Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

θά ‘θελα να’μουν κηπουρός

Όχι απαραίτητα σ’ ένα κοραλλένιο κήπο στο βυθό. Ίσως σ’ ένα μικρό κτηματάκι σ’ έναν ελάχιστο τόπο που να μπορώ να τον ονομάσω πατρίδα. Όχι πατρίδα με την εθνικιστική έννοια αλλά πατρίδα με όρους νοσταλγίας.

Πατρίδα είναι το Bristol. Εκείνες οι πρώτες νότες από το Roads με στέλνουν να περπατάω στους βρεμμένους δρόμους λίγο πριν δύσει ο κατά φαντασίαν ήλιος. Γιατί κατά φαντασίαν ήταν ο ήλιος τους χειμώνες. Και οι χειμώνες κρατούσαν εννέα μήνες και κάτι. Σαν γέννα ερχόταν το καλοκαίρι.

Η κανονική πατρίδα μου είναι η Νάξος. Δεν γεννήθηκα εκεί αλλά εκεί γεννήθηκε ο πατέρας μου. Τη νοσταλγώ πολύ τον τελευταίο καιρό μ’ έναν τρόπο πρωτόγνωρο. Ας πούμε τα δίστιχα...

Ξύπνα φεγγαροπρόσωπη κι έβγα στο παραθύρι

Που το φεγγάρι θα σε δει και στο βουνό θα ‘ύρει

Έβγα φέξε σα φεγγάρι

Που τον νου μου έχεις πάρει

... με συγκινούν χωρίς να ξέρω το γιατί.

Αυτό το ‘ύρει έχει μεγάλη πλάκα γιατί στη Νάξο δεν προφέρουν το γάμμα όταν η λέξη αρχίζει από αυτό. Έτσι το γίδι είναι ‘ίδι και ο γάιδαρος άδαρος καθώς για λόγους ακατανόητους πάει περίπατο και το γιώτα.

Είναι χαρακτηριστικό το αστείο που λένε στη Νάξο σε σχέση με έναν στρατιώτη που έγραφε στον πατέρα του:

«Έμαθα πατέρα μου ότι εψόφησένε ο ‘άδαρός μας. Μα μη στενοχωριέσαι γιατί ‘οργά θα ‘υρίσω και πάλι ‘άδαρος θα μπει στο σπίτι μας».

Λένε επίσης ότι όταν ο άνθρωπος γερνάει (‘ερνάει), τότε αρχίζει να αναζητάει μια πατρίδα, μια ρίζα, λες κι ο θάνατος δεν θα μπορέσει στην περίπτωση αυτή να τον ξεριζώσει.

Επίσης λένε πολύ σκωπτικά και για να ελαφρύνω το σχέδιο περί γήρατος (‘ήρατος) ότι:

Όταν γεράσει ο άνθρωπος και χάσει και το φως του

Νομίζει ότι κατουρεί μακριά, μα κατουρεί ομπρός του.

Ζηλεύω πολύ τον συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη που είναι από τη Χίο, ζει εκεί, μοιάζει να έχει επιστρέψει (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό) και γράφει τα βιβλία του χρησιμοποιώντας ιδιωματισμούς. Το καινούργιο του βιβλίο λέγεται Λαγού Μαλλί και αρχίζει ως εξής:

«Βρε παιδί μου, ένα μοιασίδι όμως, φτυστός ήτανε ο κερατάς, έλεγε ο Νικολής κι οι άλλοι τρεις ρουφούσανε με θόρυβο τη νεκρόσουπα του Σφαντού και κουνούσανε όλοι μαζί τα κεφάλια τους, συγκαταβατικά όπως πάντα, τα ‘χανε ξανακούσει αυτά πολλές φορές ακόμα εκείνες τις μέρες».

Αρκετά με τους θανάτους και τις νεκρόσουπες. Είπαμε από την αρχή: Θά ‘θελα να’μουν κηπουρός. Και οι κήποι –κοραλλένιοι ή μη- μας κάνουν αθάνατους. Δηλαδή όχι όλους: τους κηπουρούς και τους φίλους τους. Αλλά δεν μπορεί, όλο και κάποιον κηπουρό θα έχετε φίλο.

Σε λίγο ξεκινάω για το Music Society για να συναντήσω τον Οδυσσέα Ιωάννου που είναι απόψε στις 7:00 καλεσμένος στην εκπομπή της Άρτεμης. Έχω καιρό να τον δω και θέλω να του πω ότι κλείνει καταπληκτικά το κείμενό του για τον Ρασούλη στη χθεσινή Καθημερινή:

«Στραβά το καπελάκι του, ίσιωσε την τελευταία του ρίμα στον καθρέφτη, και έφυγε για εκεί που υπαινίχθηκε σε ορισμένα τραγούδια του πως υπάρχουν και δεύτερες ζωές».

Γιατί; Δεν υπάρχουν;

Αφού σου είπα ότι θά ‘θελα να’μουν κηπουρός. Και να δεις που θα γίνω...

5 σχόλια:

katerina.. είπε...

Πατρίδα είναι όπου είμαστε καλά και ήρεμοι(έτσι νομίζω..αισθάνομαι)
κηπουρός..χμμμ..αισθάνομαι τέτοιος όταν κάνω τα γύρω μου να ανθίζουν,να μεγαλώνουν,να πέφτουν.. γιά να πάρουν άλλα τη σειρά τους.
καλημέρες δάσκαλε.

F είπε...

Πολύ μου άρεσε αυτό Κατερίνα μου!

Thanx!

καλημέρες

F είπε...

και μια που έχω χάσει όλα τα links, από λάθος, θέλετε να μου στείλετε όλα τα ενεργά blogs για να φτιάξω μια καινούργια λίστα;

Κατερίνα, Πάνο και όλοι, στείλτε εδώ...

thanxxxxx

katerina.. είπε...

αχ βρε δασκαλε,τι καλα ε?παμε παλι λοιπόν...navagio.blogspot.com

South Of The River είπε...

ringofsmoke.blogspot.com

Αυτό το θά 'θελα νά 'μουν κηπουρός, μου θυμίζει το I wish i was a fisherman...