
Λυπάμαι που ήσουν τόσο ευαίσθητος!
Ανοίγω το παράθυρο κ η μυρωδιά της άνοιξης
αρωματίζει την κλεισούρα του σπιτιού μου...
Φως παντού..και ήρθε η ώρα
για το τελευταίο αντίο...
Καβάλα στο άλογο καλπάζοντας ελέυθερη
χαμογελάω και σκέφτομαι:
"Έτσι το ήθελα
έτσι το φανταζόμουνα"
Αντίο
χαρά
Εκείνο το πρωϊνό ξύπνησε αργά, αντίθετα με τη συνήθειά του.
Χρειαζόταν επειγόντως έναν ζεστό, βαρύ ελληνικό καφέ, να τον τονώσει. Αφού διαπίστωσε ενοχλημένος ότι, το βολικό γκαζάκι, που ανταποκρινόταν άμεσα στις απαιτήσεις του, έπνεε τα λοίσθια, άναψε το μάτι και όρμησε σπασμωδικά στην αυλή του ισογείου, που φιλοξενούσε τις αγωνίες του το τελευταίο πεντάμηνο. Προς στιγμήν αναστέναξε με ανακούφιση και στάθηκε να θαυμάσει τον ήλιο που έλαμπε στον κενό από σύννεφα ουρανό, γενναιόδωρα επιτρέποντας στη χειμωνιάτικη λιακάδα να δεσπόζει.
Πώς δεν το είχε προσέξει τόσες μέρες;
Τα λουλουδάκια του, που τόσο είχε κοπιάσει να φυτέψει, μήπως και διανθίσει τουλάχιστον τον εξωτερικό του περίγυρο, τώρα ήθελαν φροντίδα.
Σήμερα, όμως, δεν άντεχε. Ούτε τις γλάστρες, το αγαπημένο του αυτό δημιούργημα, δεν είχε κουράγιο να περιποιηθεί, μολονότι τόσες φορές τον είχαν βοηθήσει να διώξει τα φαντάσματα που τον κυνηγούσαν. Τι περίεργο… Όσο κρατούσε τα χέρια του απασχολημένα με τους βολβούς, παρέμενε νηφάλιος. Μόλις διέκοπτε, καταπονημένος πια, οι σκέψεις του επανέρχονταν, πιο χειμαρρώδεις και εφιαλτικές από πριν, τόσο που δεν έβρισκε τρόπο να αποδράσει…
Πήρε το ζεστό φλιτζάνι και κάθισε στο γραφείο του, ανάβοντας λαίμαργα ένα τσιγάρο. Απέμεινε να κοιτάζει τον φωτεινό, κατάλευκο περίβολο, βυθισμένος σε μια αδιόρατη ανησυχία, που τον συνόδευε από την ώρα που άνοιξε τα μάτια του. Ένοιωθε ταλαιπωρημένος από την προηγούμενη νύχτα. Δυσβάσταχτα φορτωμένος. Προσπαθούσε απεγνωσμένα να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις του. Όψιμα είχε αποκτήσει αυτήν την τάση. Ποτέ μέχρι τότε δεν επιχειρούσε να σκάψει μέσα του για να κατανοήσει, τι ήταν αυτό που τον έκανε να νιώθει τόσο κενός, τόσο ανικανοποίητος. Πάντα έβρισκε κάτι να κάνει, για να διοχετεύει την ενέργειά του και να αποφεύγει τη δυσφορία.
Και όμως, σήμερα δεν μπορούσε. Ένιωθε εξουθενωμένος. Το προηγούμενο βράδυ είχε επινοήσει μια κοινότυπη, αλλά πειστική δικαιολογία για να την αποφύγει. Ντρεπόταν ήδη που αναγκάστηκε να την ξεγελάσει, ένιωθε και δυνατός που κατάφερε να ξεφύγει από την επιρροή της. Τότε γιατί, μια μόλις εβδομάδα πριν, αντέδρασε τόσο αδύναμα στην προοπτική να την χάσει; Δεν καταλάβαινε τίποτα. Τα είχε χαμένα. Θύμωνε πολύ, που του είχε μεταδώσει την εμμονή της να ψάχνεται. Όχι. Εκείνος δεν άντεχε έτσι. Ήθελε πλέον να γεύεται τη ζωή κάθε στιγμή, να αρπάζει ό,τι συναντούσε στο δρόμο του, να γεμίζει το κενό μέσα του, χωρίς δεύτερες σκέψεις, χωρίς έννοιες και ευθύνες. Ένιωθε κουρασμένος από την άδεια συμβατικότητα της πρότερης συζυγικής του ζωής, ήταν καιρός να διασκεδάσει ανενδοίαστα και η γυναίκα της περασμένης νύχτας φαινόταν ιδανική για αυτό. Του είχε αβίαστα προσφερθεί, φουσκώνοντας το εγώ του. Είχε νιώσει ανάλαφρος και ξένοιαστος, επιτέλους. Είχε καταφέρει να ξεφύγει από τον κλοιό, που τον στένευε όλο και περισσότερο τελευταία και τον οδηγούσε σε μια νέα φυλακή. Κάτι τον έφραζε, ωστόσο. Από τη μια βάραινε και ήθελε να τελειώνει, από την άλλη, δεν ήθελε ακριβώς να διακόψει μαζί της. Του ήταν ξεκάθαρο πως επρόκειτο για ό,τι ωραιότερο του είχε συμβεί, είχε αγγίξει την πονεμένη του ψυχή, του είχε προκαλέσει τη διάθεση να ζήσει μια δεύτερη ζωή. Όμως, ένιωθε να τον κουράζει η σοβαρότητά της, όλες αυτές οι αναλύσεις που ηχούσαν διαρκώς στα αυτιά του, όχι, δεν ήθελε να ζορίζεται, δεν άντεχε την παραμικρή μύγα στο σπαθί του, έπρεπε πια να προχωρήσει όπως ήθελε εκείνος, αναπόσπαστος από τα θέλω του, να απεγκλωβιστεί από τα νέα δεσμά που, άθελά του, είχε δημιουργήσει.
Είχε πάει 11.30 και ακόμη δεν τολμούσε να της τηλεφωνήσει. Τις σκέψεις του διέκοψε το κουδούνισμα της συσκευής. Ανησύχησε μήπως τον καταλάβει, αλήθεια, πώς είχε αυτήν την ικανότητα, που όσο τον γαλήνευε, άλλο τόσο τον τρόμαζε; Αποφάσισε να αναβάλει για λίγο τη συνομιλία τους, με μια πρόχειρη δικαιολογία.
Εκείνη είχε ξυπνήσει με άγχος. Την τελευταία εβδομάδα είχε διασαλευθεί ακόμη και ο ύπνος της, που σπάνια ταραζόταν. Η αγωνία της είχε κορυφωθεί, τον ένιωθε να απομακρύνεται και δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Είχε νιώσει τη δικαιολογία του το προηγούμενο βράδυ και προσπαθούσε να καταλάβει. Ήταν μια θύελλα ενθουσιασμού που σιγά-σιγά ξεφούσκωνε, ή την κύκλωναν οι φόβοι της; Όχι. Ήταν έντιμος και νοιαζόταν, δεν θα της έκανε ποτέ κακό, για αυτό ήταν απολύτως βεβαία. Ήξερε, όμως, τις αγωνίες του για το μέλλον, τον πόνο που είχε βιώσει με το διαζύγιό του, τον ένιωθε ότι, πρόδιδε για καιρό τον εαυτό του και αδυνατούσε ακόμη να βρει γαλήνη. Έκανε ό,τι μπορούσε για να τον ανακουφίσει, προσπάθησε να τον φέρει σε επαφή με την ψυχή του, πίστευε βαθιά στη συναισθηματική του δύναμη, στην αγάπη του για τη ζωή, η ίδια είχε τροφοδοτηθεί απίστευτα από αυτά του τα χαρίσματα.
Θα άντεχε, άραγε, αυτή η σχέση, ή θα βυθιζόταν στη φουρτούνα των ασύγχρονων κυμάτων;
Αποφάσισε να του τηλεφωνήσει, για να βρεθούν, επιχειρώντας να αποβάλει κάθε αρνητική σκέψη. Τον άκουσε χαριτωμένα να λέει ότι, πάει να αγοράσει εφημερίδα, να φτιάξει καφέ και θα την πάρει μετά…
Ο λόγος του ήταν τόσο ασυνάρτητος, που την έκανε να νιώσει αμέσως τον δισταγμό του. Της πρότεινε να βρεθούν από νωρίς το απόγευμα, να φάνε μαζί στο σπίτι του και στη συνέχεια να συναντήσουν τους άλλους, στον κινηματογράφο. Κάτι αόριστο την έσπρωξε, να συμφωνήσει μόνο για το βράδυ.
Η παρέα ατύχησε, από μια ίωση, το ίδιο και ο κινηματογράφος, εισιτήρια τέλος. Λες και όλα συνωμοτούσαν… Η ομίχλη πύκνωνε, η ατμόσφαιρα ήταν τώρα πιο βαριά ανάμεσά τους. Την παρέσυρε να συναντήσουν μια δεκαμελή συντροφιά των νεανικών του χρόνων. Ένιωσε ότι, με κάθε τρόπο ήθελε να αποφύγει να μείνουν οι δυο τους, τον ρώτησε διστακτικά, αν προτιμά να πάει μόνος, η αδιάφορη απάντηση τη λύγισε, αλλά δείλιασε να ακολουθήσει το ένστικτό της, που της κραύγαζε να μην ακολουθήσει… Αν το είχε κάνει, πώς θα ήταν, άραγε, η επόμενη μέρα; Ποτέ δεν θα μάθαινε, κανείς από τους δύο…
Συναντήθηκαν στην παγωμένη λεωφόρο της πόλης, εκείνος ενοχικά παγερός και απόμακρος, πάντα τρία βήματα εμπρός της και εκείνη αμήχανη και λυπημένη. Τράβηξαν βόρεια, να βρουν την ταβέρνα, μέσα στη σκοτεινή νύχτα, σχεδόν αμίλητοι, ακόμη και το φεγγάρι είχε εξαφανιστεί.
Ούτε αυτό δεν είχαν για να γείρουν…
Με τις φλόγες να χορεύουν ειρωνικά στο τζάκι, το άπλετο φως και τα εδέσματα, το βουητό του σαββατιάτικου γλεντιού και το κέφι της παρέας, κανείς δεν θα μπορούσε να συλλάβει, τι σαματάς γινόταν στις ψυχές τους… Εκείνη έσβηνε μέσα της, καθώς έκανε τον καραγκιόζη, σε δέκα ευγενείς, εγκάρδιους αγνώστους, χωρίς να καταφέρνει να του ρίξει την παραμικρή ματιά και εκείνος έπιασε να πίνει ακατάπαυστα, νιώθοντας ισχυρή την επίδρασή της πάνω του. Ύστερα από μερικά ποτηράκια, χαλάρωσε και θέλησε να την φροντίσει. Ένιωσε το χέρι του να την αγκαλιάζει θερμά, τον άκουσε να της αφιερώνει το τραγούδι, όμως λύγιζε όλο και περισσότερο, τώρα της ερχόταν να ξεσπάσει σε λυγμούς και να φύγει τρέχοντας… Εκείνος αποτραβήχτηκε απογοητευμένος. Όταν μπήκαν στο αυτοκίνητο, όλα ήταν χειρότερα από πριν. Είχαν αγγίξει και οι δυο τα όριά τους.
Δεν άργησε να ξεσπάσει η καταιγίδα. Η παντοδυναμία της μέθης κυριάρχησε. Πατούσε το γκάζι με όλη της τη δύναμη. Οδηγούσε νευρικά και γρήγορα, με την αδρεναλίνη στο κόκκινο. Η μια λέξη έφερε την άλλη και ξάφνου, έμεινε εμβρόντητη. Δυσκολευόταν να πιστέψει αυτόν τον κρότο στα αυτιά της. «Τέλος», είχαν ξεστομίσει τα χείλη του.
Ήταν πολύ νωπή ακόμη η απόρριψη που βίωσε, με τη διάλυση του γάμου του. Τον είχε οδηγήσει, ερήμην της, στην τέλεια αφορμή που άθελά του έψαχνε, να λυτρωθεί από το δίλημμα, να μεταθέσει την ενοχή και να φύγει με το κεφάλι ψηλά.
Αυτό ήταν. Ένας διττός, διπλός θάνατος, εξ αμελείας ή εκ προμελέτης;
Άραγε, όταν ξεριζωθεί μια ψυχή, ξαναγεννιέται;
μαρία
Νίκος, Μαρία και Πάνος. Πατέρας, μητέρα και παιδί. Μια συνηθισμένη οικογένεια. Με σπίτι, αυτοκίνητο και εξοχικό. Με μικρό σπίτι, μεγάλο αυτοκίνητο και προσφάτως αποκτηθέν εξοχικό. Ο Πάνος έχει πολλά παιχνίδια για να μην κουράζει τους γονείς. Ο Νίκος παίζει με το αυτοκίνητο-το χαϊδεύει, το γυαλίζει, το στολίζει. Η Μαρία ασχολείται με το σπίτι- το χαϊδεύει, το γυαλίζει, το στολίζει. Όταν το αυτοκίνητο είναι έτοιμο και το σπίτι στολισμένο πηγαίνουν να χαϊδέψουν, να γυαλίζουν και να στολίσουν το εξοχικό.
Εκεί βρίσκουν χρόνο να παίξουν και με τον Πάνο. Τις καλές μέρες κατεβαίνουν στον κήπο και παίζουν ποδόσφαιρο. Καμιά φορά καλούν και τους γείτονες για να ναι ζυγός αριθμός και να χωριστούν σε ομάδες. Τους λείπει ένας και αναγκάζονται να καλέσουν άλλους τρεις. Μα πιο πολύ αυτός ο ένας λείπει στη Μαρία και όχι στα αγόρια που βιάζονται να ξεκινήσει το ματς.
Και ο Νίκος όμως δεν πάει πίσω... Δεν είναι λίγες οι φορές που η Μαρία είναι στη μια άκρη του κήπου και ο Πάνος στην άλλη κι εκείνος ξεγελασμένος από τη σκιά ρίχνει τη μπάλα στο ενδιάμεσο κενό. Η μπάλα τότε σκίζει τον αέρα, περνάει μέσα από τη σκιά και σκάει στο θάμνο, στα όρια του οικοπέδου. Και τότε η σκιά γίνεται σύννεφο, σκεπάζει τον ήλιο και ο Νίκος κρυώνει ξαφνικά και τους καλεί να μαζευτούν μέσα γιατί είναι αργά. Και ο ήλιος ακόμα ψηλά....
Τη σκιά αυτή δεν τη βλέπει μόνον όμως ο Νίκος. Για την ακρίβεια τη σκιά μόνον ο Πάνος δεν τη βλέπει. Γιατί εκείνος είναι μικρός, ήρθε στη ζωή τους όταν τα δύσκολα πέρασαν και δεν τους ξάφνιασε, ίσα ίσα τον περίμεναν με χαρά. Μια χαρά μεγάλη, που φώτισε τη ζωή του νέου ζευγαριού, αλλά συγχρόνως έριξε φως σ ένα έγκλημα που ήταν καλά χωμένο μέσα τους.
Ένα έγκλημα που με τόσο φως απέκτησε παρέα μια μακριά σκιά. Μια σκιά που ήταν μεγαλύτερη από το καλάθι του νεογέννητου, μια σκιά που τρεφόταν παράλληλα με το μωρό από το άλλο στήθος της μάνας του, μια σκιά που δεν έπιανε χώρο στο μικρό τους σπίτι, αλλά βάραινε ασήκωτα τα πλάσματα που κινούνταν εντός του. Μια σκιά που σερνόταν αθόρυβα στους διαδρόμους, από τότε που γυρίσανε οι τρεις τους απ το μαιευτήριο, ως σήμερα ακόμα. Κάθεται να φάει, ξυπνάει και ξενυχτάει μαζί τους, σπάνιες φορές όμως κοιμάται αληθινά.
Έτσι λοιπόν ουσιαστικά ήταν μια συνηθισμένη οικογένεια με ασυνήθιστο κατοικίδιο μια βαριά, άγρυπνη σκιά. Χωρίς να ξέρουν αν είναι θηλυκό ή αρσενικό, όμορφο ή άσχημο είναι πάντα τέσσερις, αλλά παραδόξως μονός αριθμός, δε μπορούν να παίξουν σε ομάδες. Κι έτσι πάντα λειψοί, θα τιμωρούν οι γονείς τους εαυτούς τους για την επιλογή να σκοτώσουν κάποιον πριν τον γνωρίσουν. Νόμιζαν ότι μπορούσαν να πατήσουν pause μέχρι να τελειώσουν οι δόσεις για το ΙΧ και να χουν δικό τους σπίτι. Κι έτσι έκαναν. Όμως ο χρόνος μάσησε την κασέτα όσο ήταν στην αναμονή και καταδικάστηκαν να ζουν με τη σκιά του αγέννητου παιδιού τους.
χρήστος
Η νέα εποχή
(μονόπρακτο σε 7 σύντομες Σκηνές
“Έφηβος
«Αυτοί είναι οι άνθρωποι μιας εποχής που έφυγε. Τα άψυχα σώματά τους είν’η σιωπή ενός κόσμου που έληξε. Κοιτάξτε αυτό το τέλος όλοι. Ακούστε αυτή τη φωνή. Δε σέβομαι το θάνατό σας. Η τελική σας ακαμψία μου δίνει την απόλαυση που δε χαρίζει καμιά μορφή ζωής»
Δ. Δημητριάδης - Η Νέα Εκκλησία του Αίματος
[Η σκηνή
Η βάση της είναι κυκλική και έχει κλίση 30ο από την πίσω πλευρά. Σε κάθε επιμέρους σκηνή του Μονόπρακτου θα υπάρχει ένα συγκεκριμένο χρώμα φωτός που θα πέφτει σε όλη την κυκλική σκηνή δίνοντας της συγκεκριμένη κάθε φορά αίσθηση.
Στο κέντρο του κύκλου υπάρχει ένα ανοικτό λευκό βιβλίο σε μέγεθος που να είναι ορατό από τους θεατές, δεξιά του βρίσκεται ένα ασημί δοχείο, παρόμοιο με πλατύ δισκοπότηρο και αριστερά του μια μεγάλη μυτερή γραφίδα από ασημί επίσης μεταλλικό χρώμα.
Πίσω από τη σκηνή υπάρχει μια ημιδιαφανής μαύρη κουρτίνα όμοια με οθόνη. Πίσω της θα διαδραματίζονται ενίοτε καταστάσεις ή και θα προβάλλονται συγκεκριμένες εικόνες.
Οι Ήρωες:
Ο Λόγιος
Κάπως παχουλός, δίνει την αίσθηση του μεσήλικα. Έχει σχετικά μακριά και αραιά μαλλιά και φοράει στρογγυλά μικρά γυαλιά πρεσβυωπίας. Το πρόσωπο του είναι λευκοβαμμένο με τα χείλη να διαγράφουν με μαύρο χρώμα ένα μόνιμο και αφύσικα σοβαρό ύφος. Φοράει μαύρο κοστούμι και κόκκινο παπιόν.
Το Ον
Ένα πλάσμα που δεν καταλαβαίνουμε αν είναι άντρας ή γυναίκα ή ακόμα και την ηλικία του. Είναι τυφλό. Το σώμα του είναι βαμμένο λευκό γκρί και η περιοχή των γεννητικών οργάνων καλύπτεται από μια μια κατασκευή πάνω στην οποία είναι ζωγραφισμένο με εμφανή τρόπο ένα κουλουριασμένο φίδι.
Η Θεά
Υπερφυσικά ψιλή, με σκούρο μπλε φόρεμα που απλώνεται κατά την εμφάνισή της μέχρι στις δύο νοητές άκρες της διαμέτρου της κυκλικής σκηνής. Έχει επίσης αφύσικα μακριά μαλλιά σε μήκος όμοιο του σώματός της τα οποία λάμπουν με φωσφορίζουσα ασημόσκονη. Το πρόσωπό της είναι βαμμένο μισό ασημί και μισό κόκκινο. Μιλάει αργόσυρτα τονίζοντας κάθε της λέξη
8 Ακόλουθοι
Φαίνονται γυμνοί, με βαμμένα κάθετα το μισό τους σώμα ασημί. Δεν έχουν μαλλιά. Στο στέρνο τους όλοι έχουν ζωγραφισμένο με πορφυρό χρώμα ένα κόκκινο κύκλο. Ο καθένας κρατά ένα πυρσό.]
Σκηνή 1η Ο Γραφέας Προλογίζει
(Η σκηνή έχει ένα απαλό λευκό φως. Επάνω της βρίσκεται ο Λόγιος όρθιος. Ήχος από τους χτύπους ενός ρολογιού. Σιγά σιγά ο ήχος χαμηλώνει έως να σβήσει τελείως)
Λόγιος - Εν αρχή πρέπει να είναι ο λόγος και γι’ αυτόν και τη διάδοσή του βρίσκομαι εδώ. Είμαι αυτός που φέρνει το λόγο εδώ και αλλού και παντού. Γεννήθηκα με έναν και μόνο προορισμό, να διδάξω την αλήθεια του, την καθαρή, την απανταχού παρούσα, τη θεία και μοναδική.
(Κοιτάζει το ανοιχτό βιβλίο που είναι άγραφο/ λευκό) Υπάρχω για να βοηθήσω με όλες μου τις δυνάμεις το γένος αυτό να μάθει τη γραφή και την έννοιά του νοήματος και της κάθε απόχρωσής του. Να μπορέσει έτσι να δώσει κάποια έννοια στην προσωρινή και ταπεινή του ύπαρξη. Πριν πεθάνει θα έχει μάθει όλα όσα είναι απαραίτητα για να ξέρει με περισσή ακρίβεια που οδεύει και να είναι περήφανα σίγουρος για τον εαυτό του. Και βέβαια να αφήσει την πιο πλούσια δυνατόν παρακαταθήκη στο αύριο των παιδιών του, για ένα καλύτερο, ομορφότερο και πιο αισιόδοξο μέλλον.
(Πίσω από την κουρτίνα / οθόνη διαφαίνεται το Ον να βαδίζει με αργά βήματα από τη μια πλευρά έως την άλλη. Είναι σκυφτό σα να και σα να υποογίζει το κάθε του βήμα)
Λόγιος - (Κοιτάζοντας πλέον το Ον) Να, έρχεται ένα δείγμα του χαμένου γένους. Είναι τόσοι πολλοί πλέον που δεν προφταίνουμε να δώσουμε τα φώτα μας σε όλους τους. Είναι εμφανές, αδιαμφισβήτητο βλέπω πως αναμένει κάποιον οδηγό στο σκοτάδι της θλιβερής αμάθειάς του. Είναι τόσο χαμένο και βυθισμένο στην αβεβαιότητά του. Θα μπορούσα να γελάσω με την εικόνα του ή να δακρύσω με την κατάστασή του. Αλλά όχι, δεν είμαι εδώ για αυτό το λόγο. Καμιά αψυχολόγητη αντίδραση, που θα ‘ταν, αν μη τι άλλο, ανάρμοστη για κάποιον σαν εμένα. Η αποστολή μου είναι άλλη και την ξέρω καλά μια που την σπούδασα για χρόνια πολλά σε σκιερά και δύσκολα βιβλία αλλά και σε ευαίσθητα και αγαπησιάρικα αγγίγματα ή και με μεθόδους κάπως αυστηρές…η μάθηση, είναι γνωστό, θέλει κόπο και πειθαρχία και κατανόηση για τα Όντα, πόσο μάλλον η ίδια η αλήθεια.
(Κοιτάζει το δοχείο και τη γραφίδα) Αυτά θα είναι τα σύνεργα της σωτηρίας του. Θα μάθει καθετί και πιο πολλά ακόμα…την ίδια την ιστορία του, πριν και μετά από την ίδια τη ζωή του εδώ. Όλα θα ειπωθούν με ακρίβεια και θα γραφούν με ξεκάθαρα σίγουρη βεβαιότητα. Και μετά θα καταλάβει και το ίδιο το νόημα του δρόμου του. Τι θα πρέπει να διαλέξει και τι να αφήσει πίσω του, το τι και το πώς και το πού και το γιατί του καθετί! Εγώ θα είμαι ο οδηγός του, τα μάτια του και ο γιατρός κάθε ονείρου του χαμένου στο πουθενά της σκιάς του. Θα γίνει ένας χαρούμενος και σίγουρος και ασφαλής και όμορφα ακόλουθος του καλού του γένους!
(Προς το Ον) Είσαι εδώ, εσύ; Για πού το έχεις βάλει, τι είναι πιο μπροστά σου; Φοβάσαι; Ναι! Αν μη τι άλλο! Ηρέμησε όμως, γιατί δεν είσαι πλέον ένα ακόμα χαμένο Ον…Είμαι εγώ εδώ για εσένα. Πάνω και κάτω σου βλέπεις κάτι; Με ακούς, εσύ;
Ον - Φώναξε κάποιος, κάτι; Κάπου θα υπάρξει κάποιο φως, επιτέλους; Δεν ξέρω αν καν το χρειάζομαι αλλά θα πρέπει το φως να είναι φως φωτεινό και ίσως αυτό να είναι καλό. Ποιος θα με βγάλει από αυτό το μονοπάτι; Έχει γίνει τόσο μονότονο, βαρετό και πονάνε τα πόδια μου, δεν αντέχω άλλο, θέλω να ξαποστάσω. Θέλω να ηρεμήσω, να δω επιτέλους πέρα από αυτό το σκοτάδι!
Λόγιος – Σκοτάδι …δεν πρέπει να πεις άλλη φορά τη λέξη αυτή, γιατί εγώ είμαι εδώ και είμαι για εσένα. Πίστεψε το, έτσι και αλλιώς δεν έχεις άλλη επιλογή, το νοιώθεις, το ξέρεις, το μυρίζεις, έτσι δεν είναι;
Σκηνή 2η – Η Γνώση προ των πυλών
(Η σκηνή φωτίζεται με αχνό γαλάζιο χρώμα. Το Ον είναι πλέον πάνω στην κυκλική σκηνή και είναι στραμμένο προς το Λόγιο)
Ον - Η φωνή αυτή κάτι μου θυμίζει, αμυδρά, κάτι πολύ μα πολύ παλιό, τελικά. Δεν μπορώ όμως να ξέρω τι είναι ακριβώς. Το σκοτάδι με έχει καταδικάσει από τότε που θυμάμαι πως γεννήθηκα στη σκιά των προσώπων. Ποιος είσαι; Τι θες; Μπορείς να με βοηθήσεις;
Λόγιος - Είσαι τόσο, μα τόσο τυχερό, εσύ, Ον που βρέθηκα στον δρόμο σου. Είμαι η ευκαιρία να σταματήσεις αυτό το πέρα δώθε. Ήρθε η ώρα επιτέλους θα βρεις εκείνο που ζητάς, το φως σου δηλαδή. Το αναζητάς, τόσο πολύ καιρό, το ξέρω καλά, φαίνεται εξάλλου, πως για καιρό γυροφέρνεις από πόλη σε πόλη, από χώρα σε χώρα και από ήπειρο σε ήπειρο ...μα κανείς δεν βρέθηκε να σε βοηθήσει. Κακόμοιρε!
Ον - Έχεις τόσο δίκιο. Δεν μπορώ καν με λόγια να περιγράψω αυτή την αναζήτηση. Χρόνια τώρα, που έχω πλέον ξεχάσει, νομίζω. Και είναι τόση η χαρά μου που επιτέλους ακούω λόγια κατανόησης και συμπόνιας στο πρόβλημά μου. Πρέπει να σου πω ότι νοιώθω κιόλας να αχνοφέγγει το φως μέσα από τα λόγια σου. Μα ποιος είσαι...; Δεν ξέρω μήτε το όνομα σου και βέβαια ούτε τι ακριβώς κάνεις!
Λόγιος - Είμαι και λέγομαι με ένα όνομα. Για την απλότητα του θέματος, αν μη τι άλλο. Λόγιος, λοιπόν είμαι και λέγομαι. Και είναι καθήκον αλλά και βαθιά χαρά μου να σου δείξω βήμα προς βήμα το μονοπάτι που λέγεται γνώση. Να σε μάθω να διαβάζεις τις λέξεις, τα νοήματά τους , να δώσεις τελικά σάρκα και οστά σε εσένα το ίδιο, Ον. Να δεις τον κόσμο, να τον περιγράψεις, να τον αισθανθείς με όλη τη γνώση που θα σου δώσω άφθονα και με ακρίβεια. Να μπορέσεις να κοιτάξεις επιτέλους εσένα το ίδιο αλλά και τα άλλα παρόμοια με εσένα όντα. Να καταλάβεις τον κόσμο και να βρεις τη γλυκιά σιγουριά της αλήθειας σε κάθε σου βήμα. Να δεις το φως του αύριο και να φτιάξεις, αν μη τι άλλο κάτι πιο καλό για εσένα και κα όντα μετά από εσένα.
Ον - Το νόημα, η αλήθεια, το αύριο... Μα αυτά θα είναι σίγουρα συγκλονιστικά. Όχι μόνο θα γλυτώσω από τις σκιές, αλλά θα μπορέσω, με τη δική σου βοήθεια, Λόγιε φίλε, να καταλάβω και τον κόσμο, το ίδιο το νόημά του; Η προοπτική αυτή με κάνει κιόλας να σκιρτώ. Νοιώθω τυχερός, μα πολύ τυχερός και χαίρομαι πέρα από τη δύναμη κάθε φράσης που είμαι μαζί σου. Μα γιατί να χάνουμε ακόμα χρόνο και να μένω και άλλες στιγμές στο σκοτάδι;
Σκηνή 3η – Η Διαδικασία πριν…
( Η σκηνή φωτίζεται με λαμπρό κίτρινο φως)
Λόγιος – (δίνει στο Ον τη Γραφίδα) Πάρε αυτή τη γραφίδα, έχει να σε μάθει πολλά. Είναι βαριά, μα πίστεψε με, έχει μάθει πολλά σε τόσους άλλους πριν εσένα και είμαι σίγουρος σε περισσότερους μετά! Είναι ασφαλής, καιδοκιμασμένη, πίστεψέ με.
Ον- (αγγίζει την γραφίδα, την ψηλαφεί) Ναι την νοιώθω, είναι κάπως κρύα αλλά δεν θα πρέπει να με φοβίζει.
Λόγιος – Θα ακολουθήσεις τις οδηγίες του χεριού μου, με ακρίβεια και πίστη. Είμαι ο οδηγός σου, συμφωνείς;
Ον – Εγώ θέλω να δω, να μάθω, να δω, ναι! Και βέβαια θα ακολουθήσω κάθε σου οδηγία. Έτσι και αλλιώς είμαι τυφλός, τι έχω να χάσω πέρα από τις σκιές μου;
Λόγιος – (Κατευθύνει το χέρι του Οντος με τη Γραφίδα προς το Δοχείο μέσα στο οποίο στο υπάρχει ένα μαύρουγρό) Δεν θα χάσεις, αντίθετα θα κερδίσεις, να είσαι σίγουρος. Λοιπόν θες να αρχίσουμε τα ταξίδι στη σιγουριά της γνώσης; Θες να μάθεις τα μυστικά; Και πολλά ίσως άλλα, τόσο καλά και χρήσιμα;
Ον – Για το φως και το αύριο, ναι. Απλά και σίγουρα, Ποτέ το χθες δεν θα είναι πλέον μαζί μου, ποτέ. Είμαι έτοιμο να γεννηθώ για δεύτερη φορά, ναι!
Σκηνή 4η - Η Νύχτα έρχεται
(Η σκηνή φωτίζεται με βαθύ μπλε χρώμα)
Λόγιος – Γράψε κάτι, αυτό που σου είπα, την αλήθεια, συλλάβισε τη με τον τόνο και τη μορφή που σου έδειξα! Γράψε το νόημα σου και του κόσμου, μίλησε, δες, μάθε .. εν αρή είναι ο Λόγος...κατάλαβες; Ο Λόγος. Ο ΛΟΓΟΣ καθήκι, μάθε τον, ‘αστον να μπει μέσα στο σκατομυαλό σου! Άστον να σε φάει, να σε γαμίσει, να σε καταλλάβει, να γίνεις δικό του, υποκείμενο, σακάτη!
Ον – (Βλέπουμε να πρσπαθει να γράψει κάτι στο λευκό βιβλίο) Είναι δύσκολο αυτό, τι γίνεται; Κάτι με καίει, είναι τόσο καφτό αυτό, από μέσα μου, ολούθε, μα τι λες; Δεν είναι δυνατό αυτό, γιατί μου το κάνεις Λόγιε φίλε μου;!
Λόγιος – Δεν ήθελες να δεις; Δεν ήθελες; Δική σου επιλογή ήταν! Θα μάθεις λοιπόν με τον τρόπο που πρέπει, τις αλήθειες, το σωστό και το λάθος, το εσύ και το αυτός, θα σε διαχωρίσω σε όσα είσαι από πάντα, θα σε κάνω δικό μου, δικό μας, θα σε κάνω άνθρωπο! Ακούς ρε! ΑΝΘΡΩΠΟ! Σωστό και με μέλλον!!!
(Πίσω από την κουρτίνα παίζουν πλέον γρήγορα, σχεδόν καταιγιστικά εικόνες αντίθετες, φως σκοτάδι, αγάπης – μίσος, πλούτου – φτώχειας, αλλά και λέξεις από όσα λέει πλέον το Ον...)
Ον – (Με αγωνία) Πού είναι η διάσταση που μου τραγούδησες – πού σε απάντηση στο δίχως κάπου που εκεί - δεν ξέρω κάτι ή και ξέρω τίποτα αν που όμως - είναι το κάτι που δεν έχει εαυτό να λέει - όχι όλα μα σε τι να μιλήσω και τι να πω και τι να δω - τίποτα εσύ και εσείς - ναι και σε τι πλέον να ακούσω στο ρυθμό αυτό - τρία μνήματα που είναι κανένα ίχνος σε κανένα βήμα – εκεί όπου ρίχνουν το βλέμμα τους στην ομορφιά στο μικρό τραύμα εκεί όπου ο φόβος και η πληγή μου είναι εκεί - εδώ ανοίγει η πόρτα της λέξης σε ήχο – στο στόμα στεγνό και όλο κόκκινο λήθης τρέμοντας – με διάλυση και άνοιγμα σε τι – όχι σε αυτό – ποιός θα με σώσει από το σώμα του Θανάτου, ποιός;! Ποιός θα με γεννήσει από αυτό το σώμα του θανάτου; ΠΟΙΟΣ;!
(Μπαίνουν γρήγορα και με σαματά οι Οκτώ Ακόλουθοι με τους πυρσούς αναμένους και περιτρυγυρίζουν το Λόγιο, ακινητοποιώντας τον)
Ον - (Εκστατικά) Τράβηγμα στο χάδι της απόλυσης - νέα είναι εκεί σα ροή ατέρμονη η εικόνα - φραγμός σε καθετί - προστασία από τη φωνή εκείνη - δώστε κάτι στη σιωπή του - τη λέξη και το φράγμα της απλά σε κίνηση αέναη - και άλλο πιο μέσα στο δρόμο - μη και μέσα στα τόσα και στα ένα και στο δυο και στα άπειρα - και στους δρόμους των αστεριών – σε δρόμους προς το καν-ένα - ένα δύο όλα – κανένα ίχνος σε μνήμη παρούσα που - στο τέλος - όχι τέλος - όχι αρχή - όχι τέλος μήτε αρχή - ή κάτι που να - μη μιλάς ωσάν μιλώ δεν θέλω τίποτα να - άνοιγμα στο ρυάκι που οδεύει – κάποιος ψίθυρος όπως ηχεί όμοια με το αγαπώ εσένα Θεά - σε σκιά φωτεινή πύλης της σκιάς της πορφυρής σελήνης με το χάδι και τη ματιά σου αίμα - πλέον μόνο – η κραυγή του φωτός σου είναι εδώ – είναι εδώ – επιτέλους θα είσαι μαζί και είμαι εδώ και μαζι σου ..ΕΛΑ! ΔΩΣΕ ΜΟΥ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ!
Σκηνή 5η – Η Θυσία
(Η σκηνή φωτίζεται έντονα πορφυρή ενώ μια κουρτίνα την αγκαλιάζει κυκλικά. ‘Όλα όσα θα διαδραματιστούν είναι πλέον σαν να βλέπουμε θέατρο σκιών. Ακούγονται κραυγές και το Ον – σκιά πλέον – μπήγει το γραφίδα στο Γραφέα. Ήχοι δυνατοί ακούγονται. Οι 8 Ακόλουθοι στέκουν γονατιστά γύρω από τη σκηνή και κοιτούν με απάθεια τα δρώμενα ενώ κρατούν τους αναμένους πυρσούς)
Ον (σε κατάσταση οργιώδη) - Ναι μαλάκα, δες και πάρε ότι σου αξίζει. Το αίμα σου και τα σωθικά σου είναι δικά μου, τώρα σε τρώω όλο, μαλάκα, κοιτάς …όχι ρε μαλάκα, τώρα δεν μπορείς γιατί ποτέ δεν μπόρεσες να δεις τίποτα, τελικά. Είναι στιγμές που έχασα το χρόνο στη σκέψη της μνήμης, στις τόσες σκιές και στα τόσα άλλα, σε δρόμους και υγρές ματιές, μια και δυο και χιλιάδες φορές στο κενό, μια ακόμα φορά, ας γελάσω με το φιλί αυτό, όταν οι λέξεις δεν λένε κάτι, επιτέλους, άγνωστε γλώσσες άγνωστης αλήθειας, ή μήπως κάτι άλλο γίνεται; Είμαι σκιά και τόσο κοντινή και τόσο μακρινή, οι σκιές μιας ακόμα ματιάς όπου όλα αδειάζουν στο άγγιγμα της πείνας που με ακολουθεί σε κάθε όνειρο για αυτή, τη μεγάλη, τη δυνατή, τη θεία, τη σκοτεινή! Στις στιγμές που τρώω τη σάρκα μου και καθεμιά άλλη. Ανοίω τις πύλες της άλλης έννοιας μαλάκα … στο αίμα της είσαι ένα τίποτα...
Και τώρα είναι ξεκάθαρο! Πιο φωτεινό από κάθε άλλη φορά! Φάει σκατά! Φάε το τίποτα και πνίξου γιατί εγώ το γουστάρω και μου αρέσει ρε συ, ρε συ ρε συ σκατομαλάκα! Το αίμα αυτό που πίνω είναι της μάνας και του πατέρα μου και όλων των αποβλήτων! Έχω σκοτώσει καθετί και είμαι εκεί χωρίς να είμαι. Ελευθερος πλεον και βλέπω πέρα από κάθε ορίζοντα!
Μαλάκες!!!!!
Και αγαπώ αυτή τη Μεγάλη Μητέρα, εκείνη που φοβούνται να δουν τα παιδιά σας, εκείνη που σκίζει, εκείνη που σκιάζει καθετί, εκείνη τη μεγάλη και άλλη, εκείνη τη βαθιά και τη γλυκιά άπειρη, εκείνη τη χωρίς. Εκείνη που γεννιέται δίχως να γεννηθεί εκεί στο πιο άκρο της μνήμης που τρομάζει, στο φεγγάρι, στο φεγγάρι, στο φεγγάρι, και με τους λύκους τους χιλίους τους ακόλουθους του φεγγαριού το αίμα!
Σκηνή 6η – Η Γιορτή της Αναγέννησης
(Η σκηνή πλέον είναι σε έντονο λευκό ασημί χρώμα. Από πάνω της εμφανίζεται η Θεά η οποία αιωρείται σε απόσταση τριών μέτρων πάνω από τη σκηνή. Ανοίγει τα χέρια της και ρίχνει στη Σκηνή λωρίδες ασημένιες σαν βροχή, Το Ον με μάτια ανοικτά πλέον κοιτάζει καθισμένο τη Θεά και γράφει στο σώμα του σχήματα με το κόκκινο / αίμα πλέον από το Δοχείο καθώς μιλάει η Θεά. Οι Ακόλουθοι καθισμένοι θαυμάζουν και ακούν επίσης τη Θεά)
Θεά - Είμαι εκείνη η πραγματικά ζωντανή, μέσα και έξω και αλλού και παν-έμορφη. Είμαι στο σκοτάδι του ήρεμου μπλε. Ο Στρόβιλος στις μορφές και στο γέλιο! Μιλάω με του ψιθύρους των ονείρων σας και των σκιών σας στα πορφυρά δάκρυα από ξεχασμένους πόνους και μνήμες και ανεκπλήρωτα χρώματα. Ποιοι είναι αυτοί που δεν κατάλαβαν ποτέ; Εκείνοι που διέψευσαν τα όνειρά τους και που τώρα πορεύονται στον άλλο κόσμο μέσα στη χαρά του ψέματός τους. Τα μάτια μου σας βλέπουν, χωρίς νοσταλγία. Εσένα θέλω να αγκαλιάσω αγαπημένε μου στο δρόμο μου και στην θάλασσα αυτή άγρια ή όχι. Κέρδισες την συμπάθειά μου. Στο πιο άθλιο χρώμα της αλήθειας είδες και άντεξες τον πόνο. Είμαι και θα είμαι αυτή εγώ που δεν είμαι και να είσαι και σα να είσαι και είμαι χωρίς και με όλα μέχρι να σε δω εδώ και εκεί και πάντα και σε έχω γεννήσει και σε έχω σκοτώσει και σε έχω από-αναρροφήσει σε κάθε σου μορφή και σε κάθε σου έκταση και κοίτα την μορφή σου που αλλάζει σε μορφές ανείπωτες και τρομερές, είμαι εγώ και είμαι και δεν είμαι, μια φωνή από μέσα που διαλύει όλες τις σιγουριές σου είμαι η φωνή σου και είμαι η ανάσα των ονείρων σου, κοιτά αυτό και κοιτά και άκου και άκου …τώρα θα είσαι ελεύθερος, θα βλέπεις στο φως του σκοταδιού στα μάτια σου, τον θάνατο σου η γέννησή σου, είμαι εδώ μαζί σου αθάνατη... Είσαι ελεύθερος και φίλησε την αγάπη σου! Τώρα είδες, τώρα ένοιωσες τώρα άγγιξες το σώμα μου ...Τώρα απλά γεννήθηκες και το όνομά σου είναι
….
Σκηνή 7η – Αγάπη
(Τα φώτα τρεμοσβήνουν αλλάζοντας ανάμεσα σε όλα τα μέχρι τώρα χρώματα. Δημιουργούνται δίνες χρωμάτων. Όλα γίνοπνται σε αργό ρυθμό)
Οι 8 Ακόλουθοι και το αναγεννημένο πλέον Ον αγκαλιάζονται, χαϊδεύονται και ανταλλάσουν φιλιά. Φαίνεται σα να είναι σε άλλη διάσταση. Ερωτοτροπούν χωρίς να ερωτοτροπούν, σαν να γιορτάζουν τη ζωή χωρίς κανένα αύριο, όλοι μαζί. Ακούγονται ήχοι ερωτικοί. Σιγά σιγά οι Ακόλουθοι συγκεντρώνονται γύρω από το Ον και το αγκαλιάζουν ενώ βαθμιαία το τυλίγουν φτιάχνοντας κάτι σα μια σφαίρα τριγύρω του.
Βλέπουμε σώματα ενωμένα και αδιαχώριστα, πλέον.
Μένει ένα φως στο χώρο – Βαθύ μπλέ
Ακούγονται οι ανάσες των σωμάτων και ψίθυροι « Σε αγαπώ, σε αγαπώ…»
ΤΕΛΟΣ
(συνεχίζεται: θα συμπληρωθούν κείμενα και άλλων παιδιών αμέσως μόλις φθάσουν)
Δευτέρα, 20 Απρίλιος 2009
κι ο σκύλος στην ουρά του
μ' αρέσει που τις γιορτινές μέρες η πόλη μοιάζει να έχει πιο πολλούς μετανάστες απ' ότι συνήθως. τα δικά τους χωριά είναι μακριά κι έτσι αναγκάζονται να μείνουν στο κέντρο. μετακινούνται με τα λεωφορεία μέχρι τον πιο κοντινό λόφο ή ακόμη και τη θάλασσα και παρακολουθούν με μάτια απλανή το σκηνικό της καινούργιας ζωής τους, νοσταλγώντας κάποιους άλλους τόπους, κάποιους άλλους ανθρώπους. κυκλοφορώ μαζί τους στην πόλη που γεννήθηκα και παρατηρώ τα πρόσωπά τους και πιο πολύ τα μάτια τους.
δεν διαβάζω πολύ αυτό τον καιρό. έχω όμως στο πάτωμα, δίπλα στο στρώμα που κοιμάμαι, τον τόμο με τα ποιήματα του Ηλία Λάγιου που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον Ίκαρο και περιλαμβάνει όλα όσα έγραψε. Έχω επίσης μερικούς τόμους από τις Ημέρες του Σεφέρη και διαβάζω αυτό που θεωρώ αρχέτυπο ημερολογίου. επίσης, πολύ πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Δόμος ένα αντίστοιχο ημερολόγιο που ανήκει στον Ζήσιμο Λορεντζάτο κι έχει τίτλο Collectanea. πρόκειται για ένα είδος λογοτεχνικού και φιλοσοφικού ημερολογίου με σύντομα αριθμημένα posts -όπως θα λέγαμε στη γλώσσα των blogs- που ξεπερνούν τα 1000. τέλος, ο Γιώργος ο Χρονάς με ανάγκασε να ξαναδιαβάσω Σαραντάρη καθώς η Οδός Πανός που κυκλοφορεί έχει αφιέρωμα σ' εκείνον. παρεμπιπτόντως από τότε που ο Χρονάς ανέλαβε τη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, έχει γίνει πολύ καλή. ξαναγυρίζω στον Σαραντάρη (το είχα ανεβάσει και πιο παλιά):
μιλώ γιατί υπάρχει ένας ουρανός που με ακούει
μιλώ γιατί μιλούν τα μάτια σου
και δεν υπάρχει θάλασσα δεν υπάρχει χώρα
όπου τα μάτια σου δεν μιλούν
τα μάτια σου μιλούν εγώ χορεύω
λίγη δροσια μιλούν κι εγώ χορεύω
λίγη χλόη πατούν τα πόδια μου
ο άνεμος φυσά που μας ακούει
ακούω συνεχώς καινούργιες μουσικές. με εντυπωσίασε το 200 Tons of Bad Luck των Crippled Black Phoenix από το Bristol στην Invada του Geoff των Portishead και του Fat Paul, που είναι από τις πιο αφανείς αλλά και πιο σημαντικές μουσικές προσωπικότητες της πόλης. επίσης, ακούω στο repeat το Aurora ενός ηλεκτρικού μπασίστα της jazz, του Avishai Cohen που εδώ αποφάσισε να τραγουδήσει. όσο ασυνήθιστες κι αν ακούγονται οι μελωδίες του, στην τρίτη ακρόαση σ' έχουν πάρει μαζί τους και σ' έχουν ταξιδέψει. είναι κι άλλα πολλά, η μουσική του Rudresh Mahanthappa, ο John Fahey και από τα πιο κλασικότροπα, ο Ran Blake, o Dane Douglas και ο Richie Beirach. από την Ελλάδα, το καινούργιο των Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω που πολύ πρόσφατα γνώρισα και προσωπικά.
σχεδόν πάντα μετά από τα ταξίδια έγραφα ένα μικρό σημειωματάκι. έγραψα κι αυτή τη φορά αλλά αντί να μπει εδώ, μπήκε στο Δίφωνο που κυκλοφορεί και μάλιστα με εξαιρετικό lay-out, πράγμα που χρωστάω στην διευθύντρια του περιοδικού, τη Μαριάνθη Πελεβάνη και τον άγνωστο γραφίστα/γραφίστρια που έκανε καταπληκτική δουλειά. Στο Δίφωνο συναντώ πέρα από την Ιωάννα των σεμιναρίων (και κάποιον ακόμη πολύ δικό μας που θα αποκαλυφθεί στο επόμενο τεύχος) κάποιος παλιούς φίλους όπως ο Αντώνης Φράγκος, που ήταν ο άνθρωπος που με φιλοξένησε σε εκπομπή του στο Τρίτο Πρόγραμμα το 1985 (!!!), ο Μιχάλης Πολυχρόνης και πολλοί ακόμη. είναι παράξενο να βρίσκομαι εκεί και να γράφω οτιδήποτε εκτός από ελληνική μουσική αλλά είναι όμορφο.
στα μέσα του Ιουνίου αντί για ΒIOS υπάρχει Arthouse. Τέσσερις μέρες όπου τα παιδιά των φετινών σεμιναρίων ραδιοφώνου θα παρουσιάσουν dj sets. αλλά μέχρι τότε έχουμε πολύ καιρό...
να περνάτε καλά και να προσέχετε
δεν διαβάζω πολύ αυτό τον καιρό. έχω όμως στο πάτωμα, δίπλα στο στρώμα που κοιμάμαι, τον τόμο με τα ποιήματα του Ηλία Λάγιου που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον Ίκαρο και περιλαμβάνει όλα όσα έγραψε. Έχω επίσης μερικούς τόμους από τις Ημέρες του Σεφέρη και διαβάζω αυτό που θεωρώ αρχέτυπο ημερολογίου. επίσης, πολύ πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Δόμος ένα αντίστοιχο ημερολόγιο που ανήκει στον Ζήσιμο Λορεντζάτο κι έχει τίτλο Collectanea. πρόκειται για ένα είδος λογοτεχνικού και φιλοσοφικού ημερολογίου με σύντομα αριθμημένα posts -όπως θα λέγαμε στη γλώσσα των blogs- που ξεπερνούν τα 1000. τέλος, ο Γιώργος ο Χρονάς με ανάγκασε να ξαναδιαβάσω Σαραντάρη καθώς η Οδός Πανός που κυκλοφορεί έχει αφιέρωμα σ' εκείνον. παρεμπιπτόντως από τότε που ο Χρονάς ανέλαβε τη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, έχει γίνει πολύ καλή. ξαναγυρίζω στον Σαραντάρη (το είχα ανεβάσει και πιο παλιά):
μιλώ γιατί υπάρχει ένας ουρανός που με ακούει
μιλώ γιατί μιλούν τα μάτια σου
και δεν υπάρχει θάλασσα δεν υπάρχει χώρα
όπου τα μάτια σου δεν μιλούν
τα μάτια σου μιλούν εγώ χορεύω
λίγη δροσια μιλούν κι εγώ χορεύω
λίγη χλόη πατούν τα πόδια μου
ο άνεμος φυσά που μας ακούει
ακούω συνεχώς καινούργιες μουσικές. με εντυπωσίασε το 200 Tons of Bad Luck των Crippled Black Phoenix από το Bristol στην Invada του Geoff των Portishead και του Fat Paul, που είναι από τις πιο αφανείς αλλά και πιο σημαντικές μουσικές προσωπικότητες της πόλης. επίσης, ακούω στο repeat το Aurora ενός ηλεκτρικού μπασίστα της jazz, του Avishai Cohen που εδώ αποφάσισε να τραγουδήσει. όσο ασυνήθιστες κι αν ακούγονται οι μελωδίες του, στην τρίτη ακρόαση σ' έχουν πάρει μαζί τους και σ' έχουν ταξιδέψει. είναι κι άλλα πολλά, η μουσική του Rudresh Mahanthappa, ο John Fahey και από τα πιο κλασικότροπα, ο Ran Blake, o Dane Douglas και ο Richie Beirach. από την Ελλάδα, το καινούργιο των Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω που πολύ πρόσφατα γνώρισα και προσωπικά.
σχεδόν πάντα μετά από τα ταξίδια έγραφα ένα μικρό σημειωματάκι. έγραψα κι αυτή τη φορά αλλά αντί να μπει εδώ, μπήκε στο Δίφωνο που κυκλοφορεί και μάλιστα με εξαιρετικό lay-out, πράγμα που χρωστάω στην διευθύντρια του περιοδικού, τη Μαριάνθη Πελεβάνη και τον άγνωστο γραφίστα/γραφίστρια που έκανε καταπληκτική δουλειά. Στο Δίφωνο συναντώ πέρα από την Ιωάννα των σεμιναρίων (και κάποιον ακόμη πολύ δικό μας που θα αποκαλυφθεί στο επόμενο τεύχος) κάποιος παλιούς φίλους όπως ο Αντώνης Φράγκος, που ήταν ο άνθρωπος που με φιλοξένησε σε εκπομπή του στο Τρίτο Πρόγραμμα το 1985 (!!!), ο Μιχάλης Πολυχρόνης και πολλοί ακόμη. είναι παράξενο να βρίσκομαι εκεί και να γράφω οτιδήποτε εκτός από ελληνική μουσική αλλά είναι όμορφο.
στα μέσα του Ιουνίου αντί για ΒIOS υπάρχει Arthouse. Τέσσερις μέρες όπου τα παιδιά των φετινών σεμιναρίων ραδιοφώνου θα παρουσιάσουν dj sets. αλλά μέχρι τότε έχουμε πολύ καιρό...
να περνάτε καλά και να προσέχετε